Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Ο ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 


Εν Πειραιεί τη 27η Απριλίου 2017

 

Ο ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

 

    Όπως και άλλοτε, σε παλαιότερη ανακοίνωσή μας, επισημάναμε, ένα από τα μεγαλύτερα εκκλησιολογικά και εορτολογικά προβλήματα που αντιμετώπισε η αρχαία Εκκλησία κατά την διάρκεια των τριών πρώτων αιώνων της ιστορίας της, ήταν το πρόβλημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα. Κατά την χρονική αυτή περίοδο δεν υπήρχε σ’ όλες τις τοπικές εκκλησίες γενική ομοιομορφία εορτασμού του, ως προς την ακριβή ημερομηνία. Μάλιστα κατά τον 2ο αιώνα η ασυμφωνία αυτή έλαβε σοβαρές διαστάσεις, που οδήγησε σε έριδα μεταξύ των εκκλησιών της Μικράς Ασίας και της Ρώμης επί των ημερών του επισκόπου Σμύρνης αγίου Πολυκάρπου, (168 μ. Χ. περίπου) και του Πάπα Ρώμης Ανικήτου, (155-166μ.Χ.). Οι Μικρασιάτες εόρταζαν το Πάσχα μαζί με το εβραϊκό στις 14 του εβραϊκού μήνα Νισάν, (ο μήνας Νισάν είχε διάρκεια 29 με 30 ημέρες και συμπίπτει την περίοδο μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου), και γι’ αυτό ονομάζονταν «Τεσσαρεσκαιδεκατήτες». Αντίθετα οι Ρωμαίοι εόρταζαν το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την εαρινή ισημερία. Επειδή λοιπόν υπήρχε κίνδυνος να δημιουργηθεί σχίσμα, μετέβη στη Ρώμη ο άγιος Πολύκαρπος περί το 154, για να συζητήσει το θέμα με τον Πάπα, ωστόσο δεν υπήρξε λύσις. Τη λύση έδωσε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325), η οποία καθόρισε συνοδικά και απόλυτα δεσμευτικά για όλες τις Εκκλησίες τον χρόνο κοινού εορτασμού της κορυφαίας αυτής εορτής. Όπως είναι γνωστό, ορίστηκε ως χρόνος εορτασμού, η πρώτη Κυριακή, μετά την πρώτη πανσέληνο, μετά την εαρινή ισημερία, με την απαραίτητη προϋπόθεση να έχει προηγηθεί ο εορτασμός του εβραϊκού Πάσχα. Ο 1ος Κανόνας της εν Αντιοχεία Συνόδου, (341), ο οποίος διασώζει το γράμμα και το πνεύμα του απολεσθέντος σχετικού Ιερού Κανόνος της Α΄ Οικουμενικής τονίζει ρητά την παραπάνω προϋπόθεση: το «(μη) μετά Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα». Στον μη συνεορτασμό του Πάσχα με τους Εβραίους αναφέρονται επίσης και οι «Διαταγές των Αποστόλων»: «Δει υμάς αδελφοί τους τω Χριστού εξηγορασμένους τιμίω αίματι, τας ημέρας του Πάσχα ακριβώς ποιείσθαι μετά πάσης επιμελείας μετά τροπήν ισημερινήν…μηκέτι παρατηρούμενοι μετά ιουδαίων εορτάζειν. Ουδεμία γαρ κοινωνία  ημίν νυν προς αυτούς…» (Ε΄ 17, ΒΕΠΕΣ 2,89).

Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από άρθρο στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», (9.4.2017), με τίτλο: «Η ΕΑΡΙΝΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ», του διακεκριμένου αστροφυσικού επιστήμονος κ. Δ. Σιμοπούλου, επ. Δ/ντού του Ευγενιδείου Πλανηταρίου. Σύμφωνα με τον κ. καθηγητή: «Στις 11 Απριλίου, τον ουρανό μας θα στολίσει η πρώτη εαρινή πανσέληνος, η πρώτη δηλαδή πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία. Γι’ αυτόν τον λόγο, άλλωστε, όλες οι χριστιανικές Εκκλησίες (περιλαμβανομένης φέτος και της Ορθοδόξου) την επόμενη Κυριακή θα γιορτάσουν το Πάσχα, αφού ακολουθούν τις εντολές της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συγκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 325 μ. Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας….». Στη συνέχεια παραθέτει απόσπασμα από σύγγραμμα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου, ο οποίος είχε επισημάνει ότι: «... αξιοσημείωτον τυγχάνει το γεγονός ότι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, θελήσασα να ορίση την ημέραν εορτασμού του Πάσχα, δεν ώρισε μήνας και ημέρας του Ιουλιανού Ημερολογίου, αλλ’ έθετο ως σταθεράν βάσιν του υπολογισμού την εαρινήν ισημερίαν, δηλ. ώρισε τα κατά τον εορτασμόν ουχί ημερομηνιακώς, αλλ’ αστρονομικώς, και τούτο διότι το κανονικώς ενδιαφέρον δεν είναι η ημερομηνία, αλλ’ η ισημερία». Και συνεχίζει: «Για να βρούμε επομένως την ημερομηνία της εορτής του Πάσχα ενός τυχόντος έτους, αρκεί να γνωρίζουμε ποια είναι η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου και στη συνέχεια να βρούμε την πρώτη Κυριακή που ακολουθεί μετά την πανσέληνο αυτή. Με άλλα λόγια, η διαφορά του εορτασμού του Πάσχα που συνήθως υπάρχει μεταξύ Ορθοδόξων και Δυτικών δεν αφορά κάποια δογματικά θέματα της χριστιανικής θρησκείας».

   Εδώ ο κ. καθηγητής δεν ακριβολογεί. Δεν είναι μόνον  η εαρινή ισημερία και η πανσέληνος, που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν, αλλά και ο μη συνεορτασμός του χριστιανικού με το εβραϊκό Πάσχα, όπως και  ο μη εορτασμός του χριστιανικού πριν από το εβραϊκό Πάσχα.

 Παρά κάτω κάνει λόγο για τον κύκλο του Μέτωνος και για την διαφορά εορτασμού του Πάσχα των Ορθοδόξων με το Πάσχα των παπικών: «Η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία, παρόλο που όπως είπαμε έχει αποδεχθεί από το 1924 το νέο Γρηγοριανό Ημερολόγιο για τις ακίνητες εορτές, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να χρησιμοποιεί το Ιουλιανό Ημερολόγιο αλλά και τον κύκλο του Μέτωνος για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Έτσι πολλές φορές, αντί να γιορτάζουμε το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης, εμείς το γιορτάζουμε μετά τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο. Μερικές φορές μάλιστα το γιορτάζουμε τη δεύτερη Κυριακή της δεύτερης πανσελήνου της άνοιξης, αντί της πρώτης Κυριακής μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο που όρισε η Σύνοδος της Νικαίας. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι και το γεγονός της διαφοράς που έχουν συνήθως στον εορτασμό του Πάσχα οι ανατολικές και δυτικές Εκκλησίες».

   Και στο σημείο αυτό πιστεύουμε, ότι δεν ακριβολογεί ο κ. καθηγητής. Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας εορτάζει το Άγιο Πάσχα με ακρίβεια, σύμφωνα με την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, προσαρμοσμένο στο Ιουλιανό ημερολόγιο, μετά την απαράδεκτη ημερολογιακή αλλαγή του 1924. Το πασχάλιο έμεινε ανέγγιχτο, διότι εάν εθίγετο, όχι απλά θα δημιουργούσε εορτολογική διάσπαση και στις κινητές εορτές, αλλά και θα παρέβαινε την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής. Αντίθετα η Δύση κατά τον 16ον αιώνα, (1582), επί Πάπα Γρηγορίου του ΙΓ΄ υιοθέτησε το νέο ημερολόγιο, (το Γρηγοριανό), το οποίο αντικατέστησε το λανθασμένο Ιουλιανό, ως προς την εαρινή ισημερία. Σύμφωνα με το Ιουλιανό, η εαρινή ισημερία μετατοπιζόταν κατά μία μέρα κάθε 128 χρόνια, γεγονός μη επιθυμητό, ενώ σύμφωνα με το Γρηγοριανό, η εαρινή ισημερία μετατοπίζεται μόλις μία ημέρα κάθε 3.300 χρόνια. Οι Ρωμαιοκαθολικοί όμως μαζί με την αλλαγή του ημερολογίου συμμετέβαλαν και τον Πασχάλιο Κανόνα, κατά τρόπον, που αντιβαίνει προς τον σχετικό Κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Και τούτο διότι έκτοτε έπαυσαν να παρακολουθούν το εβραϊκό Πάσχα. Εορτάζουν μεν το Πάσχα κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, χωρίς όμως να λαμβάνουν υπ’ όψιν, αν έχει προηγηθεί ο εορτασμός του εβραϊκού Πάσχα. Επειδή δε οι μεταγενέστεροι Ραβίνοι έχουν αλλάξει επίσης το παλαιό εβραϊκό πασχάλιο, το αποτέλεσμα είναι ότι συχνά το Πάσχα των Λατίνων να προηγείται του εβραϊκού, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τον όρο της Α΄ Οικουμενικής, ο οποίος προβλέπει να εορτάζεται το Πάσχα των χριστιανών πάντοτε μετά το εβραϊκό.

   Βεβαίως γνωρίζουμε, ότι υπάρχει πρόβλημα με το λανθασμένο Ιουλιανό, ημερολόγιο, όπως και με το πρόβλημα λόγω του κύκλου του Μέτωνος. Ωστόσο για μας τους Ορθοδόξους προέχει, σε σχέση με την ημερολογιακή ακρίβεια, η εορτολογική ενότητα όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, έστω στις κινητές εορτές και βέβαια στο Πάσχα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προτιμά χάριν της ενότητος και της πιστής τηρήσεως των ιερών συνοδικών θεσπισμάτων να εορτάζομε το Πάσχα έστω και με εσφαλμένη χρονολογία: «Πανταχού τη Εκκλησία μετ’ ακριβείας επόμεθα, την αγάπην και την ειρήνην προτιμώντες απάντων. Ει γαρ και εσφάλετο η Εκκλησία, ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ήν, όσον έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος τούτου …Ουδέ γαρ η Εκκλησία χρόνων ακρίβειαν οίδεν. Αλλ’ επειδή παρά την αρχήν πάσιν έδοξε τοις πατράσι διηρημένοις ομού συνελθείν και ταύτην ορίσαι την ημέραν, την συμφωνίαν πανταχού τιμώσα και την ομόνοιαν αγαπώσα, κατεδείξατο το επιταχθέν» (Εις τους τα πρώτα Πάσχα νηστεύοντας, PG 48,870-872).

   Η αλλαγή του ημερολογίου από τους παπικούς και η συνεπακόλουθη αλλαγή του Πασχαλίου έφερε, κατά θεία οικονομία, και ένα θετικό αποτέλεσμα: Το να μην συνεορτάζουμε οι Ορθόδοξοι το Πάσχα τις περισσότερες φορές με τους Παπικούς την ίδια ήμερα. Αυτός ο μη κοινός συνεορτασμός έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με τους Ιερούς Κανόνες και τους αγίους Πατέρες, οι οποίοι καθώς απαγόρευαν τις συμπροσευχές με αιρετικούς, κατά μείζονα λόγον απαγόρευαν κάθε εορτολογική (επι)κοινωνία με τους αιρετικούς και επομένως κοινό συνεορτασμό του Πάσχα. Ο απαράβατος δηλαδή όρος της Α΄ Οικουμενικής: το «(μη) μετά Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα», ισοδυναμεί με το ιεροκανονικό και αγιοπατερικό παράγγελμα: «μη μετά αιρετικών-ετεροδόξων επιτελείν το Πάσχα».

  Τα όσα αναφέραμε παρά πάνω, ασφαλώς δεν σημαίνουν ότι αμφισβητούμε την επιστημονική- αστρονομική εγκυρότητα των παρατηρήσεων του κ. καθηγητή. Απλώς ο κ. καθηγητής είδε το θέμα μόνον από αυστηρή επιστημονική σκοπιά, ενώ το θέμα έχει και την εκκλησιολογική του διάσταση, την οποία φυσικό είναι  να μην γνωρίζει ο κ. καθηγητής, η οποία όμως, (εκκλησιολογική διάσταση), είναι πολύ ουσιώδης, σύμφωνα με όσα επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως είδαμε προηγουμένως.

   Κλείνοντας, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή του πιστού λαού του Θεού, όταν διαβάζουν παρόμοια δημοσιεύματα, τα οποία συχνά δεν απηχούν τη γνώμη της Εκκλησίας, επειδή εξετάζουν τα πράγματα με μια μονομέρεια, να καταφεύγουν στην Εκκλησία. Η αγία μας Εκκλησία, δια των θεοφόρων Πατέρων, έχει λύσει τα προβλήματα αυτά και ακολουθεί όχι τις υποδείξεις του κάθε επιστήμονος, αλλά το συμφέρον της σωτηρίας του εκκλησιαστικού πληρώματος. Υπέρτατος σκοπός και έργο της Εκκλησίας δεν είναι η διακονία της επιστήμης και της ιστορίας, (τις οποίες σέβεται απόλυτα), αλλά η διακονία της σωτηρίας των ανθρώπων, η οποία θα πρέπει να είναι και το ζητούμενο από όλους μας. Εν προκειμένω, ο εορτασμός του Πάσχα είναι για μας ο εορτασμός των επινικίων του θανάτου μας, του θανάτου της αμαρτίας και του παλαιού ανθρώπου, με τον θάνατο του Κυρίου μας και ο εγκαινιασμός της νέας βιωτής μας, η οποία καταυγάζεται από το ανέσπερο φως της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και επιμένει η Εκκλησία μας να μας δείξει την αβυσσαλέα διαφορά του δικού μας Πάσχα με το εβραϊκό, το οποίο είναι μια μακρινή ανάμνηση μιας ενθετικής απελευθέρωσης, σκιά και αχνή προτύπωση  του  δικού μας αιωνίου  και κοσμοσωτηρίου χριστιανικού Πάσχα.

 

Εκ του Γραφείου επί τω Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

 

 

 

 

ΕΙΝΑΙ «ΕΡΩΤΙΚΗ» Η «ΑΝΕΡΑΣΤΗ» Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ;


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 


Εν Πειραιεί τη 24η Απριλίου 2017

 

ΕΙΝΑΙ «ΕΡΩΤΙΚΗ» Η «ΑΝΕΡΑΣΤΗ» Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ;

 

   Είναι πράγματι ενδεικτικό της σύγχρονης ακαδημαϊκής θεολογίας να  επιχειρεί να πρωτοτυπήσει, ακροβατώντας και να χαράξει δικούς της δρόμους, με σκοπό να γίνει αρεστή στον σύγχρονο αποστατημένο άνθρωπο. Είχε απόλυτο δίκαιο ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όταν έλεγε ότι είναι πολύ επικίνδυνο να καταπιάνεται ο καθένας με θέματα θεολογικά και να επιχειρεί να θεολογήσει, χωρίς προηγουμένως να έχει απεκδυθεί τον παλαιόν άνθρωπον. Το θεολογείν ανήκει στους αγίους της Εκκλησίας μας, οι οποίοι πέρασαν από την κάθαρση στον φωτισμό και από τον φωτισμό στην θέωση. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι μπορούμε να θεολογούμε, είτε στον χώρο του δόγματος, είτε στον χώρο του ήθους και της ζωής της Εκκλησίας, εφ’ όσον ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες μας. Η θεολογία δεν είναι ανθρώπινη ανακάλυψη, αλλά αποκάλυψη Θεού. Και ό, τι αποκαλύπτει ο Θεός είναι πλήρες και τέλειο, μη επιδεχόμενο προσθήκες, ή αφαιρέσεις, ή βελτιώσεις.

   Αυτές τις μεγάλες αλήθειες φαίνεται να μην έχουν συνειδητοποιήσει επαρκώς κάποιοι σύγχρονοι ακαδημαϊκοί θεολόγοι οι οποίοι, επιχειρούν να πρωτοτυπήσουν και να θεολογήσουν με μοναδικό εφόδιο την σκέψη τους. Το αποτέλεσμα είναι ο λόγος τους να έχει κενά, ασάφειες, ή εκφράσεις, που μπορούν εύκολα να παρερμηνευτούν, ή τέλος, το χειρότερο, να επιχειρούν να υπερβούν τους Πατέρες, να τους περιθωριοποιήσουν ως αναχρονιστικούς.

   Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από πρόσφατο δημοσίευμα του περιοδικού «Σχεδία» (αριθμ.21,1-4-2017), με τίτλο: «Ο Χριστός είναι ο μέγας ερωτικός». Πρόκειται για συνέντευξη του καθηγητή της Δογματικής στο Α.Π.Θ. κ. Χρυσόστομου Σταμούλη στον δημοσιογράφο κ. Σπύρο Ζωνάκη.

    Ο υπότιτλος του άρθρου δίνει το «στίγμα» του πλαισίου μέσα στο οποίο κινείται η όλη συνέντευξη: «Την ανάγκη για έναν χριστιανισμό που θα επανασυνδεθεί με τη χαμένη του ερωτικότητα και επιθυμία για ζωή». Κεντρική και κυρίαρχη ιδέα που διαποτίζει το άρθρο σχεδόν από την αρχή ως το τέλος είναι «η στάση της Ορθόδοξης θεολογίας αλλά και της Εκκλησίας απέναντι στα θεμελιακά θέματα του έρωτα, της σεξουαλικότητας, της επιθυμίας και των ηδονών». Η στάση αυτή κατά την άποψη του κ. καθηγητή δεν ήταν η αρμόζουσα, γι’ αυτό και «αποτελεί σήμερα την αχίλλειο πτέρνα της Ορθοδοξίας». Κατά τον καθηγητή, «ο έρωτας ενοχοποιήθηκε και δαιμονοποιήθηκε. Θεωρήθηκε, ίσως, το μεγαλύτερο πρόβλημα, ο μεγαλύτερος εχθρός του Χριστιανισμού. Συνδέθηκε, χαρακτηριστικά, η αγιότητα αποκλειστικά με την παρθενία. Αντίληψη και πρακτική που πέρα από τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων να αποδείξουν τους «εξωγήινους»  έγγαμους αγίους – τούτη τη μύγα μες το γάλα – δεν έχασε την έντασή της ούτε στιγμή, καθώς συνεχίζει να κυριαρχεί και σήμερα στο χώρο της Εκκλησίας. Παράλληλα, μοναδικός σκοπός της συζυγικής σεξουαλικότητας, αποτέλεσε η τεκνογονία και η σωφροσύνη και όχι η ηδονική κοινωνία, ‘η αναγνώριση’ του προσώπου, ο έρωτας, που σε κάθε περίπτωση θεωρήθηκε αμαρτία».

  Από την παρά πάνω παράγραφο, αλλά και από την όλη μελέτη του άρθρου, διαπιστώνουμε κάποια βασικά κενά και  ασάφειες: Ένα πρώτο κενό είναι ότι ολόκληρη η συνέντευξη περιστρέφεται γύρω από τον ανθρώπινο έρωτα, ενώ δεν γίνεται κανένας λόγος για τον θείο έρωτα, τον έρωτα του νυμφίου της Εκκλησίας, Κυρίου μας Ιησού Χριστού με την κάθε μια ψυχή. Επίσης γίνεται λόγος για έρωτα, σεξουαλικότητα, επιθυμία και ηδονές, γενικά και αόριστα χωρίς να γίνεται μια βασική διασάφηση και διάκριση μεταξύ των ερωτικών σχέσεων ανδρός και γυναικός μέσα στο χώρο του γάμου, που είναι ευλογημένες από τον Θεό και των παρανόμων, έξω από τα όρια του γάμου, που συνιστούν το σοβαρό σαρκικό αμάρτημα της πορνείας, ή της μοιχείας.  Επίσης γίνεται λόγος για επιθυμία ζωής, χωρίς να διασαφηνίζεται, αν πρόκειται για την εν Χριστώ ζωή, που είναι η αληθινή ζωή, που δεν διακόπτεται από τον βιολογικό θάνατο, ή αν πρόκειται για την βιολογική σαρκική ζωή.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Κατ’ αρχήν ο έρωτας, η αγαπητική ορμή του ανθρώπου, δεν αποτελεί αρνητικό στοιχείο, που πρέπει να εξαφανιστεί κάτω από το τέλμα κάποιας στωικής απάθειας. Μια τέτοια αντίληψη δεν αποτελεί διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής κ. Γ. Μαντζαρίδης, (Χριστιανική Ηθική, σελ.322-330), ο έρωτας, σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας είναι η ενοποιός εκείνη δύναμη, που συντελεί στην ανασύνδεση της διεσπασμένης ανθρωπίνης φύσεως και στην επαναφορά της σε κοινωνία με τον Θεό.  Κατά τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη: «τον έρωτα, είτε θείον, είτε αγγελικόν, είτε νοερόν, είτε ψυχικόν, είτε φυσικόν είποιμεν, ενωτικήν τινα και συγκρατικήν εννοήσωμεν δύναμιν…», (Περί θείων ονομάτων 4,15,PG 3,713 Α). Ο έρωτας κινείται σε δύο κατευθύνσεις, την κατακόρυφη και την οριζόντια και εκφράζεται, είτε ως θείος έρωτας, είτε ως φυσική έλξη και ένωση ανδρός και γυναικός μέσα στα πλαίσια του γάμου. Και στις δύο περιπτώσεις ο έρωτας οδηγεί σε προσωπική ανάκραση με το αγαπώμενο πρόσωπο, σε υπέρβαση του εγώ και κοινωνία με το εσύ. Ο θείος έρωτας, αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο στη ζωή της Εκκλησίας, διότι στην αντίθετη περίπτωση, θα είχε καταλυθεί η ίδια η Εκκλησία, αφού από τη φύση της είναι «ερωτική» και ο σκοπός της υπάρξεώς της είναι η αγαπητική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά την ιερότερη και κατανυκτικότερη εορτολογική περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η κεφαλή Της, ο Χριστός, λατρεύεται ως Νυμφίος, ως μανικά ερωτευμένος Γαμπρός, με την ψυχή του κάθε ανθρώπου. «Ο έχων την νύμφην νυμφίος εστίν· ο δε φίλος του νυμφίου, ο εστηκώς και ακούων αυτού, χαρά χαίρει δια την φωνήν του νυμφίου» (Ιω.3,29), σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.

  Στο ανθρώπινο επίπεδο η φυσική ένωση ανδρός και γυναικός αποτελεί μέγα μυστήριο, το μυστήριο του γάμου, που ανάγεται στο μυστήριο της ενώσεως του Χριστού με την Εκκλησία, (βλ.Εφ.5,32). Η αντίληψη ότι «μοναδικός σκοπός της συζυγικής σεξουαλικότητας αποτέλεσε η τεκνογονία και η σωφροσύνη και όχι η ηδονική κοινωνία, ‘η αναγνώριση’ του προσώπου, ο έρωτας, που σε κάθε περίπτωση θεωρήθηκε αμαρτία», δεν αποτελεί διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σημειώνει, ότι ο γάμος δόθηκε στον άνθρωπο και για την παιδοποιΐα, «πολλώ δε πλέον υπέρ του σβέσαι την της φύσεως πύρωσιν», (Περί παρθενίας,19, PG 48,547). Για να στηρίξει την θέση του αυτή επικαλείται τον απόστολο Παύλο: «Και μάρτυς μου ο Παύλος λέγων ‘διά δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω. Ου δια τας παιδοποιΐας. Και πάλιν επί το αυτό συνέρχεσθαι κελεύει, ουχ ίνα πατέρες γένονται παίδων πολλών, αλλά τι; ‘Ίνα μη πειράζει υμάς ο σατανάς’», (Περί παρθενίας,19, PG 48,547). Βέβαια είναι γεγονός ότι μέσα στον χώρο της Εκκλησίας εμφανίστηκαν εκρατητικές τάσεις και ακραίες θέσεις, όμως αυτές δεν αποτέλεσαν διδασκαλία της Εκκλησίας μας.

  Πέραν αυτών ο γάμος δεν δόθηκε μόνον για την παιδοποιΐα και την κατάσβεση της πυρώσεως, αλλά και για την εν Χριστώ τελείωση των συζύγων. Για την ανύψωσή των από το κατά φύσιν στο υπέρ φύσιν, που είναι ο κοινός στόχος όλων, και των εγγάμων και των αγάμων. Οι σύζυγοι οφείλουν να προχωρούν διαρκώς από τα σωματικά προς τα πνευματικά και να προκόπτουν στην αρετή, μέχρις ότου γευθούν το θείον έρωτα με τον επουράνιο νυμφίο Χριστό, ο οποίος είναι ασυγκρίτως ανώτερος από τον σαρκικό. Οπότε αν γευθούν τον θείον έρωτα, εύκολα μετά θα καταφρονήσουν και τον επίγειο, ο οποίος εξ’ άλλου με την πάροδο του χρόνου σιγά σιγά μαραίνεται και σβήνει.

   Ενώ όμως το μυστήριο του γάμου αποτελεί «μέγα μυστήριο», δεν συμβαίνει το ίδιο με την πορνεία και την μοιχεία. Η πορνεία ως εκούσια σωματική ένωση ανδρός και γυναικός χωρίς την προϋπόθεση του μυστηρίου του γάμου, μεταβάλλει τις πιο προσωπικές σχέσεις των δύο φύλων σε απλό μέσο αισθησιακής απολαύσεως, ενώ στη μοιχεία έχουμε επί πλέον καταπάτηση και βεβήλωση του ιερού μυστηρίου του γάμου, (βλ. Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία εις την Α  Κορινθίους, 19,3 PG 61,154-5). Και στις δύο περιπτώσεις προσβάλλεται η αγαπητική δύναμη του ανθρώπου και διαστρέφεται σε παρά φύσιν ενέργεια. Παραδόξως ο κ. καθηγητής δεν κάνει κανένα λόγο ούτε για την πνευματική διάσταση του γάμου, που είναι ουσιαστική μέσα στη συζυγική ζωή, ούτε επίσης ομιλεί για την πορνεία και την μοιχεία, που αποτελούν διαστροφές του ιερού μυστηρίου του γάμου. Εφ’ όσον ομίλησε για έρωτα και σεξουαλικότητα, έπρεπε οπωσδήποτε να αναφερθεί στα παρά πάνω θέματα. Η γενική και αόριστη αναφορά στον έρωτα είναι επόμενο να δημιουργεί στον αναγνώστη συγχύσεις και παρεξηγήσεις.

  Αναφέρει επίσης ότι μέσα στον χώρο της Εκκλησίας «συνδέθηκε, χαρακτηριστικά, η αγιότητα αποκλειστικά με την παρθενία». Η αντίληψη αυτή είναι πέρα για πέρα εσφαλμένη. Έχουμε πολλά παραδείγματα αγίων που ήταν έγγαμοι. Αναφέρουμε μερικά: Ο άγιος Ιωσήφ ο πάγκαλος, ο άγιος προφήτης Μωϋσής, ο άγιος Ιωσήφ ο μνήστωρ και προστάτης της Θεοτόκου, οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα, Ζαχαρίας και Ελισάβετ, Ακύλας και Πρίσκιλλα, Ανδρόνικος και Ιουνία, ο άγιος Σπυρίδων, επίσκοπος Τριμυθούντος, ο άγιος Λουκάς ο ιατρός, επίσκοπος Συμφερουπόλεως κ.α. Η Εκκλησία επισημαίνοντας την υπεροχή της Παρθενίας απέναντι στο γάμο, δεν μειώνει την αξία του γάμου. Η αναγνώριση της αξίας του γάμου εξαίρει την υπεροχή της παρθενίας, ενώ αντίθετα η περιφρόνηση του γάμου προσβάλλει και το μεγαλείο της παρθενίας. Σχετικά με το θέμα αυτό παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Ουδέ γαρ αν ην τι μέγα η παρθενία, μη καλού καλλίων τυγχάνουσα», (Λόγος 37,10, PG36,293BC). Επίσης ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Καλόν ο γάμος και δια τούτο η παρθενία θαυμαστόν, ότι καλού κρείττον εστίν», (Περί παρθενίας,10, PG 48,540).

   Μεγάλη ασάφεια παρουσιάζει και η φράση «επιθυμία για ζωή». Δεν διασαφηνίζεται, αν πρόκειται για την εν Χριστώ ζωή, η για την βιολογική την πρόσκαιρη ζωή. Μέσα στην εν Χριστώ ζωή λυτρώνεται ο άνθρωπος από τον πνευματικό θάνατο της αμαρτίας και βρίσκει την όντως ζωή: «εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» (Ιω.10,10). «Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιω.11,26). «Ούτως υψωθήναι δει τον υιόν του ανθρώπου, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ χζωήν αιώνιον» (Ιω.3,14-15). κ.α. Ίσως εννοεί ο κ. Καθηγητής ως «επιθυμία για ζωή», την κοσμική ζωή. Τη ζωή των γηίνων και υλικών απολαύσεων, όπως την εννοεί ο κόσμος, ο οποίος λέει: «να ζήσω τη ζωή μου». Όμως είναι αυτή η όντως ζωή, με την οποία θα πρέπει να επανασυνδεθεί ο Χριστιανισμός;          

   Κλείνοντας, παρακαλούμε τον κ. καθηγητή, τον οποίο τιμούμε και σεβόμαστε, να είναι πιο συγκεκριμένος στις εκφράσεις του και να μην ταυτίζει την Εκκλησία με τις όποιες παρεκτροπές των μελών Της. Εφ’ όσον καταπιάστηκε με το λεπτό θέμα του έρωτα και της σεξουαλικότητας, νομίζουμε, ότι θα έπρεπε να το δει και να το αναπτύξει (και μάλιστα ως καθηγητής της Δογματικής που είναι), σφαιρικά και από όλες τις πλευρές του, για να προλάβει συγχύσεις και παρανοήσεις.

 

Εκ του Γραφείου επί τω Αιρέσεων και των Παραθρησκειών