Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

π. Γεώργιος Μεταλληνός: ''Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό''

Άλλος ένας κύκλος κυριακάτικων εσπερινών ομιλιών έκλεισε και αυτή την χρονιά, καθώς η τελευταία ομιλία πραγματοποιήθηκε χθες (Κυριακή) στο Κέντρο Νεότητας «Νέοι Ορίζοντες» της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, όπου ομιλητής ήταν ο Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση».
Ο ομιλητής αναφέρθηκε στο στόχο του ανθρώπου, που είναι να φτάσει στη θέωση και προκειμένου να τον πραγματοποιήσει, θα πρέπει να φοιτήσει στο σχολείο της Εκκλησίας, δηλαδή στη λατρευτική ζωή της, μέσα από την οποία αναδεικνύονται οι Άγιοι της Εκκλησίας.
«Την Κυριακή της Απόκρεω «μνείαν ποιούμεθα της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η φράση «μνείαν ποιούμεθα» του Συναξαρίου βεβαιώνει, ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, βιώνει στη λατρεία της τη Β’ Παρουσία του Χριστού μας ως «γεγονός» και όχι ως κάτι το ιστορικά αναμενόμενο. Και αυτό, διότι με τη Θεία Ευχαριστία μεθιστάμεθα στην ουράνια βασιλεία, στη μεταϊστορία. Σ’ αυτή την προοπτική προσεγγίζεται ορθόδοξα και το θέμα «παράδεισος – κόλαση». Στα Ευαγγέλια γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Σπεύδουμε όμως να πούμε ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας», τόνισε αρχικά ο π. Γεώργιος. 
Και συνέχισε: «Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως». Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον»).
Έχοντας ως «όπλο» τον χειμαρρώδη λόγο του, ο π. Γεώργιος συνέχισε τονίζοντας τα εξής: «Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας.
Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι. Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση».
Αφού επικαλέστηκε Πατερικές μαρτυρίες, κατέληξε στο συμπέρασμα πως παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε ο καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας.
Και εξήγησε: «Ο Θεός ουσιαστικά δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός - ακάθαρτος, μετανοημένος - αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση».
Ακολούθως αναφέρθηκε εκτενώς στις διαφορές του Χριστιανισμού από τα διάφορα θρησκεύματα.
«Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στην Ορθοδοξία είναι πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια και αιώνια «βασιλεία» Του. Και εδώ φαίνεται η διαφορά του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας από τα διάφορα θρησκεύματα. Τα τελευταία υπόσχονται κάποια «ευδαιμονία» και μάλιστα μετά θάνατον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ζήτηση ευδαιμονίας, αλλά θεραπεία από την αρρώστια της θρησκείας. Η Ορθοδοξία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή. Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο ότι ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. Μύθος είναι ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού. Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό (π.χ. ο Δάντης). Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον». Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας. Δεν υπάρχει όμως απουσία Θεού, παρά μόνο παρουσία Του. Το πυρ της κολάσεως δεν έχει σχέση με το φραγκικό «πουργατόριο» (καθαρτήριο), ούτε κτιστό είναι, ούτε τιμωρία, ούτε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Μια τέτοια θεώρηση είναι μετάθεση της ευθύνης στον Θεό. Η ευθύνη είναι όλη δική μας, αποδοχή ή απόρριψη της προσφερόμενης από τον Θεό σωτηρίας».  
Φτάνοντας προς το τέλος τής ομιλίας του στάθηκε στη μετοχή στη Θεία Κοινωνία, η οποία, όπως είπε χαρακτηριστικά, συνδέεται με την όλη πνευματική πορεία τού πιστού.
«Όταν προσερχόμεθα ακάθαρτοι και αμετανόητοι, κολαζόμασθε (καιόμεθα). Γίνεται δε μέσα μας η Θεία Κοινωνία «κόλαση» και «πνευματικός θάνατος». Όχι διότι μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο φυσικά, αλλά διότι η ακαθαρσία μας δεν μπορεί να τη δεχθεί ως «παράδεισο». Δεδομένου δε ότι η θεία κοινωνία ονομάζεται «φάρμακον αθανασίας», συμβαίνει ακριβώς ό,τι και με ένα φάρμακο. Αν ο οργανισμός μας δεν έχει προϋποθέσεις να το δεχθεί, τότε παρενεργεί το φάρμακο και αντί να θεραπεύει, σκοτώνει. Όχι διότι ευθύνεται αυτό, αλλά η κατάσταση του οργανισμού μας. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι αν δεν δεχθούμε τον χριστιανισμό ως θεραπευτική διαδικασία και τα μυστήρια ως φάρμακα πνευματικά, τότε οδηγούμεθα στη θρησκειοποίηση του χριστιανισμού, δηλαδή στην ειδωλολατρικοποίησή του».
Και ο αξιόλογος ομιλητής κατέληξε: «Έργο της Εκκλησίας δεν είναι να «στέλνει» στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό και όχι ηθικολογικό - ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια του όρου. Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ’ ουσίαν ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, οι αληθινοί πιστοί, οι Άγιοι. Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. Πού καλούμε; Στην Εκκλησία – Νοσοκομείο / Θεραπευτήριο ή σε μια ιδεολογία που ονομάζεται χριστιανική; Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση θέσεως στον «παράδεισο». Γι’ αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας δεν μπορεί να μας αγιάσει. Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο ή σε κάποια κόλαση, αλλά έχει τη δύναμη, όπως φαίνεται στα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία = θέωση), να προετοιμάσει τον άνθρωπο, ώστε να βλέπει αιώνια την Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού ως παράδεισο και όχι ως κόλαση».
 
 
 
 
Πηγή: www.romfea.gr

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Έμφυλες ταυτότητες: Η μασκαρεμένη ανθρώπινη φύση στο καρναβάλι της Νέας Τάξης

Του Χαράλαμπου Άνδραλη

Η επιβολή της γκέι κουλτούρας στην καθημερινότητά μας, ειδικά την τελευταία δεκαετία, δείχνει να μην έχει όρια. Η λεγόμενη προοδευτική διανόηση και το ηθικά απελευθερωμένο star system, οδηγούν με μεγάλη φόρα την ανθρωπότητα σε έναν ηθικό γκρεμό, τον οποίο κάνουμε πως δεν βλέπουμε. Η νομική αναγνώριση του συμφώνου συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών ήταν μόνο η αρχή. Σειρά έχουν, οι επόμενοι στόχοι, οι οποίοι καθώς φαίνεται είναι οι εξής: η τεκνοθεσία από τις νέου τύπου «οικογένειες» και η εισαγωγή της πανσεξουαλικής κατήχησης στην υποχρεωτική εκπαίδευση .
Οι άλλοτε ισχνές φωνές υπέρ της τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια, έχουν πλέον επιβληθεί καπελώνοντας κάθε αντίθετη άποψη. Αυτές οι επιτακτικές φωνές, μέσα από τα μονοφωνικά ΜΜΕ, μιλούν για αγάπη, ενώ ταυτοχρόνως καθυβρίζουν, στοχοποιούν και απειλούν, οποιονδήποτε δεν διστάζει να εκφράσει αντίθετη άποψη. Παράλληλα, με όπλο τους τον «αντιρατσιστικό» νόμο, ο οποίος εν τη πράξει καταργεί το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας στην έκφραση, διώκουν κάθε ελεύθερη φωνή που αγνοεί τα κελεύσματά τους. Μιλούν, μάλιστα, για «ρητορική μίσους», εκείνοι που ασκούν οργανωμένο «μπούλινγκ» κατά της Εκκλησίας, νομίζοντας ότι με τη συντήρηση αστικών μύθων, όπως η περιβόητη αμύθητη περιουσία Της, μπορούν να σπάσουν τους δεσμούς Της με τον ελληνικό λαό.
Οι γκέι ακτιβιστές και οι επαγγελματίες δικαιωματάκηδες, μιλούν δακρύβεχτα για καταπάτηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Μα για πια καταπάτηση μιλάμε; Από πότε το δικαίωμα στην υιοθεσία, μπορεί να στερεί βασικά δικαιώματα των υιοθετούμενων παιδιών; Εκείνοι που δήθεν κόπτονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα έπρεπε πρώτα να σκεφτούν το βασικό δικαίωμα των παιδιών να ανατραφούν με πατρικό και μητρικό πρότυπο και πάντως όχι μέσα σε ένα μοντέλο «οικογένειας» που δεν έχει φυσικά ερείσματα. Αυτά, βέβαια, φαντάζουν ψιλά γράμματα σε μία κοινωνία που αποδέχεται με ενθουσιασμό την «απόφαση» ενός 9χρονου αγοριού που «επέλεξε» να είναι κορίτσι[1], ενώ ταυτόχρονα ωρύεται και ζητά εισαγγελικές παρεμβάσεις επειδή βλέπει ρασοφορεμένο ένα 12χρονο μαθητή της Αθωνιάδας Ακαδημίας[2], από την οποία έχουν περάσει παρομοίως ως ρασοφορεμένα παιδιά, δεκάδες μεγάλες προσωπικότητες της ελληνικής ιστορίας, όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Ρήγας Φεραίος κλπ.
Επιπροσθέτως, παρά τις περί του αντιθέτου φωνές, κανένας δεν μπορεί να μας πείσει ότι οι ομοφυλόφιλοι υφίστανται σήμερα βία ή διακρίσεις στην καθημερινή τους ζωή. Στην πολιτισμένη προς το παρόν και μέχρι την επερχόμενη ισλαμοποίησή της, Ελλάδα, κανένας δεν διώκει τους ομοφυλόφιλους, ούτε τους αποκλείει από την κοινωνική ζωή. Μάλιστα σε κάποιους κλάδους, κυρίως καλλιτεχνικούς, έχει τόση μεγάλη δύναμη το «lgbt» λόμπι, που δεν θα ήταν υπερβολή να μιλήσουμε για καταπάτηση των δικαιωμάτων και αποκλεισμό των ετεροφυλόφιλων. Αντίθετα, οι ομοφυλόφιλοι και οι υποστηρικτές τους, ανενόχλητοι μπορούν να προσβάλλουν, να εξυβρίζουν και να συκοφαντούν όσους δεν συμφωνούν με τις προσωπικές τους επιλογές, μπορούν να τους χαρακτηρίζουν «ομοφοβικούς» και να απαλλάσσονται από την απαιτούμενη επιχειρηματολογία, την οποία στην πραγματικότητα δεν διαθέτουν.
Εξαιτίας αυτού του σκληρού γκέι φασισμού, η μεγάλη πλειοψηφία των απλών ανθρώπων στην Ελλάδα, που διατηρεί αν μη τι άλλο τις επιφυλάξεις της μπροστά στην ιδέα της νέου τύπου «οικογένειας», προτιμά τη σιωπή, από τη σύγκρουση με το οργανωμένο και πλουσίως χρηματοδοτημένο σύστημα, το οποίο εργάζεται νυχθημερόν για τη νεοταξική κατήχηση των κατοίκων των πάλαι ποτέ χριστιανικών κρατών. Και επειδή η γκέι προπαγάνδα παρότι κατάφερε να επιβληθεί στο νομικό μας σύστημα, δεν κατάφερε να πείσει για τις θέσεις της, τους ανθρώπους που ανατράφηκαν με τις αξίες και τα χρηστά ήθη των ηρώων προγόνων μας, επιστρατεύτηκε η «κατάλληλη» διαπαιδαγώγηση των παιδιών μας, με θεματικές εβδομάδες διαστρέβλωσης της φυσικής πραγματικότητας. Άλλωστε, όπως ομολογούν κάποιοι από τους πολιτικούς υπερμάχους των γκέι, η κοινωνία δεν είναι ακόμη έτοιμη να δεχθεί την τεκνοθεσία από ομοφυλόφιλους. Ίσως θα γίνει έτοιμη με την πλύση εγκεφάλου των ανθρώπων από την παιδική τους ηλικία…
Βέβαια, το φαινόμενο της φασιστικής επιβολής της πανσεξουαλικής ιδεολογίας δεν εντοπίζεται μόνο στη χώρα μας, αλλά είναι παγκόσμιο. Μόνο στα ισλαμικά κράτη δεν γίνεται παρόμοια προπαγάνδα. Ίσως επειδή εκεί οι ισλαμιστές δεν έχουν ανάγκη το «διαφωτισμό» που υφιστάμεθα εμείς οι «οπισθοδρομικοί». Οι χρηματοδότες του γκέι ακτιβισμού, όχι μόνο δεν διαμαρτύρονται για την εκεί καταπάτηση των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, αλλά αντιθέτως δείχνουν συμπάθεια στη βίαιη θρησκευτική παραδοχή των μουσουλμάνων! Αυτό είναι ένα από τα πολλά παράλογα της δικτατορίας της πολιτικής ορθότητας.
Μέσα σε αυτή την παγκόσμια εκστρατεία επιβολής της πανσεξουαλικότητας, παρατηρούνται δυστυχώς και στο χώρο της Εκκλησίας κάποιες «διαλλακτικές» φωνές «ανοικτόμυαλων» θεολόγων και κληρικών[3], οι οποίοι στην προσπάθειά τους να γίνουν δημοφιλείς στους έχοντες κοσμικό φρόνημα, ώστε να μην είναι «ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων» που αγωνιούν για αυτή την κατάσταση, κλείνουν το μάτι στην ομοφυλοφιλία, υποστηρίζοντας αθεολόγητες θεωρίες, όπως π.χ. ότι ο Χριστός δεν καταδίκασε τους ομοφυλόφιλους κλπ. Μήπως ο Χριστός δεν επιβεβαίωσε την αυστηρή παιδαγωγία των Σοδόμων; Μήπως ο Χριστός δεν επέδειξε ακόμα και την αμαρτωλή σκέψη ως μοιχεία;
Αυτοί οι νεοθεολόγοι κάνουν τη μεγαλύτερη ζημιά στους ομοφυλοφίλους. Διότι διαστρέφοντας το λόγο του Θεού στερούν από τους ανθρώπους αυτούς τη δυνατότητα να κατανοήσουν το θησαυρό της μακαριότητας που φυλάσσει η Ορθόδοξη Εκκλησία, και ο οποίος ανοίγει με μοναδικό «κλειδί» την άσκηση, τη στενή και τεθλιμμένη οδό, ως τρόπο ζωής που πολύ απέχει από τη σημερινή κατάπτωση της σαρκολατρείας και του πανηδονισμού. Όσοι πραγματικά αγαπούν τους ομοφυλοφίλους και κάθε άλλον άνθρωπο, οφείλουν να υπενθυμίζουν αδιάκοπα τα λόγια του Αποστόλου «πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει»[4] (όλα μου επιτρέπονται, αλλά δεν με συμφέρουν όλα). Σε αυτό συνίσταται η πραγματική αγάπη, η οποία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την αλήθεια.
Σαφώς, αν η Ορθόδοξη Εκκλησία αναζητούσε πελάτες, όπως οι αιρετικές ομολογίες, θα αλλοίωνε την αλήθεια και θα αμνήστευε εν ονόματι μίας υποκριτικής αγάπης και τη μοδάτη ομοφυλοφιλία, όπως κάνει ο Πάπας Φραγκίσκος[5] ή θα ευλογούσε τους ομόφυλους γάμους, όπως πολλές προτεσταντικές παρασυναγωγές.
Όμως «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται»[6]. Ακόμα και αν όλοι εμείς, φοβούμενοι τις κυρώσεις από τον αντιρατσιστικό νόμο και τη μιντιακή κατακραυγή, σιωπήσουμε αποδεχόμενοι την ήττα μας από τη μειονοτική θολοκουλτούρα, η πραγματικότητα θα έρθει ως αδιάψευστος μάρτυρας να αποστομώσει τις υστερικές φωνές που θέλουν να επιβάλουν ως φυσικό το παρά φύσιν. Διότι δεν είναι ο νόμος ούτε οι παπάδες που δεν επιτρέπουν στις ομόφυλες «οικογένειες» να αποκτήσουν παιδί, αλλά η πανσόφως δημιουργηθείσα φυσική τάξη.
Η Εκκλησία, λοιπόν, δεν επιβάλει την άποψή Της, αλλά έχει δικαίωμα να τη λέει και να πληροφορεί χωρίς φόβο το λαό Της. Και πρέπει να τη λέει όπως είναι, χωρίς διπλωματίες και νοθεύσεις. Ας φωνασκούν οι αντίπαλοι και ας τρομοκρατούν με μηνύσεις και με βία. Άλλωστε αυτός δεν είναι ο σταυρός των Χριστιανών που ομολογούν στον κόσμο το λόγο του Θεού; Γι’ αυτό δεν είναι «μισούμενοι υπό πάντων»[7]; Πόσοι και πόσοι πρόγονοί μας διώχθηκαν, βασανίστηκαν, μαρτύρησαν για να υπερασπιστούν την αιώνια και αμετάβλητη αλήθεια; Και παρά τους διωγμούς η πίστη μας άντεξε χωρίς αλλοιώσεις και συμβιβασμούς δύο χιλιετίες χρόνια διωγμών, αιρέσεων κλπ. Και τώρα θα αντέξει και θα νικήσει. Και οι δήθεν μεγάλοι και ισχυροί του σήμερα θα είναι θλιβερό παρελθόν και παραδείγματα προς αποφυγή, όπως τόσοι και τόσοι διώκτες της Εκκλησίας στην πορεία των αιώνων.

Χαράλαμπος Άνδραλης
Πηγή: http://makkavaios.blogspot.gr/2017/02/blog-post_34.html

[1] National Geographic: Ιστορικό εξώφυλλο με 9χρονη τρανσέξουαλ!

 http://www.protothema.gr/world/article/637750/national-geographic-istoriko-exofullo-me-9hroni-transexoual/

[2] Πώς αποφασίζει ένα 12χρονο παιδί να γίνει μοναχός στο Άγιον Όρος;

 http://tvxs.gr/news/ellada/pos-apofasizei-ena-12xrono-paidi-na-ginei-monaxos-sto-agion-oros
[3] Το παράξενο είναι ότι κάποιοι από αυτούς τους κληρικούς τιμώνται υπέρ του δέοντος από τη διοικούσα Εκκλησία, την ίδια στιγμή που διώκονται ευσεβείς ιερείς που αγωνιούν και αγωνίζονται για την Ορθόδοξη πίστη.

[4] Α´ Κορ. 6:12

[5] Πάπας Φραγκίσκος: «Οι ομοφυλόφιλοι έχουν δώρα για τη χριστιανική κοινότητα», http://www.protothema.gr/world/article/418202/papas-fragiskos-oi-omofulofiloi-ehoun-dora-gia-ti-hristianiki-koinotita/

[6] Β’ Τιμ. 2, 9
[7] Ματθ. 24, 9

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Διαλέξεις του Ralf Martin Jaeger στο ΤΜΣ του ΕΚΠΑ

Την προσεχή εβδομάδα επισκέπτεται το Τμήμα μας (στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus +) ο Γερμανός Συνάδελφος Ralf Martin Jaeger (Westfaelische Wilhelms-Universitaet-Muenster). Θα δώσει δύο διαλέξεις, στην αγγλική γλώσσα, αμφότερες στην αίθουσα 921 κατά τις ώρες 6-9 μ.μ.
 
Η πρώτη διάλεξη θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017, με θέμα: Corpus Musicae Ottomanicae: an introduction to the edition and the editing principles it follows. Στη διάλεξη θα παρουσιαστεί το υπό τη διεύθυνσή του ομώνυμο ερευνητικό εγχείρημα της κριτικής έκδοσης μουσικών χειρογράφων οθωμανικής μουσικής παρασημασμένων κατά τη σημειογραφία hampartsum.
 
Η δεύτερη διάλεξη θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017, με θέμα: „Petraki Lambadarike“ – Traces of Petros Peloponnesios in the early 19th century Ottoman manuscript sources in hampartsum-notation. Στη διάλεξη θα παρουσιαστούν τεκμήρια ταύτισης του γνωστού συνθέτη και διδασκάλου της οθωμανικής αυλής Πετράκη (Petraki-i-Kebir) με τον περιώνυμο Πέτρο λαμπαδάριο τον Πελοποννήσιο ( 1778).
 
Η παρουσία σας θα είναι ιδιαίτερα τιμητική! Παρακαλώ επίσης να ενημερώσετε σχετικά, κατά την κρίση σας, και κάθε περαιτέρω ενδιαφερόμενο!
 
ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:
Univ.-Prof. Dr. Ralf M. Jäger (Ph.D. 1993: “Turkish Art Music and its Manuscript Sources from the 19. Century”, Habilitation 1999: “Europe and the Ottoman Empire in Music, ca. 1500 to 1800”) is Professor of Ethnomusicology and European Music History at the Westfälische Wilhelms-Universität Münster. He started his academic career in 1999 as visiting professor of Musicology at the Rheinische Friedrich-Wilhelms-Universität Bonn. From 2000 until 2004 he deputized the chair of Musicology at the WWU Münster and from 2005 to 2009 he was Lecturer and Senior Researcher both at the Musicological Department of WWU Münster (since 2008 Professor) and University of Music "Franz Liszt" in Weimar. From 2009 to 2011 Prof. Jäger held the Chair of Ethnomusicology at the Department of Music Research, Julius-Maximilians-Universitaet Würzburg. He has been lecturing in Göttingen, Istanbul, Mainz, Saarbrücken and Zürich. Since 1995 Jäger is head of the Dissertationsmeldestelle (Doctoral Dissertations in Musicology) of Gesellschaft für Musikforschung (GfM); 2000 to 2004 he was vice-president of the German national committee of the International Council for Traditional Music; 2002 to 2005 Jäger acted as deputy chair of the study group Ethnomusicology (German Musicological Society). He directed the projects of the GfM in the Virtuelle Fachbibliothek Musikwissenschaft (ViFa Musik).In 2005 Prof. Jäger was awarded with the “Hendrik Casimir-Karl Ziegler Research Grant” by the North-Rhine-Westphalian Academy of Sciences and Humanities and the Royal Dutch Academy of Sciences. Since 2015 Prof. Jäger is director of the international and interdisciplinary DFG (German Research Foundation) long-term research project “Corpus Musicae Ottomanicae (CMO): Critical Editions of Music Manuscripts from the Middle East” which is based in Münster, Bonn, and Istanbul (https://www.uni-muenster.de/CMO-Edition/index.html).

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Δρ. Δημήτριος Μεταλληνός: ''Ποιος τολμάει να συγκριθεί με τον Καποδίστρια''

Μια τολμηρά αποκαλυπτική εισήγηση και ιστορικά εμπεριστατωμένη ομιλία,  στηριγμένη σε μαρτυρίες και ιστορικές πηγές που έκαναν γνωστό τον αυθεντικό Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια από τον Δρ. Δημήτριο Μεταλληνό στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κατερίνης.
Τη Δευτέρα 6/2/2017 οι φίλοι της Σχολής Γονέων – Ανοικτού Πανεπιστημίου Κατερίνης απόλαυσαν μία εξαιρετική ομιλία, άγνωστα στους Νεοέλληνες- για τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον Μέγιστο των Ελλήνων.
Εισηγητής και εξαίρετος ομιλητής ήταν ο κ. Δημήτριος Μεταλληνός, διδάκτωρ Ιστορίας του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.
Όπως ανέφερε ο κ. Μεταλληνός επικράτησε για πολλούς η λανθασμένη άποψη –που αναφέρεται και στο σχολικό βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού 1997 – για τον Καποδίστρια ότι ήταν συγκεντρωτικός στη διακυβέρνηση, έτσι ώστε να δημιουργηθούν δυσαρέσκειες και έντονες αντιπάθειες και από προοδευτικούς και από συντηρητικούς παλιούς κοινοτάρχες , «κοτζαμπάσηδες». Αποτέλεσμα του φανατισμού να δολοφονηθεί στις 27/9/1831.
Για να γνωρίσουμε σωστά ένα ιστορικό πρόσωπο πρέπον είναι να ανατρέχουμε σε μαρτυρίες και ιστορικές πηγές. Ανατρέχοντας σε αυτές ο ομιλητής μας τον αποκάλυψε ως:
· Ορθόδοξο της εμπειρίας,
· Ιατρό Aνάργυρο,
· Νομικό δίκαιο,
· Στρατιωτικό επιτελικό,
· Διπλωμάτη απολύτως τίμιο,
· Εθνεγέρτη από την Ελβετία και τέλος
· Πολιτικό Κυβερνήτη και Εθνομάρτυρα.
Η Ορθοδοξία ήταν βίωμά του καθώς η μονή της Πλατυτέρας ήταν δίπλα στο σπίτι του και σεβόταν την Παναγία και τον Άγιο Σπυρίδωνα που τον έσωσαν από ατύχημα στην ηλικία των 16 χρόνων.
Με τα μέσα της εύπορης, αλλά όχι φεουδαρχικής, οικογένειάς του σπούδασε στην Πάδοβα της Ιταλίας Ιατρική και Νομικά και επιστρέφοντας στη γενέτειρά του ίδρυσε τον 1ο πανελλαδικά ιατρικό σύλλογο το 1802 και διετέλεσε διευθυντής του Νοσοκομείου της Κέρκυρας. Ήταν γνωστός ως ανάργυρος γιατρός.
Ως δίκαιος και ειδήμων νομικός μελέτησε τα συντάγματα της Ευρώπης και με τις διπλωματικές του ικανότητες και γνώσεις θα επέλυε πολλά ζητήματα των σημερινών ευρωπαϊκών κρατών στο Συνέδριο της Βιέννης 1814-1815.
Η στρατιωτική του ικανότητα αποδείχτηκε το 1807- 14 χρόνια πριν από την Εθνεγερσία του 1821-όταν προετοίμασε σωστά τους αρματωλούς και οπλαρχηγούς στη Λευκάδα ( Κολοκοτρώνη, Ανδρούτσο, Καραϊσκάκη κ.α. ) για τον ξεσηκωμό. Τις ικανότητές του από τότε αναγνώρισε ο Κολοκοτρώνης που τον αναγνώρισε ως μόνο κατάλληλο για Κυβερνήτη αργότερα.
Ως έντιμος διπλωμάτης στο συνέδριο της Βιέννης 1814 με ευφυία ανάγκαζε σε κάθε συνεδρία τους συνέδρους να υπογράφουν και να μην αλλάζουν γνώμη-του το αναγνώρισε κι ο αντίπαλός του Μέττερνιχ- με αποτέλεσμα να συμβάλλει στην επίλυση του Ελβετικού ζητήματος, με την καθιέρωση δημοκρατικού συντάγματος, στην επίλυση του Γαλλικού , με τη μη διχοτόμηση της Γαλλίας μετά το Βατερλώ, καθώς και στην επίλυση του Γερμανικού ζητήματος με το σύνταγμα που εισηγήθηκε για την ένωση του διασπασμένου γερμανικού λαού.
Πάνω από όλα φρόντισε για τη δημιουργία του ανεξάρτητου Ιονίου κράτους υπό Βρετανό μονάρχη. Όραμά του ήταν η Ευρώπη των εθνών και λαών.
Έως το 1827 από την Ελβετία βοηθούσε την Εθνεγερσία με αρωγές από Ελβετούς τραπεζίτες ( Εϋνάρδο) και Έλληνες λογίους ( Μουστοξύδη, Γαζή, Κοκκώνη, Στούρτζα κ.α.) για σπουδές των Ελλήνων, αποστολή βιβλίων κλπ. Ως Κυβερνήτης πέτυχε πολλά για κείνα τα 3 χρόνια – με λιτό και ανάργυρο πολιτικό βίο όπως και οι συνεργάτες του- και κατηγορήθηκε διότι, λόγω έλλειψης χρημάτων, δεν ίδρυσε Πανεπιστήμιο και για συγκέντρωση εξουσιών.
Το τελευταίο το δεχόταν κι ο αντίπαλός του Μαυροκορδάτος, αρχηγός του αγγλικού κόμματος. Δολοφονήθηκε έξω από τον Άγιο Σπυρίδωνα Ναυπλίου καθώς πήγαινε να εκκλησιαστεί- όπως κάθε Κυριακή- από τους Μαυρομιχαλαίους. Τον ένα μάλιστα ,τον Κωνσταντίνο, τον σπούδασε ο Καποδίστριας.
Οι Άγγλοι επέτρεψαν μετά από έξι μήνες να ταφεί στην πατρίδα του την Κέρκυρα στην αγαπημένη μονή του την Πλατυτέρα.
Είναι ο μοναδικός Έλληνας ηγέτης που ονομάζεται Κυβερνήτης, φορέας Ρωμηοσύνης, μέγιστος των Ελλήνων και των Ευρωπαίων. Οι Άγγλοι μέχρι τώρα κρατούν κλειστά τα αρχεία της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο το 1974 και της δολοφονίας του Καποδίστρια.
Ακολούθησε διάλογος και την εκδήλωση έκλεισε πετυχημένα η Χορωδία Καθηγητών «Ολύμπια Ωδή» υπό την διέθυνση της κ. Έφης Δήμου με έντεχνα τραγούδια.
Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν ο Διεθυντής της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πιερίας κ.Συρανίδης, ο Διοικητής του Νοσοκομείου Κατερίνης κ. Α. Μυστρίδης, Οι πολιτευτές κ. Φ. Μπαραλιάκος και Δ.Μπέης Ο Επίτιμος Πρόεδρος της Σχολής Γονέων κ.Δημηνάς, Ο Πρόεδρος του Συλλόγου Κρητών Οι Σταυραετοί κ.Μανιουδάκης, και πλήθος κόσμου οι οποίοι συγκινήθηκαν από την εμπεριστατωμένη και τόσο μεστή μηνυμάτων διάλεξη του κ. Μεταλληνού την οποία καταχειροκρότησαν.
Η επόμενη ομιλία προγραμματίστηκε για την επόμενη Δευτέρα 13/2/2017 με ομιλητές τον κ. Βλάση Αγτζίδη, διδάκτορα Ιστορίας-Συγγραφέα και τον κ. Γεράσιμο Μακρή, Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου.

Πηγή: www.romfea.gr

ΠΟΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΣΧΕΣΩΝ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΒΡΑΪΣΜΟ;


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 14η Φεβρουαρίου 2017.

 

ΠΟΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΣΧΕΣΩΝ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΒΡΑΪΣΜΟ;

 

  Ο ρατσισμός και οι φυλετικές διακρίσεις σε όλες τους τις εκφάνσεις, αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα. Οι όντως δύσκολες οικονομικές και άλλες συνθήκες, σε παγκόσμιο επίπεδο, ευνοούν την ανάδυση τέτοιων φαινομένων. Μια έκφανση του ρατσισμού είναι και ο αντισημιτισμός. Το εκπεφρασμένο με φράσεις και πράξεις μίσος κατά του εβραϊκού λαού, το οποίο εμφανίζεται, σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα, ήδη στην προ Χριστού εποχή και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Όπως είναι γνωστό, το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος στην προσπάθειά του να επιτύχει την προσέγγιση των θρησκειών και την καταπολέμηση του ρατσισμού και αντισημιτισμού, διοργανώνει συχνά μέσα στα πλαίσια των Διαθρησκειακών Συναντήσεων, Διασκέψεις Ακαδημαϊκού Διαλόγου και άλλες εκδηλώσεις, στις οποίες προβάλλει και τιμά πρόσωπα που πρωτοστατούν προς την κατεύθυνση αυτή και συμβάλλουν στην ειρηνική συνύπαρξη των θρησκειών και των λαών.    

     Μια τέτοια εκδήλωση έλαβε χώρα στις 9.5.2016 στο Βόλο, όπου η εκεί Ισραηλιτική Κοινότητα βράβευσε τον Σεβ. Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιο, για την φιλική στάση του προς τους Ιουδαίους της μητροπολιτικής του περιφερείας «σε αναγνώριση του έργου του Μητροπολίτη υπέρ του διαθρησκειακού διαλόγου και του αγώνα του κατά του αντισημιτισμού». Το εν Ελλάδι περιοδικό του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου «ΧΡΟΝΙΚΑ», (Ιούλιος – Δεκέμβριος 2016), ήταν αφιερωμένο στην εν λόγω εκδήλωση, δημοσιεύοντας τις ομιλίες της.       

    Μεταξύ των ομιλιών, που δημοσίευσε το περιοδικό,  είναι και αυτή του κ. Ηλία Σαμπετάϊ, Ραββίνου της Λάρισας, η οποία θεωρήσαμε ότι χρήζει σχολιασμού. Ο κ. Η. Σαμπετάϊ, μεταξύ των άλλων δήλωσε πως «δεν πρέπει να υπάρχουν διακρίσεις, ούτε υποσημειώσεις χρώματος, φυλετικής, εθνικής, κοινωνικής καταγωγής, η, δογματικών και πολιτιστικών πεποιθήσεων. Η Βίβλος έχει αχρωματοψία απέναντι στις διακρίσεις». Όντως ο Θεός έπλασε το ανθρώπινο γένος «εξ ενός αίματος» (Πραξ.17,26) και ως εκ τούτου όλοι οι άνθρωποι είναι πλάσματα του Θεού και δικαιούνται να έχουν τις ίδιες δυνατότητες σωτηρίας. Όμως, αυτή η μεγάλη αλήθεια, γίνεται ξεκάθαρη στην Καινή Διαθήκη. Σ’ αυτήν έχουμε την πλήρη αποκάλυψη του Θεού, σε αντίθεση με την Παλαιά, όπου έχουμε την «σκιά του νόμου», στην οποία ο Θεός για λόγους παιδαγωγικούς, λόγω της πνευματικής ανωριμότητας του ισραηλιτικού λαού και προκειμένου να φέρει εις πέρας το έργο της Ενσάρκου Θείας Οικονομίας, θέτει διαχωριστικά όρια, και μάλιστα σοβαρά και ανυπέρβλητα ανάμεσα στον «περιούσιο λαό» του και τους «εθνικούς». Απαγορεύει στους Εβραίους να έρχονται σε οποιαδήποτε επικοινωνία και σχέση με τους γειτονικούς ειδωλολατρικούς λαούς, για να μην επηρεαστούν και παρασυρθούν στην ειδωλολατρία: «και εμπεριπατήσω εν υμίν και έσομαι υμών Θεός, και υμείς έσεσθέ μοι λαός» (Λευϊτ.26,12). «Και έσται η κατασκήνωσίς μου εν αυτοίς, και έσομαι αυτοίς Θεός, και αυτοί μου έσονται λαός» (Ιεζεκ.37,27). Βέβαια την ενέργεια αυτή του Θεού αν την έκριναν οι σημερινοί εβραίοι και οι κάθε λογίς αντιρατσιστές με τα δικά τους ανθρώπινα κριτήρια, θα χαρακτήριζαν τον Θεό, ως τον μεγαλύτερο ρατσιστή όλων των αιώνων. Ωστόσο ο Θεός ούτε, όταν εξέλεξε τους Εβραίους ως τον εκλεκτό Του λαό, ήταν σημίτης - ρατσιστής, άπαγε της βλασφημίας, ούτε όταν τον απέρριψε, έγινε αντισημίτης, αλλά όλες του οι ενέργειες και στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης και σ’ αυτήν της Καινής υπήρξαν θεοπρεπείς και κατά πάντα δίκαιες. Έχουμε ανάγκη θείου φωτισμού, διότι χωρίς αυτόν αδυνατούμε να εισχωρήσουμε και να κατανοήσουμε με την εμπαθή ανθρώπινη λογική μας τις θεοπρεπείς αυτές ενέργειες  και να δούμε την εκλογή του εβραϊκού λαού μέσα στο σχέδιο της οικονομίας του Θεού για την σωτηρία όλης της ανθρωπότητος και όχι μόνον ενός λαού. Διότι όπως λέγει ο προφήτης, ή μάλλον ο ίδιος ο Θεός διά του προφήτου: «ου γαρ εισίν αι βουλαί μου ώσπερ αι βουλαί υμών, ουδ’  ώσπερ αι οδοί υμών αι οδοί μου, λέγει Κύριος.  Αλλ’  ως απέχει ο ουρανός από της γης, ούτως απέχει η οδός μου από των οδών υμών και τα διανοήματα υμών από της διανοίας μου» (Ησ.55,8-9).

Στην εποχή της Καινής Διαθήκης αλλάζουν τα πράγματα. Ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, έρχεται να σώσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και όχι μόνο τους Ιουδαίους. Και δίνει την εντολή στους μαθητές του να «μαθητεύσουν πάντα τα έθνη», (Ματθ.28,19). Αργότερα ο απόστολος Παύλος θα διακηρύξει: «Ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος, ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ. Πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ.3,28). Καταργείται όντως κάθε διάκριση «χρώματος, φυλετικής, εθνικής, κοινωνικής καταγωγής», όπως σωστά σημειώνει ο κ. Σαμπετάϊ, όχι όμως διακρίσεις λόγω «δογματικών πεποιθήσεων», όπως προσθέτει παρά κάτω. Ο Χριστός με το απολυτρωτικό έργο του και την διδασκαλία του έρχεται να χωρίσει τους ανθρώπους σ’ εκείνους που τον πιστεύουν και σ’ εκείνους που τον αρνούνται, δημιουργώντας έτσι ένα άλλου είδους διαχωριστικό τείχος, όχι βέβαια ρατσιστικού χαρακτήρος, μεταξύ των ανθρώπων: «Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην· ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής· και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ.10,34-36). Επίσης: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις· τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαλ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Β΄ Κορ.6,14-15).

 Τώρα λοιπόν στην εποχή της Καινής Διαθήκης το κριτήριο των σχέσεων μας με τους άλλους ανθρώπους δεν είναι οι ρατσιστικές διακρίσεις «χρώματος, φυλετικής, εθνικής, κοινωνικής καταγωγής», αλλά η  πίστις, ή η απιστία στο πρόσωπο και το έργο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αυτού του είδους το κριτήριο, που θέτει ο ίδιος ο Κύριος, φαίνεται να αγνοεί ο κ. Σαμπετάϊ, το οποίο όμως είναι πολύ σημαντικό και ουσιαστικό. Δεν είναι δηλαδή δυνατόν να αγνοήσουμε το παρά πάνω κριτήριο και να λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον το κριτήριο της καταργήσεως των ρατσιστικών διακρίσεων, για να συνάψουμε μεταξύ μας σχέσεις συναδελφώσεως με τους άλλους λαούς και τις άλλες θρησκείες. Δεν είναι δυνατόν να παλεύουμε κατά του ρατσισμού και του αντισημιτισμού και να παραθεωρούμε το γεγονός ότι οι Εβραίοι συνάνθρωποί μας, καθώς επιμένουν  στην πλάνη του Ιουδαϊσμού, δεν έχουν ελπίδα σωτηρίας. Η αληθινή συναδέλφωση των ανθρώπων πραγματοποιείται μόνον διά της Χάριτος του αγίου Πνεύματος, εν τη Εκκλησία και διά της Εκκλησίας και ποτέ έξω από αυτήν, με ανθρώπινα μέσα και προσπάθειες. Κάθε ανθρώπινη προσπάθεια συναδελφώσεως οικουμενιστικού και διαθρησκειακού τύπου, που επιχειρείται με συνέδρια, εκδηλώσεις κλπ., είναι έξω από το πνεύμα του ευαγγελίου και έξω από το θέλημα του Θεού.  

 Παρακάτω ο κ. Σαμπετάϊ προσπαθεί να αποδώσει την περί ισότητας των ανθρώπων διδασκαλία του Παύλου στους Φαρισαίους νομοδιδασκάλους: «Η διδασκαλία του Παύλου στηρίζεται στην ερμηνευτική προσέγγιση των Φαρισαίων Νομοδιδασκάλων», επειδή προερχόταν «από τις τάξεις» τους! Ωστόσο αυτό δεν ευσταθεί, διότι ολόκληρη η διδασκαλία του Παύλου υπήρξε καρπός θείας αποκαλύψεως: «Γνωρίζω δε υμίν, αδελφοί το ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ’ εμού, ουκ έστι κατά άνθρωπον, ουδέ γαρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην, αλλά δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού» (Γαλ.1,11-12). Εκεί, στο όραμα της Δαμασκού αποκαλύφθηκε στον μεγάλο απόστολο η νέα εν Χριστώ Καινή Κτίσις.

 Παρά κάτω ο κ. Σαμπετάϊ, καταφεύγει στην Ιουδαϊκή Γραμματεία, παραθέτοντας αποσπάσματα από αυτή, αλλά και στο Ιουδαϊκό βιβλίο Ταλμούδ, για να αποδείξει ότι τα ιερά βιβλία των Εβραίων και η Βίβλος έχουν πολλά κοινά σημεία, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν βάση προσεγγίσεως και συναδελφώσεως οικουμενιστικού τύπου, μεταξύ των δύο θρησκειών. Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων σε «μια σπουδαία προσωπικότητα από το χώρο του Ταλμούδ, τον Ιλλέλ α-αζακέν: Ιλλέλ ο Πρεσβύτερος». Αυτός «υπήρξε», είπε, «άνθρωπος μειλίχιος, ταπεινόφρων, υπομονετικός. Δεν αγαπούσε απλώς την ειρήνη, αλλά επεδίωκε την εγκαθίδρυσή της! Επιζητούσε ειρηνικές σχέσεις με όλους τους συνανθρώπους του και εργάστηκε ακαταπόνητα να φέρει κοντά στη Διδασκαλία της Βίβλου». Εδώ ο ραβίνος ομιλητής κάνει μια επιλεκτική χρήση χωρίων, ενώ αποσιωπά το γεγονός ότι τα ταλμουδικά κείμενα περιέχουν πλήθος υβριστικών και συκοφαντικών κατά του Κυρίου μας, της Εκκλησίας και των χριστιανών αναφορές, οι οποίες καθιστούν το βιβλίο αυτό, στο σύνολό του, απαράδεκτο, αντίχριστο και άκρως ρατσιστικό. Αν ισχυρίζεται ότι οι αναφορές αυτές δεν είναι αυθεντικές, τότε ας μας εξηγήσει, γιατί δεν κυκλοφορεί το βιβλίο αυτό ελεύθερα στα βιβλιοπωλεία; Τα αποσπάσματα του Ταλμούδ, που κυκλοφορούν ευρέως, όχι απλά δεν εναρμονίζονται με τον αντιρατσισμό της Βίβλου και ειδικά της Καινής Διαθήκης, αλλά είναι σε διαμετρική αντίθεση με αυτή. Διαβάζοντας τα αποσπάσματα αυτά, είναι εύκολο να διαπιστώσει ο οιοσδήποτε το αβυσσώδες χάσμα μεταξύ Ταλμούδ και Βίβλου! Ως εκ τούτου θεωρούμε ατυχή την αναφορά του στο Ταλμούδ, του οποίου οι ιδέες, (αυτές που κυκλοφορούν), όχι μόνον δεν γεφυρώνουν τις διαφορές μας με τον Ιουδαϊσμό, αλλά τις διευρύνουν. Αλλά εδώ γεννάται και ένα εύλογο ερώτημα: Γιατί ο κ. Σαμπετάϊ δεν μας λέει τίποτε για τον σκληρότατο και αμείλικτο διωγμό, που εξαπέλυσαν οι ιουδαίοι αρχιερείς και το Μέγα Συνέδριο κατά των αποστόλων και των χριστιανών, ιδιαιτέρως δε κατά του αποστόλου Παύλου, κατά τους αποστολικούς χρόνους; Δεν αποτελεί αυτός ο διωγμός καραμπινάτη μορφή θρησκευτικού ρατσισμού; Γιατί δεν μας λέει, επίσης τίποτε,  για την δυσώνυμη και εκ διαμέτρου αντιβιβλική Καμπάλα, η οποία διδάσκεται στα Πανεπιστήμια του Ισραήλ;

   Κλείνοντας επισημαίνουμε ότι η Εκκλησία ουδέποτε εγκλωβίστηκε και παγιδεύτηκε σε ρατσιστικά, ή αντιρατσιστικά, σε σημιτικά, ή αντισημιτικά σύνδρομα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από φύλο, φυλή, εθνικότητα, χρώμα, κοινωνική και οικονομική κατάσταση, πνευματικές καταβολές κ.α., τους οποίους μεταμορφώνει σε θεοειδείς υπάρξεις, με τη χάρη και την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και έτσι δημιουργεί την αληθινή παγκόσμια αδελφότητα. Εδώ είναι το θαύμα: χωρίς να αίρονται οι ιδιαιτερότητες των ανθρώπων και των λαών δημιουργεί το αληθινό «βασίλειο ιεράτευμα, έθνος άγιο» (Α΄Πετρ.2,9), όπου ο κάθε άνθρωπος απολαμβάνει την αληθινή ελευθερία από τη δουλεία της αμαρτίας και τη φθορά του κόσμου και καλλιεργεί την προοπτική του για την ουράνια και αιώνια βασιλεία. Παράλληλα όμως υψώνει άλλου είδους διαχωριστικό τείχος, ένα άλλου είδους κριτήριο σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, που δεν έχει καμιά σχέση με οποιαδήποτε μορφή ρατσισμού. Πρόκειται για το κριτήριο της πίστεως, ή της απιστίας στο πανάγιο πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όπως εξηγήσαμε  προηγουμένως. Το κριτήριο αυτό είναι θεμελιώδες, διότι επί τη βάσει αυτού κρίνεται η σωτηρία, ή η απώλεια του κάθε ανθρώπου.

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

   

 

ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ'''ΠΑΤΡΟΣ ΣΑΒΒΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ


Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Ομιλία π. Αρσενίου – Μία Άγια γυναίκα, η Φωτεινούλα (BINTEO)

Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης 

Ομιλία του Πανοσιολογιώρατου Αρχιμανδρίτου Π. Αρσενίου, Δικαίου της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Σινά.

«ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΝΤΩΝ ΕΝΕΚΕΝ» ήταν η τελευταία κουβέντα που είπε γονατιστός στην Αγία Τράπεζα, φορεμένος με τα Άγια Άμφια της Αρχιεροσύνης Του, ενώπιον του Θεού. Δεν χρειάστηκε να Τον ντύσω γιατί είχε ντυθεί από μόνος του για την κηδεία Του. Γνώρισα…Θα μου πείτε, υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη γη, που έχουν αυτή την εμπειρία να δοξάζουν για τα πάντα και για πάντα. Ναι. Πιστέψτε με.
 
Πριν δέκα χρόνια, δώδεκα χρόνια γνώρισα μία Ψυχή. Μία Αγία Ψυχή. Θα πούμε ένα όνομα για να κρατήσουμε πάλι το προσωπικό δεδομένο. Την λένε Φωτεινιώ…Ή εγώ την λέω Φωτεινιώ. Η κυρά Φωτεινιώ ήρθε με οικογένεια στο σπίτι της μητέρας μου, εκεί που φιλοξενούμουνα τότε γιατί δεν είχα σπίτι και είχανε τακτοποιήσει τότε το χώρο, -καλοσύνη της η μητέρα μου-, είχε κάνει ένα μικρό Αρχονταρίκι με τα Εικονίσματά μας, με το Καντήλι, με τα κεράκια μας, με τα Άγια Λείψανα και είχαμε ένα μικρό καναπέ που με χωρούσε εμένα. Τον ανοίγαμε και κοιμόμουνα το βράδυ και το πρωί τον μαζεύαμε και στολιζόταν και ήτανε σαν μικρό Αρχονταρίκι, που μπορούσα εγώ να ακούσω κάποιον λογισμό ή κάποιος να με συμβουλευτεί ή να ακούσει μια γνώμη, κάπως κατ’ιδίαν.
Ήρθαν λοιπόν ένα απόγευμα αυτό το ζευγάρι, τέσσερα άτομα και έφεραν μαζί τους την κυρά Φωτεινιώ. Θα ταν εξηντατριό, εξήντα τεσσάρων χρονών. Μια μικρόσωμη γυναίκα αλλά με πολύ φωτεινό Πρόσωπο. Και μου λέει: “Πάτερ μου, έμαθα οτι είστε από το Σινά. Και μου συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό και ήρθα να ρωτήσω Εσάς γιατί φοβούμε οτι δεν μπορώ να τα πω στον καθένα αυτά που μου συμβαίνουν». Λέω: “Ευχαρίστως, κυρία Φωτεινή μου. Περάστε».
 
Καθίσαμε λοιπόν στο μικρό Αρχονταρίκι και άρχισε να μου διηγείται οτι γεννήθηκε κάπου στη Στερεά Ελλάδα και στα εφτά της χρόνια ορφάνεψε. Έπεσε δυστυχώς σε άπληστους θείους οι οποίοι διαμέλισαν εν μια νυκτι την περιουσία της και την σφετεριστήκανε και την κακομεταχειριζόντουσαν. Αυτή η κακομοίρα, μικρή και ευαίσθητη, προσκολλήθηκε στη γειτόνισά της, την κυρά-παπαδιά η οποία ήταν και αυτή χήρα και είχε τρία κορίτσια. Ευτυχώς, η μεγάλη της είχε προλάβει να πάει στην Ακαδημία να γίνει δασκάλα και έτσι βγάζαν τα προς το ζειν. Αλλά επειδή ήταν νοικοκυρές, είχε μάθει η παπαδιά και τα άλλα κορίτσια και μάθαινε και την Φωτεινιώ, να κεντάνε προίκες για τις πλούσιες κοπέλλες, -τότε δεν υπήρχαν οι μηχανές και δεν υπήρχαν τα έτοιμα ενδύματα. Έτσι λοιπόν κεντούσαν τα μονογράμματα στα σεντόνια, στις μαξιλαροθήκες, στις πετσέτες και κάναν άλλα κεντήματα. Και βγάζαν τα προς το ζειν.
 
Δίπλα με την παπαδιά που καθόταν όλη την μέρα η Φωτεινιώ από τα εφτά της χρόνια, την άκουγε να προσεύχεται. Μα η παπαδιά μέσα στους Ψαλμούς που έλεγε, έλεγε και κάτι: «Φχαριστώ Συ. Φχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.» Την άκουγε να το λέει συνέχεια και σαν πεδούλα η κυρά Φωτεινιώ την ρώτησε: “Θειά παπαδιά, γιατί συνέχεια λες ευχαριστώ; Γιατί λες, Ευχαριστώ Συ Κύριε;» Λέει: «Τι να πω άλλο παιδί μου; Μας έδωσε τόσα αγαθά ο Θεός και μας έχει καλά και με την Χάρη του Θεού Τον γνωρίζουμε. Μόνο ευχαριστώ μπορώ να Του πω. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να ζητήσω».
 
Έτσι, η Φωτεινιώ μεγάλωσε και ενστερνίστηκε αυτή την Ευχή. Σαν να μην ήξερε άλλη Ευχή και σαν να μην ήξερε άλλη Προσευχή, ό,τι της συνέβαινε έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε».
Έμεινε μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια να κοιμάται στους θείους της στο σπίτι και το πρωι, πρωι-πρωί να φεύγει και να πηγαίνει στης κυρα-παππαδιάς και να της δίνει και εκείνη ένα χαρτζιλίκι έτσι ώστε να μην χρεώνει τους θείους της για τα δικά της έξοδα.
 
Στα δεκαεφτά της χρόνια, πήγε μια εκδρομή σε ένα Μοναστήρι, μαζί με την κυρα-παππαδιά και με την Ενορία, στην Βόρεια Ελλάδα σε ένα γυναικείο Μοναστήρι και πόθησε η κακομοίρα να γίνει Μοναχή. Της άρεσε τόσο πολύ αυτή η ζωή που κατανενυγμένη ζήτησε να γίνει. Όμως έπρεπε να έχει γονείς να την αφήσουν γιατί ήταν ανήλικη. Και έτσι γυρίζοντας βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο γεγονός οτι οι θείοι της για να την ξεφορτωθούν της είχαν βρει ένα γαμπρό ο οποίος φυσικά δεν θα ήταν και σόι αφού δεν ζήταγε προίκα. Έτσι λοιπόν σε ένα χρόνο, άρον άρον την παντρέψανε. Η κακομοίρα όμως αντιμετώπιζε το πρόβλημα οτι αυτός είχε καφενείο και δυστυχώς μάθαινε να πίνει και ήταν και έπινε και άλλες ουσίες εκεί στο καφενείο και τα πράγματα δυσκόλεψαν.
 
Γέννησε όμως, του χάρισε τρία παιδιά: ένα αγόρι, τον Φάνη και δύο κορίτσια. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους να σας πω. Αλλά θυμάμαι οτι είχε τρία παιδιά. Και η κακομοίρα προσπαθούσε να τα αναθρέψει με Νουθεσία Κυρίου. Αυτός όμως όποτε γύριζε από το καφενείο μεθυσμένος ή το παιδί το ένα ήταν άρρωστο ή γκρίνιαζε, προσπαθούσε να τα μαλώσει και να τα δείρει και αυτή η κακομοίρα έβαζε τον εαυτό της μπροστά και έτρωγε αυτή το ξύλο. Έτσι εκτός από τις βρισιές που δεχόταν, αυτή έτρωγε και το ξύλο, έτρωγε και κανα παιδάκι ξύλο. Και η κακομοίρα πάντοτε με την Ευχή «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Ποτέ δεν παραπονέθηκε.
Στα τέσσερα πέντε χρόνια του γάμου της, επειδή δεν πήγαινε καλά η επιχείρηση του άντρα της, τα ξαδέλφια του του είπανε: «’Ελα σε μας στην Πρωτεύουσα του νομού να βρούμε ένα καφενείο να βάλουμε το βιος μας με το βιος σου να κάνουμε ένα μεγάλο καφενείο». Όντως έτσι έγινε. Βρήκαν και ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού που είχε ένα πηγάδι και μια μικρή στάνη και μπορούσαν να επιβιώσουνε και οι δυο φτωχικά και όντως κάναν το καφενείο μεγαλύτερο αλλά σιγά σιγά ο καφενές έγινε καφετέρια, η καφετέρια έγινε καφέ-μπαρ και σιγά σιγά έγινε νυκτερινό κέντρο… Με πεταλουδίτσες, με διάφορα τυχερά παιγνίδια. Γυρνούσε αργά ο Ανέστης, δεν του άρεσε πια η κυρα-Φωτεινιώ, φώναζε, την έλεγε «μούχλα», την έλεγε «πανούκλα», την έλεγε «χολέρα». Την έβριζε, την ταπείνωνε. Εκείνη πάντοτε με ταπείνωση και πολύ καρτερία έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε»
 
Δεκαοχτώ χρόνια πέρασε αυτό το μαρτύριο. Δεν την αφήναν να πάει στην Εκκλησία και μου έλεγε με δάκρυα: “Πέρναν, παππά μου, τα παπούτσια μου και τα ρίχναν στο πηγάδι ή τα ρίχναν στη κοπριά για να μην μπορώ να πάω. Πώς θα πάω; Ξυπόλητη; Και τα έβγαζα, τα έπλενα και μετά τα φορούσα”. Και λέω: «Τον χειμώνα, κυρά Φωτεινιώ; Βρεμένα τα φορούσες;» «Οχι» λέει, «τα άλοιφα και με λίγο λάδι να μην με λέει η γειτονιά ανοικοκύρευτη. Και πήγαινα στην Εκκλησία και δεν με ένοιαζε.»
Έτσι λοιπόν μετά από δεκαοχτώ χρόνια δύσκολης ζωής, μια μέρα ήταν Καθαρή Δευτέρα, είχε έρθει ο κυρ-Ανέστης από βραδίς στο σπίτι, κατά τις τέσσερις το πρωί τα χαράματα και κοιμόταν, εκείνη ετοίμασε το πρωί τα καλαθάκια για τα παιδιά της, τα μπουγαλάκια τους με τα νηστίσιμά τους για να πάνε να γιορτάσουν τα Κούλουμα έξω στην ύπαιθρο, σηκώνεται μπουρινιασμένος ο κυρ-Ανέστης και λέει: «Φάνη σήκω. Και ετοίμασε την ψησταριά γιατί θα βάλουμε να ψήσουμε κρέας και να χορτάσουμε. Σήμερα κάλεσα τα παιδιά που είναι κλειστή η ταβέρνα να πιούμε να φάμε όλοι μαζί.» Και τόλμησε η κακομοίρα η κυρά-Φωτεινιώ να πει: «Βρε Ανέστη μου, σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα. Οι Χριστιανού όλοι νηστεύουν και τιμάνε την αρχή της Σαρακοστής, που στην Μεγάλη Βδομάδα ο Χριστός μας σταυρώθηκε για την Σωτηρία μας. Τι θα κάνουμε; Σαν τους Εβραίους να φάμε Καθαρά Δευτέρα κρέας;” “Ρε, εσύ θα με πεις, πανούκλα, Εβραίο, εσύ θα με πεις…» και εκεί που άρχισε να την φωνάζει και να την βρίζει, πέταγε τα πράγματα από το σαλόνι του στο σπίτι του, έσπαγε τα πράγματα και όπως πηγαίνει να την χτυπήσει…τον επισκέπτεται ο Κύριος εν βραχίονι ψηλό και πέφτει κατάχλωμος κάτω. Άρχισε να τρέμει, μαζευτήκαν τα παιδιά, άρχισε ο γιός να φωνάζει στην μάνα του «Εσύ φταις ρε μάνα γιατί τον σκότωσες τον πατέρα μας. Τι του έκανες;”…Ήταν κατάσταση τραγική. Ήταν και τεράστιος ο κυρ-Ανέστης. Ήρθαν οι γείτονες. Τον βάλαν στο κρεβάτι και όταν ήρθε ο γιατρός το μόνο που διαπίστωσε είναι οτι δυστυχώς είχε υποστεί ημιπληγία, είχε αγγιχτεί το κέντρο της ομιλίας του, είχε στραβώσει το στόμα του και το δεξί του χέρι και το δεξί του πόδι είχαν παραλύσει. Οκτώμισι χρόνια τον διακονούσε με υπομονή, χωρίς να λέει τίποτε παρά μόνο: “Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Τα παιδιά της την βασάνιζαν, την γιουχάρανε, την κοροιδεύανε, της κάναν τα ίδια, εκείνη υπέμενε λέγοντας πάντοτε: “Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Μούγκριζε καμιά φορά ο κυρ-Ανέστης. Λέω: “Πώς τα κατάφερνες κυρά Φωτεινιώ;” “Τι να κανα;” λέει «πάτερ μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Κι όταν πήγα μια φορά κοντά του, τότε με το αριστερό του χέρι, που ήταν το μόνο γερό, μου έπιασε την κοτσίδα και με κοπάναγε. Και δεν με άφησε πάρα μόνο μετά από μισή ώρα, όταν κουράστηκε το χέρι του. Τότε μόνο ησύχασε.» «Και το κανες αυτό συχνά κυρά Φωτεινιώ;» «Ε, Δόξα τω Θεώ. Όχι πολύ συχνά. Κανα δυο φορές την εβδομάδα. Λίγο να ξεκουράζεται. Γιατί ο καημένος έχει Άγχος». Και δεν τον κατέκρινε. Δόξα τω Θεώ, έλεγε. Και της τραβούσε τα μαλλιά μόνο δυο φορές την εβδομάδα. Τέλος πάντων.
 
Μια Παραμονή των Θεοφανείων μετά τα οκτώμισι χρόνια, ήταν οι Μεγάλες Ώρες. Και αφού η κακομοίρα πήρε τον μικρό Αγιασμό πήγε σπίτι της γρήγορα γρήγορα να ευπρεπίσει το σπίτι της, να ετοιμάσει το Καντήλι της, να θυμιάσει γιατί θα περνούσε ο παπα-Βασίλης να αγιάσει το σπίτι. Και όντως πέρασε ο παπα-Βασίλης. Και άγιασε το σπίτι. Και ήθελε- δεν ήθελε ο κυρ-Ανέστης τον διάβασε μια Ευχή, μουγκρίζοντας ο κυρ-Ανέστης γιατί δεν αγαπούσε τους παπάδες αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, πού θα πάει να σηκωθεί αφού ήταν παράλυτος; Τον διάβασε ο παπάς όμως και έφυγε.
 
Στο κατόπι όμως του παπα-Βασίλη, έρχεται ο Θεοφάνης. Ο Φάνης. Ο γιος. Και αρχίζει και φωνάζει: «Τι βρωμοκοπάει εδώ σαν τα νεκροταφεία; Και εσείς και τα νεκροταφεία σας. Άντε πάλι, μούχλα, εσύ. Πάλι θύμιασες; Και με τα θυμιατά σου τι βρήκαμε; Να, πίσω πάμε. Και τι ωφεληθήκαμε εμείς με τα θυμιατά σου;» και με τα νεύρα του, πετάει το Καντήλι, πετάει τις Εικόνες, ρίχνει τα κεριά και βγαίνει η κακομοίρα έξω για να δει τι γίνετε στο σαλόνι από την κουζίνα γιατι είχε ανοίξει φύλλο και ετοίμαζε πίττες γιατί θα ρχόντουσαν αύριο να την ευχηθούν και εκείνη και τον γιό της και να μην την δουν ανοικοκύρευτη και εκεί στα νεύρα του παίρνει τον πλάστη από τα χέρια της και της τον κοπανάει στο κεφάλι. Η κακομοίρα από τον πόνο λιποθύμισε και έπεσε κάτω. Και ήρθαν οι γειτίνισσες να την συνεφέρουν, της βάλαν και μια σακούλα με πάγο στο κεφάλι και όταν συνήλθε σε καμιά ώρα και είδε τον εαυτό της στο καθρέφτη, τρόμαξε. Είχε ένα καρούμπαλο τόσο μεγάλο σαν αβγό στο μέτωπό της. Και είχε αρχίσει να μελλανιάζει όλη η δεξιά πλευρά. «Πάτερ μου, στεναχωρήθηκα. Πώς θα πάω στην Εκκλησία με το καρούμπαλο; Πώς θα πάω μελανιασμένη; Τι θα λέει η γειτονιά για τα παιδιά; Καλά ο άντρας σου. Αλλά τα παιδιά; Θα με κουτσομπολεύουν και θα στεναχωριούντε.» «Τι έκανες, καλέ κυρά-Φωτεινιώ;» «Έβαλα όλη τη νύχτα κομπρέσσα παπά μου και είπα το πρωί να πω στην κόρη μου να μου δώσει λίγο από έκείνες τις πούδρες που βάζουνε να καλύψω το μελάνιασμα. Αλλά με το καρούμπαλο, τι θα έκανα; Σκέφτηκα, λέει, να βάλω ένα φακιόλι, ένα μαντήλι και να κάνω έτσι όπως κάνουν οι ευσεβείς και να πάω στη άκρη. Να μην πάω στην θέση που πήγαινα στην Εκκλησία.» «Και το κανες, κυρά-Φωτεινιώ;» Λέει:«Ναι. Σηκώθηκα πρωι πρωι». Σηκώθηκε η κακομοίρα, τακτοποίησε το σπίτι της, άλλαξε τον κυρ-Ανέστη, τον ξύρισε, τον έπλυνε, τον ετοίμασε, άναψε το Καντήλι της, θύμιασε και έφυγε τροχάδι για την Εκκλησία. «Μα σαν μπήκα, λέει, παπά μου μες στην Εκκλησία, ένα Ουράνιο Φως είδα μες στην Εκκλησία. Ένα φως που έφεγγε και τα πολυέλαια ήταν σβηστά» Λέω: «Και τι χρώμα είχε αυτό το Φως, κυρά-Φωτεινιώ» «Λευκογάλαζο, παπά μου. Άστραφτε το Φως. Κι εγώ, παρόλο που έκανε κρύο έξω τσουχτερό αισθανόμουνα μια θερμότητα. Μια θερμότητα και μια δροσιά. Και η καρδιά μου άνοιγε. Και έλεγα. “Ευχαριστώ συ Κύριε.”
 
Πήγα λοιπόν στη ακριανή πόρτα που είναι στα αριστερά, κει που κάθονται οι γυναίκες για να μπορώ να ατενίσω τον Παντοκράτορα, να χαίρομαι, να παρηγοριέμαι. Και όσο προχωρούσε η Λειτουργία τόσο αυτό το Φως αύξαινε. Και όχι μόνο αύξαινε παπά μου αλλά έπεφτε και μια χρυσόσκονη και άστραφτε όλο αυτό το Φως, σαν να είχε χιλιάδες μυριάδες αστέρια. Και σαν κοιτάω τον Παντοκράτορα, τι να δω παπά μου; Είχε…Έβγαινε Αυτό το Φως από το Φωτοστέφανο του Χριστού μας, από το Πρόσωπό Του, τα χεράκια Του, το Άγιο Ευαγγέλιο…και κάλυπτε τον κόσμο. Και όσοι ήταν στην Εκκλησία, άλλους τους έλουζε το Φως και έμπαινε μέσα τους το Φως και γινόντουσαν όλοι μια λαμπάδα. Φωτεινή. Γαλαζόασπρη. Στους άλλους δεν έμπαινε μέσα τους το Φως, όμως τους θώπευε.» Και την ρώτησα: «Ήρθε και σε σένα το Φως; Ήρθε στη γωνιά σου, στη γωνίτσα σου το Φως;» «A!Αμ, καλοήρθε παπά μου. Ήρθε.» «Πώς το αισθάνθηκες, κυρά-Φωτεινή;» «Σαν ένα χέρι που με θώπευε. Με άγγιζε από το μέτωπο, με χάιδευε στους ώμους, στα μπράτσα και στις παλάμες. Και μετά με πήγαινε αριστερά. Και το ίδιο πράγμα. Και άνοιξε η καρδιά μου παπά μου και άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυά μου μετά.
 
Και όχι μόνον αυτό. Αλλά το Χέρι Αυτό μου επούλωσε τις πληγές, μου έκλεισε τις πληγές όλες. Τριανταπέντε χρόνια πληγές που είχα. Τα βρισίδια, τους ξυλοδαρμούς, τους βιασμούς, το ξύλο, την ταπείνωση…όλα μου τα υπούλωσε ο Χριστός. Τίποτε δεν αισθανόμουνα. Αισθανόμουνα μια απέραντη ευφορία. Αλλά και κάτι Άλλο παπά μου. Με κλειστά τα μάτια, έβλεπα τα γινούμενα στη Λειτουργία. Έβλεπα τα πάντα. Έβλεπα την Μεγάλη Είσοδο, είδα τους Πατέρες, είδα τη Λειτουργία όλη. Την έζησα στον Παράδεισο…Ξαφνικά όμως είδα τις γυναίκες να αρχίσουν να κινούνται και κατάλαβα οτι πάμε για να κοινωνήσουμε. Ήρθε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Ετοιμάστηκα. Και όπως κοίταζα να δω το τσεμπέρι μου, τι να δω; Το Χέρι μου είχε κάνει καλά και το καρούμπαλο. Δεν είχα ούτε καρούμπαλο. Είχε φύγει το καρούμπαλο. Και με μεγάλη χαρά ότι δεν θα εκτεθώ στη γειτονιά, στάθηκα στη σειρά. Αλλά είπα να δω, κι έτσι δεξιά να δω, ποιος Κοινωνάει; Ο παπά-Βασίλης που ήρθε και μας άγιασε ή ο παπά-Γιάννης; και ξαφνικά, παπά μου…Ούτε ο παπα-Βασίλης ήτανε. Ούτε ο παπα-Γιάννης.
Ένας Δεσπότης… Μα τι Δεσπότης…Τι χρυσά Άμφια φορούσε. Τι διαμάντια και μπριλάντια είχαν πάνω τα ρούχα Του. Άστραφτε ολόκληρος. Και φορούσε μια Κορώνα…Όχι σαν Αυτές των Δεσποτάδων. Μια Βασιλική Κορώνα. Που άστραφταν χιλιάδες τα μπριλάντια και τα διαμάντια. Και πάνω στην Κορώνα Του είχε Αγγέλους. Μα και δίπλα Του είχε δύο Παραστάτες Αγγέλους που κρατούσαν το Μάκτρο. Με έπιασε τρόμος. Τα Χέρια Του, το Πρόσωπό Του έφεγγαν σαν τον Ήλιο. Και κρατούσε μια χρυσή λαβίδα. Αλλά δεν είχε μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, είχε ένα κάρβουνο αναμμένο. Και η δόλια, λέω, η κακομοίρα, τι θα κάνω; πώς θα Κοινωνήσω το κάρβουνο; Φαίνεται τέτοια Τυπικά έχουν σήμερα. Άλλος Δεσπότης ήρθε και άλλες συνήθειες έχουν. Και τι να κάνω εγώ; Και πώς θα καώ; Και θα βάλω τις Φωνές στον κόσμο;» «Και τι έκανες, βρε κυρά-Φωτεινιώ; Δεν Κοινώνησες;» «Όχι, λέει. Προφασίστηκα ευγένεια. Και πήγα στην άκρη και έλεγα “Περάστε. Περάστε και εσείς.” Ε. Περάσανε καμια εικοσιπενταριά που ήταν στην ουρά…Μετά δεν είχε άλλο ‘περάστε’. Έπρεπε να μπω εγώ στη σειρά.» «Τι έκανες, κυρά-Φωτεινιώ;» «Τι έκανα λέει; Πλησίασα και κοιτάζοντας χαμηλά μην μπορώντας να δω το Πρόσωπο του Δεσπότη, ακόμα και τα παπούτσια Του παπά μου χρυσά ήτανε. Και οι ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΙΠΛΑ Του σαν να μην πατούσαν στη γη. Και είπα: ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΥ. Άντε ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ. Ας Είσαι ΕΣΥ και ας καώ. ΕΣΥ να είσαι και ας καώ. Κι εγώ θα Κοινωνήσω. Έκλεισα τα μάτια μου, έβαλα το Μάκτρο ( κόκκινο ύφασμα που κρατάμε κάτω από το στόμα μας κατά την Θεία Μετάληψη) κάτω από το στόμα μου και άνοιξα το στόμα μου.» «Κοινώνησες, κυρά-Φωτεινιώ:» «Κοινώνησα παπά μου» «Κάηκες κυρά Φωτεινιώ;» «Όχι παπά μου. Δροσίστηκε η Ψυχή μου. Άνοιξε η Καρδιά μου. Και άρχισα να λέω από την καρδιά μου: “Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Σε Ευχαριστώ Συ Κύριε. Και άρχισα φαίνετε να το λέω δυνατά και ξαφνικά ακούω τη φωνή του παπα-Βασίλη να μου λέει: “Κυρά-Φωτεινιώ είσαι καλά;” Και ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μπροστά στον παπά-Βασίλη που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο και σκέπαζε με το Μάκτρο.
 
Και λέω: ‘Παναγία μου, θα ρεζιλευτώ”….και πήγα στην άκρη και σκεφτόμουνα:”Όλα αυτά που είδα παπά μου ήταν αληθινά; Λες να ταν φαντασία; Μα είδα τον Δεσπότη, είδα τους Αγγέλους, είδα τόσα πράγματα, κοινώνησα, είμαι τρελλή;” Μόλις τελείωσε ο Αγιασμός και πήγα σπίτι μου, μπήκα αμέσως στην αποθηκούλα να αλλάξω τα ρούχα μου για να βάλω τα ρούχα του σπιτιού και να βάλω την ποδιά μου να ετοιμάσω το φαγητό. Και σαν ντύθηκα, κάτι μου μύριζε το σπίτι. Και μπαίνω μέσα στο σαλόνι και τι να δω: η μικρή μου θυγατέρα κρατούσε ένα θυμιατό και θύμιαζε τις Εικόνες. Στη θέση Τους οι Εικόνες, ευπρεπισμένο το καντηλάκι μου, αναμένα τα κεράκια μου και δίπλα στην Παναγία ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια. Και μου λέι η κόρη μου:”Χρόνια πολλά μάνα. Σήμερα μεγάλη ημέρα. Είπαμε να θυμιάσουμε μιας και σου αρέσει να θυμιάζεις το σπίτι. Αλήθεια μας έφερες αντίδωρο;” και εγώ έμεινα… και σκεφτόμουν: “τριανταεφτά χρόνια σε αυτό το σπίτι δεν μου ζητήσανε ποτέ Αντίδωρο”. Και απαντούσα στην κόρη μου: ‘Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.”» Κι έρχεται και ο γιός μου από το κατόπι μου στο πλάι και σκύβει ταπεινά και μου φυλάει το χέρι και μου λέει: “Συχώρα με μάνα. Συχώρα με.” Και εγώ απαντούσα:”Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.” Και ακούω τον Ανέστη να μου φωνάζει και μπαίνω βιαστική να δω μήπως ήθελε κάτι και τον βλέπω καθήμενο στο κρεβάτι του και μου έκανε σινιάλο με το αριστερό του χέρι. Και σαν τον είδα είχε μια ηλαρότητα το πρόσωπό του και μια γλυκύτητα τα μάτια του. Και του δίνω το χέρι μου νομίζοντας θέλει να καθίσει και αυτός αρχίζει και μου το φιλούσε. Μέσα και έξω παπά μου μου το φιλούσε κλαίγοντας και μου λεγε με το μισό του στόμα:”Συχώρα με Φωτεινιώ. Συχώρα με να χαρείς.” Και έρχεται πίσω το παιδί…Και εγώ απαντούσα:”Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω” και έρχεται το παιδί μου πάλι και με φιλάει στο μέτωπο εκεί που ήταν το καρούμπαλο και μου λέει:”Συχώρα με μάνα. Δεν θα το ξανακάνω. Την Ευχή σου να χω μάνα” Κι εγώ απαντούσα:”Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.”
 
Κι εδώ σταμάτησε η διήγηση της κυρά-Φωτεινιώς. Για είκοσι λεφτά πλάνταξε στο κλάμα. Κι αφού συνήλθε με ρώτησε με μια παιδική απλότητα, σαν μικρό κοριτσάκι ένοχο:” Πάτερ μου είμαι κουζουλή; Τρελλάθηκα. Λες να με κλείσουν στο Δρομοκαίτειο; Λες να είμαι για δέσιμο και είδα τόσες φαντασίες; Λες να είμαι τρελλή; Τι θα πεις Πάτερ;Τι γνώμη έχεις; Είμαι κουζουλή; Κουζουλάθηκα;» Κι εγώ απάντησα:»Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν για την ύπαρξή σου κυρά-Φωτεινιώ τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.»
 
Η κυρά-Φωτεινιώ δεν ήταν ο Άγιος Χρυσόστομος, ούτε ο Άγιος Νείλος, ούτε ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ούτε ο Μέγας Παϊσιος. Ήταν μια Ψυχή σαν κι εσάς, σαν κι εμάς. Απλώς έμαθε καλά στην καρδιά της να λέει: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» και ο Θεός την πλήρωσε πλουσιοπάροχα. Θα σας πω και την έκβαση γιατί ξερω πως θα χαρείτε. Σήμερα, χήρα πια η κυρά-Φωτεινιώ, είναι Μοναχή και πηγαίνουν τα παιδιά της και της φιλούν το χέρι και το μέτωπο. Και έχω την χαρά μια φορά τον χρόνο να πάω κι εγώ να της φιλάω το χέρι. Και εκείνη καθετε εκεί και αφουγκράζεται και θυμάται τον Δεσπότη Χριστό, που την κοινώνησε με την χρυσή Λαβίδα το Τίμιο Φρικτό Σώμα και Αίμα Του.
Είθε η Χάρις του Θεού να λαβώσει στην Καρδιά μας την Άπειρη αγάπη Του και να μας διδάξει από τα κατάβαθα τα τρίσβαθα της καρδιάς μας αναβαθμίζοντας την δική μας παιδική Προσευχή σε ευχαριστιριακή να λέμε και εμείς δίνοντας το μπόλι της καρδίας και του σώματος: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω πάντων ένεκεν».