Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Η Νηστεία των Αγίων Αποστόλων

Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος

Στις σημερινές ημέρες, είναι θλιβερό να μην γνωρίζουμε βασικά πράγματα της πίστεως μας, κάτι που οφείλουμε να κάνουμε αν θέλουμε να είμαστε πραγματικοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Ένα από τα πολλά θέματα που διαφεύγουν την προσοχή των πιστών ή πολλές φορές αγνοείται, είναι το θέμα της νηστείας. Λίγοι είναι αυτοί που ξέρουν ποιες νηστείες έχει η Εκκλησία και τη σημασία τους. Πέραν από την νηστεία της Τετάρτης και Παρασκευής, υπάρχει η νηστεία των Χριστουγέννων, του Πάσχα, του Δεκαπενταυγούστου και των Αποστόλων, στο οποίο θα μιλήσω σε αυτό το άρθρο.

Για όλες τις νηστείες, δυστυχώς, οι πλειοψηφία των Χριστιανών Ορθοδόξων έχουν παντελή άγνοια. Αλλά από όλες τις «εν’αγνοία» νηστείες μας, αυτή που οι περισσότεροι δεν ξέρουν είναι η νηστεία των αγίων Αποστόλων.

Η νηστεία αυτή γίνεται προς ανάμνηση του μαρτυρικού θανάτου των πρωτοκορυφαίων αποστόλων, Πέτρου και Παύλου που έγινε κατά το διωγμό του Νέρωνος.[1] Αυτή η νηστεία είναι κινητή και εξαρτάται από πότε θα είναι το Πάσχα που άλλοτε μπορεί να διαρκέσει ένα μήνα, άλλοτε και καθόλου αν η Κυριακή των Αγίων Πάντων πέσει μετά τις 27 Ιουνίου.

Η νηστεία αυτή ξεκινά την Δευτέρα μετά τη Κυριακή των Αγ. Πάντων και τελειώνει στις 29 Ιουνίου. Υπάρχουν και ιστορικές μαρτυρίες για την αρχαιότητα αυτής της νηστείας και στις Αποστολικές Διαταγές αλλά και στον Μέγα Αθανάσιο. Την ονομασία «Νηστεία των Αγίων Αποστόλων» την πήρε από την Εκκλησία της Συρίας, πριν ακόμη καθιερωθεί η 29η και 30η Ιουνίου ως εορτή των αποστόλων Πέτρου και Παύλου και των Αποστόλων. Η εορτές εισήχθησαν από την Κωνσταντινούπολη στη Ρώμη κατά τον Ε’ αιώνα.[2]

Αυτή είναι η σύντομη ιστορία της νηστείας των Αγ. Αποστόλων  που έχει κατάλυση οίνου, ελαίου και ιχθύος. Είναι αρχαία νηστεία εφόσον μαρτυρείται στις Αποστολικές Διαταγές, Μέγα Αθανάσιο και Αγ. Θεόδωρο Στουδίτη. Οφείλουμε να ακολουθούμε την Εκκλησία με αυτά που μας ορίζει να ακολουθούμε ως πιστοί (όσο μπορεί ο καθένας). Πρέπει να μελετάμε όμως, να μην μένουμε στο σκοτάδι για πράγματα της πίστεως μας που είναι άκρως αναγκαία για τη σωτηρία μας. Η νηστεία δεν είναι ο σκοπός αλλά το μέσο που θα μας φέρει κοντά στον Θεό. Να μελετάμε πάντα την Αγ. Γραφή, τους αγίους Πατέρες για να παίρνουμε τροφή και δύναμη για να αυξήσουμε την πνευματική μας ζωή. Εύχομαι να μας φωτίζει και να μας δυναμώνει ο Θεός και οι Άγιοι Απόστολοι στον πνευματικό μας αγώνα!





[1] Χρήστου Ενισλείδου, Ο Θεσμός της Νηστείας, σελ. 118
[2] Βασίλειος Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 293 - 296

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Η ΧΡΕΩΚΟΠΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 15η  Ιουνίου 2015.

Η έξαρση του θρησκευτικού φανατισμού τα τελευταία χρόνια με την ανελέητη σφαγή χριστιανικών πληθυσμών από τους τζιχαντιστές μουσουλμάνους στο όνομα του Αλλάχ, στις χώρες της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής, αλλά και οι συνεχείς τρομοκρατικές ενέργειες φανατικών ισλαμιστών αποτελεί πλέον μια ζοφερή πραγματικότητα, που έχει συγκλονίσει την παγκόσμια κοινή γνώμη. Μια πραγματικότητα που έκανε αισθητή την εμφάνισή της ήδη από την δεκαετία του 80 και που αντί να υποχωρεί όλο και περισσότερο γιγαντώνεται και τείνει να λάβει τρομακτικές διαστάσεις με αποτέλεσμα να απειλείται πλέον σαφέστατα η παγκόσμια ειρήνη και η ευημερία των λαών. Στην πολιτική εφημερίδα «Αυγή» δημοσιεύθηκε πρόσφατα (29.5.2015), άρθρο με τίτλο «Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΗΓΕΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ» ανωνύμου συντάκτου, ο οποίος αφ’ ενός μεν επισημαίνει την κρισιμότητα της καταστάσεως και αφ’ ετέρου υποδεικνύει ότι ο μόνος τρόπος αντιμετωπίσεώς της είναι ο διάλογος μεταξύ των πολιτισμών και των θρησκειών και κατ’ επέκτασιν μεταξύ των πολιτικών και των θρησκευτικών ηγετών. Κάνει ακόμη λόγο για τα μέχρι σήμερα διεξαχθέντα παγκόσμια Διαθρησκειακά Συνέδρια, τα οποία θεωρεί αναγκαιότατα για την επίτευξη της παγκόσμιας ειρήνης και αναγγέλλει, ότι φέτος θα διεξαχθεί στην Αστάνα του Καζακστάν το 5ο Συνέδριο των παγκόσμιων παραδοσιακών θρησκευμάτων με γενικό θέμα «Ο διάλογος των θρησκευτικών ηγετών και των πολιτικών για την κυριαρχία της ειρήνης και της ανάπτυξης».
Και άλλες φορές στο παρελθόν ασχοληθήκαμε με το θέμα των Διαθρησκειακών Διαλόγων και Συνεδρίων σε άρθρα και μελέτες μας, όπου ετονίσαμε ότι η διοργάνωση των εν λόγω Διαλόγων και Συνεδρίων, εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο του Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού. Τα Συνέδρια αυτά προωθήθηκαν από πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες, διότι θεωρήθηκαν ως μία αναγκαιότητα για την αντιμετώπιση όχι μόνον του θρησκευτικού και ιδιαίτερα του ισλαμικού φανατισμού, αλλά και άλλων ποικίλων κοινωνικών προβλημάτων που μαστίζουν την ανθρωπότητα, για την προώθηση της παγκόσμιας ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της αδελφοσύνης μεταξύ των λαών. Στην πραγματικότητα όμως εξυπηρετούν και προωθούν τα σκοτεινά σχέδια  της Νέας Εποχής, την ομογενοποίηση όλων των θρησκειών, προκειμένου έτσι να οικοδομηθεί το νέο θρησκευτικό μοντέλο της πανθρησκείας του Αντιχρίστου.
 Το τραγικό σ’ όλη αυτή την ιστορία είναι το γεγονός, ότι η αγία Ορθόδοξος Εκκλησίας μας θεωρήθηκε ως θρησκευτικό και πολιτιστικό μέγεθος, ως μια από τις πολλές θρησκείες του κόσμου. Θεωρήθηκε συνυπεύθυνη για το φαινόμενο της θρησκευτικής βίας και επιστρατεύθηκε μαζί με τις άλλες θρησκείες για να υπηρετήσει εγκόσμιους ρόλους,για να συμβάλλει και αυτή στην καταστολή  του θρησκευτικού φανατισμού και στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών.
Ωστόσο, όπως ήδη έχουμε τονίσει σε προηγούμενες δημοσιεύσεις μας, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι θρησκεία, «αλλά καινή κτίσις» (Β΄ Κορ.5,17), είναι αποκάλυψη Θεού και όχι ανθρώπινη ανακάλυψη. Όσοι δε εσφαλμένα την θεωρούν ως θρησκεία, ουσιαστικά την υποβιβάζουν σε ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα και την εξισώνουν με τις άλλες θρησκείες, οι οποίες ευθύνονται τα μέγιστα για τη διαχρονική κακοδαιμονία του κόσμου, καθώς και για τη σύγχρονη φρίκη της θρησκευτικής βίας. Για την θρησκειοποίηση της Εκκλησίας βαρύτατη ευθύνη φέρουν οι θιασώτες του Οικουμενισμού, οι οποίοι όχι μόνον δέχονται να συμμετέχουν ως ισότιμα μέλη  στα εν λόγω Διαθρησκειακά Συνέδρια, αλλά επί πλέον διακηρύσσουν και προβάλλουν την βλάσφημη ιδέα,  ότι οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ πιστεύουν στον ίδιο Θεό. Δεν έχουν επίσης κατανοήσει και συνειδητοποιήσει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ποτέ δεν καλλιέργησε μέσα στους κόλπους της τον θρησκευτικό φανατισμό και ποτέ δεν ενεθάρρυνε τα μέλη της σε άσκηση σωματικής βίας σε αιρετικούς και αλλοθρήσκους και αθέους, εξ αιτίας της αλλότριας πίστης των. Ούτε ποτέ βεβαίως αρνήθηκε την συνύπαρξη και συμβίωση με ανθρώπους διαφορετικών πίστεων, έχοντας υπ’ όψιν της τον λόγο του Κυρίου μας «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν…» (Μαρκ.8,34)  και σεβόμενη την ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου.Κατ’ αντίθεση βέβαια με άλλες θρησκείες, συμπεριλαμβανομένων των τραγικών εκπτώσεων του Χριστιανισμού, του Παπισμού και τουΠροτεσταντισμού, όπου  έχουμε πάμπολλα συγκεκριμένα παραδείγματα θρησκευτικής βίας. Η ιστορική τους πορεία μέχρι σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας αδιάκοπος αγώνας επιβολής της θρησκευτικής των ιδεολογίας δια της βίας.
Μία ακόμη αλήθεια η οποία δεν έχει κατανοηθεί δεόντως,είναι το γεγονός, ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να μεταβληθεί σε έναν εγκόσμιο ειρηνευτικό οργανισμό, ούτε είναι δυνατόν να εγκλωβιστεί σε εγκόσμιους ρόλους, διότι τότε μοιραία εκκοσμικεύεται και εκφυλίζεται, χάνει την σωτηριολογική της αποστολή. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι θεανθρώπινος οργανισμός, που σκοπό έχει να προσλάβει και να θεώσει τον κόσμο, και όχι να γίνεται η ίδια κόσμος. Αποστολή της Εκκλησίας είναι να ειρηνεύσει τον άνθρωπο με τον Θεό, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ειρηνεύσουν και οι άνθρωποι στη συνέχεια μεταξύ τους. Να προσφέρει τον Χριστόν, τον μόνον ειρηνοποιόν, ο οποίος είναι «η ειρήνη ημών» (Εφ.2,14) κατά τον απόστολο. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ειρήνη δεν σημαίνει την απουσία πολέμου, αλλά είναι καρπός του αγίου Πνεύματος: «ο δε καρπός του Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη…» (Γαλ.5,22). Εξ άλλου και ο ίδιος ο Χριστός την αντιδιαστέλλει από την κοσμική ειρήνη: «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν, ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιω.14,27). Πέραν τούτου τόσον οι άγιοι απόστολοι, όσον και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας εν μέσω πολέμων και αιματοχυσιών έζησαν και έδρασαν. Ποτέ όμως δεν διανοήθηκαν να συμμαχήσουν και να συνεργαστούν με άλλες θρησκείες και αιρέσεις για να υπηρετήσουν μία κοσμικού τύπου παγκόσμια ειρήνη. Πέραν τούτου, η ειρήνη δεν είναι πάντοτε επαινετή, ούτε ο πόλεμος πάντοτε κακός.Υπάρχει κακή ειρήνη, όταν συμβιβαζόμαστε με την πλάνη και προδίδουμε την πίστη και καλός πόλεμος, για τον οποίον ομιλεί ο ίδιος ο Χριστός: «Μη νομίσητε, ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην, ουκ ήλθονβαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ.10,34-36). Ο δε άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σχολιάζει: «Ου γαρ πανταχού ομόνοια καλόν. Και επί του πύργου εκείνου, (της Βαβέλ), την κακήν ειρήνην η καλή διαφωνία έλυσε και εποίησε ειρήνην».  Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος επιβεβαιώνει: «Κρείττων γαρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού».
Αλλά μήπως οι μέχρι τώρα γενόμενοι Διάλογοι έφεραν κάποιο αποτέλεσμα; Ίσχυσαν να καταστείλουν τον θρησκευτικό φανατισμό, να αποτρέψουν την ανελέητη σφαγή χιλιάδων αθώων θυμάτων από τους τζιχαντιστές; Όχι βέβαια. Απεναντίας μάλιστα ο θρησκευτικός φανατισμός γιγαντώνεται όλο αι περισσότερο. Ας λάβουν λοιπόν υπ’ όψιν τουλάχιστον αυτή την διαπίστωση οι θιασώτες του Οικουμενισμού και ας σταματήσουν τους άκαρπους και επιζήμιους διαλόγους για να παύσει το σκάνδαλο και να ειρηνεύσει ο πιστός λαός του Θεού.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών.


Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΑΠΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟ «Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ»

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 11η  Ιουνίου 2015.

ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΑΠΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟ «Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ»

   Ήδη έχουμε αναφερθεί σε παλαιότερη ανακοίνωσή μας στην διοργάνωση, στις 21 Απριλίου 2015, Διεθνούς Επιστημονικής Ημερίδας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. με θέμα: «Φραγκίσκος Α΄ Επίσκοπος Ρώμης-Βαρθολομαίος Α΄ Οικουμενικός Πατριάρχης. Πρότυπα θρησκευτικών ηγετών στον 21ο αιώνα». Στην ανακοίνωσή μας εκείνη σκιαγραφήσαμε με πολλή συντομία, ποια είναι τα αληθινά πρότυπα των εκκλησιαστικών ηγετών και καταδείξαμε, ότι πρόσωπα που κακοδοξούν σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εκκλησιαστικοί ηγέτες της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ούτε επίσης σκοτεινά και διαβεβλημένα πρόσωπα, που κατηγορήθηκαν στο παρελθόν για αξιόποινες πράξειςμπορούν να θεωρηθούν ως θρησκευτικοί ηγέτες. Στην παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε αφορμή από περίληψη εισηγήσεως στηνως άνω Ημερίδα του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Π. Βασιλειάδη με θέμα: «“Η χαρά του Ευαγγελίου”: Μια Ορθόδοξη ιεραποστολική αποτίμηση», η οποία δημοσιεύτηκε στην εν Αθήναις εφημερίδα των παπικών «Καθολική» (αρ.φυλ.151, 30-4-2015).
Στην εισήγησή του αυτή ο εν λόγω καθηγητής προσπαθεί να σκιαγραφήσει και να αποτιμήσει, (από Ορθοδόξου, υποτίθεται, πλευράς), το πρόσωπο του σημερινού Πάπα με βάση την πρώτη προσωπική του Εγκύκλιο το Νοέμβριο του 2013 με τίτλο «η χαρά του Ευαγγελίου», (Evangelii Gaudium). Η εγκύκλιος αυτή κατά την εκτίμηση του καθηγητή σηματοδοτεί όχι μόνο «τη νέα απρόσμενη καμπή στη ιστορία του Χριστιανισμούαλλάκαι κείμενο που οδηγεί στην άρση και του τελευταίου ουσιαστικού εμποδίου για την ενότητα των Χριστιανών και την ένωση των παραδοσιακών εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως» (!) Θεωρεί ακόμη ότι «ότι ο σύγχρονος χριστιανικός κόσμος, και όχι μόνον η Καθολική Εκκλησία, διαιρείται πλέον στην προ της παπικής εγκυκλίου “η χαρά του ευαγγελίου” της 24ης Νοεμβρίου του 2013, και στην μετά απ’ αυτήν»(!).
Ωστόσο οι παρά πάνω δηλώσεις αποτελούν υποκειμενικές κρίσεις και αυθαίρετα συμπεράσματα, που δεν μπορούν να έχουν κανένα έρεισμα και καμιά δικαίωση στην Ορθόδοξη παράδοσή μας, αλλά ούτε επίσης και στα εκκλησιαστικά γεγονότα των τελευταίων ετών. Διότι κατά ποία έννοια η παπική εγκύκλιος αίρει «και το τελευταίο ουσιαστικό εμπόδιο για την ενότητα των Χριστιανών και την ένωση των παραδοσιακών εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως»; Μήπως στην εγκύκλιο αυτή ο Πάπας ανεκάλεσε τις δεκάδες αιρετικές διδασκαλίες που επισώρευσε ο Παπισμός τα τελευταία χίλια χρόνια, αφότου αποκόπηκε από τον κορμό της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας; Δεν γνωρίζει και δεν  παρακολουθεί το αδιέξοδο, στο οποίο έχει φθάσει ο θεολογικός διάλογος με τους παπικούς; Δεν άκουσε από τα πλέον επίσημα χείλη και αυτών των υπεραισιόδοξων οικουμενιστών, ότι ο θεολογικός διάλογος «βάλτωσε» και «ναυάγησε»;
   Κατά τον καθηγητή, η παπική εγκύκλιος είναι ακόμη «το πιο ριζοσπαστικό ιεραποστολικό κείμενο της νεώτερης ιστορίας», που έχει «δύο κυρίαρχους άξονες: α) η εγκατάλειψη της κατανόησης της Εκκλησίας ως φρουρίου (και παραδόσεως με διάφορα κεκτημένα, συμπεριλαμβανομένων και των θεολογικών) που πρέπει να υπερασπιζόμαστε με αμυντική διάθεση απέναντι στον έξω κόσμο και τα ιδεολογικά του ρεύματα, και η επιστροφή στην ιεραποστολική και διακονική “έξοδο” της Εκκλησίας στον κόσμο, ιδιαίτερα των πτωχών και κατατρεγμένων, και β) η εγκατάλειψη της έννοιας της αμαρτίας ως “ατομικού” κακού και η υιοθέτηση της αμαρτίας με την παραδοσιακή βιβλική έννοια του “δομικού” κακού».
Με βάση τα παρά πάνω ο Πάπας προτρέπει στην εγκύκλιό του τους οπαδούς του να παύσουν να κατανοούν την παπική «Εκκλησία» ως φρούριο και ως παράδοση με διάφορα κεκτημένα, συμπεριλαμβανομένων και των θεολογικών, και με εφόδιο την νέα αυτή «κατανόηση», να εξέλθουν ιεραποστολικά στον μη χριστιανικό κόσμο προκειμένου να ευαγγελιστούντον Χριστό. Μόνο έτσι θα νοιώσουν την «χαρά του Ευαγγελίου», την χαρά της μεταδόσεως του ευαγγελικού μηνύματος. Η «έξοδος» αυτή όμως δεν θα πρέπει να είναι μόνο «ιεραποστολική», αλλά και «διακονική» προς «τους πτωχούς και κατατρεγμένους», δηλαδή να έχει και φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Επίσης τους προτρέπει να παύσουν να κατανοούν την αμαρτία ως «“ατομικό” κακό»,αλλά να την θεωρούν «δομικό κακό».
Είναι γεγονός ότι εδώ ο Πάπας εκφράζεται με ένα εντυπωσιακό και ριζοσπαστικό τρόπο, χωρίς ωστόσο να αφίσταται από τις προδιαγραφές της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1962-1965). Η ιδέα της «εγκατάλειψης της κατανόησης της Εκκλησίας ως φρουρίου….», εκφράζει ουσιαστικά την νέα περί Εκκλησίας θεολογική αντίληψη που κυριάρχησε στην Β΄  Βατικανή.  Εκφράζει το άνοιγμα του Παπισμού προς τις μη ρωμαιοκαθολικές κοινότητες, (Ορθοδοξία, Προτεσταντισμός), στα πλαίσια του Παπικού Οικουμενισμού και την αναγνώριση σ’ αυτές βαθμών εκκλησιαστικότητος. Σε αντίθεση βέβαια με την προ της Β΄ Βατικανής επικρατούσα κατάσταση, η οποία ήταν τέτοια που το επίσημο Βατικανό δεν άφηνεπεριθώριο να γίνει λόγος περί άλλης εκκλησιαστικής πραγματικότητος εκτός αυτής του Παπισμού.
Μια περαιτέρω ανάλυση του βαθυτέρου νοήματος της παπικής εγκυκλίου μας δίδει ο Πρόεδρος της Συνόδου για τον Ευαγγελισμό των Λαών, καρδινάλιος Φερνάντο Filoni, ο οποίος παρατηρεί ότι «η χαρά του Ευαγγελίου είναι η βάση για τον ευαγγελισμό. Γεννιέται και ξαναγεννιέται στην προσωπική συνάντηση με τον Ιησού, από τον οποίο προέρχεται η αλλαγή στη ζωή και το ιεραποστολικό πνεύμα. Στην πραγματικότητα, η χαρά, από τη φύση της, πάντα επιδιώκει να επικοινωνεί: “Αν κάποιος εγκολπώθηκε αυτή την αγάπη που του ξαναδίνει το νόημα της ζωής, πώς μπορεί να συγκρατήσει την επιθυμία να τη μεταδώσει στους άλλους;” Ο ευαγγελισμός είναι η φυσική συνέπεια αυτής της χαράς, η οποία συνίσταται στη συνάντηση με τον Κύριο και ανανεώθηκε από Αυτόν: “Η Εκκλησία δεν αυξάνεται διά του προσηλυτισμού, αλλά δια της προσέλκυσης».
    Όμως η χαρά, που πηγάζει από την μετάδοση του ευαγγελικού μηνύματος, δεν είναι ένας νοσηρός συναισθηματισμός, αλλά καρπός της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, είναι άκτιστη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, η οποία είναι παρούσα μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και ποτέ μέσα στην αίρεση. Ούτε επίσης είναι δυνατή μια «προσωπική συνάντηση με τον Ιησού» μέσα στην αίρεση. Είναι φανερό ότι η παπική εγκύκλιος ομιλεί για βιώματα και καταστάσεις, που ούτε ο ίδιος ο Πάπας ποτέ τις εβίωσε, ούτε είναι δυνατόν να τις βιώσουν οι ιεραπόστολοιτου Παπισμού. Πέραν αυτών ο Πάπας εδώ εκφράζεται και με υποκρισία, διότι ενώ καταδικάζει τον προσηλυτισμό ως αδόκιμο τρόπο ιεραποστολικής δράσεως, παράλληλα όμως δεν καταργεί την Ουνία, η οποία όπως είναι γνωστό δεν παύει μέχρι σήμερα να ασκεί δόλιο προσηλυτισμό στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Στην Εγκύκλιό του ο εξ’ Αργεντινής Ποντίφικας παρουσιάζεται (και) ως προστάτης των φτωχών και των κατατρεγμένων. Με πολλή οργή επιτίθεται εναντίον του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και της σύγχρονης «ειδωλολατρίας του χρήματος». Γράφει: «Καθώς η εντολή ου φονεύσεις θέτει ένα καθαρό όριο για την αξία της ανθρώπινης ζωής, οφείλουμε να πούμε όχι στην οικονομία του αποκλεισμού και της ανισότητας». Και αφού κατακεραυνώνει την εκμετάλλευση και την αδικία, κάνει λόγο για μια νέα, «αόρατη τυραννία» των χρηματοπιστωτικών αγορών, δείχνοντας μάλιστα συμπαθητική κατανόηση στις λαϊκές εξεγέρσεις εναντίον αυτής της τυραννίας. «Η κοινωνική ειρήνη», σημειώνει ο Ποντίφικας, «δεν μπορεί να γίνεται νοητή ως απλή έλλειψη βίας, συνεπεία της ολοκληρωτικής επιβολής της μιας πλευράς πάνω στην άλλη... ως εφήμερη ειρήνη προς όφελος μιας ευτυχισμένης μειονότητας. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το κοινό αγαθό τοποθετούνται υπεράνω της γαλήνης εκείνων που δεν θέλουν να παραιτηθούν των προνομίων τους».
Αν δεν ήξερε κανείς ότι συντάκτης αυτών των δηλώσεων είναι ο Πάπας, ο οποίος, ως αρχιεπίσκοπος Μπουένος Άιρες, υπήρξε συνένοχος για διώξεις και βασανισμούς λαϊκών και κληρικών στην εποχή της στρατιωτικής δικτατορίας, θα μπορούσε να πιστέψει, ότι έχει να κάνει με κάποιο Ορθόδοξο ιεροκήρυκα, που δαπάνησε όλη την περιουσία του στην ανακούφιση των πτωχών, ή με κάποιον εκπρόσωπο της «Θεολογίας της Απελευθέρωσης», που έδρασε στη Λατινική Αμερική, προσπαθώντας να συγκεράσει τον Χριστιανισμό με τον Σοσιαλισμό. Το να παριστάνει όμως τον φίλο των πτωχών και των αδικημένων ο επί κεφαλής μιας από τις πιο μεγάλες διεθνείς οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη, (με τράπεζες «αγίου Πνεύματος», που ευθύνονται για ξέπλυμα μαύρου χρήματος), και να έχει την αξίωση να πάρει το φραγγέλιο, για να τιμωρήσει τον διεθνή καπιταλισμό, ε αυτό πια ξεπερνά κάθε όριο ιησουϊτικής υποκρισίας! Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες «μόνο στις ΗΠΑ, ο Παπισμός έχει ετήσιο προϋπολογισμό 170 δισ. δολαρίων, μεγαλύτερο από εκείνον της General Electric, και είναι ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης ακινήτων στο Μανχάταν».
Μίλησε επίσης και για την «εγκατάλειψη της εννοίαςτης αμαρτίας ως ατομικού κακού και την  υιοθέτηση της αμαρτίας με την παραδοσιακή βιβλική έννοια του “δομικού” κακού». Αλλά η αμαρτία ούτε ως ατομικό μόνον κακό μπορεί να θεωρηθεί, ούτε ως δομικό κακό. Και τούτο διότι εκείνος που την διαπράττει φέρει μεν ακεραία την ευθύνη από την διάπραξή της και υφίσταται την ανάλογη πνευματική ζημία στην ψυχή του, λόγω του ότι τον εγκαταλείπει η Χάρις του Θεού, ωστόσο όμως η προσωπική αμαρτία του ανθρώπου, ως άλλη πνευματική νόσος, έχει συνέπειες και προεκτάσεις και στο κοινωνικό σύνολο. Παράλληλα σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας η αμαρτία δεν επέφερε οντολογική μεταβολή, δηλαδή μεταβολή στη δομή της ανθρώπινης φύσεως. Η απώλεια της Χάριτος εξ’ αιτίας της πτώσεως τραυμάτισε μεν και αμαύρωσε το κατ’ εικόνα, χωρίς ωστόσο να το καταστρέψει. Εάν η αμαρτία κατέστρεφε το κατ’ εικόνα δεν θα ήταν δυνατή η σωτηρία του ανθρώπου, δια της ενσάρκου Θείας Οικονομίας.
Κατόπιν των ανωτέρω τι θα πρέπει να καταλογίσουμε στον κατά τα άλλα συμπαθέστατο καθηγητή: άγνοια, αφέλεια, ή απόκρυψη της αλήθειας; Τι να πούμε δε και για το ακροατήριο που καταχειροκρότησε την εισήγησή του; «Τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται» (Ματθ.15,14).


Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών.



Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Η ΓΕΝΙΑ TOΥ 1914;

της κ. Άννας Μπουρδάκου, μέλους του Π.Σ. της Π.Ε.Γ.

    
Η «γνωστή θρησκεία» την οποία εκ­φράζει ο «πιστός και φρόνιμος δούλος» αλλάζει συχνά τις διδασκαλίες της, όταν παρουσιάζονται διάφορα προβλήματα τα οποία δυσχεραίνουν το έργο της εξουσίας της. Το νέο θέμα που ήλθε στο προσκήνιο είναι παλαιό και ασταθές. Πρόκειται για την περίφημη «γενιά» του 1914.

Θεωρούμε απαραίτητο να παρουσια­στούν και παλαιότερα κείμενα της εταιρίας -στα οποία εκήρυττε διαφορετικά για την «γενιά»- και νεώτερα ώστε να φανεί η αστά­θεια του «δούλου», για ένα τόσο σοβαρό θέ­μα το οποίο αφορά τους «μάρτυρες».
 1948. «Έστω ο Θεός Αληθής», σελ. 258: «Γραφική προφητεία δείχνει ότι η επιστροφή των προφητών ως δικαίων αρχόντων της γης, θα γίνη στο άμεσο προσεχές μέλλον, σ' αυτή τη δική μας γενεά», Λουκάς ΚΛ' 25-32, ΙΓ' 28».
 1967. «Ο Λόγος Σου Λύχνος...», σελ. 75: «Ποτέ μην παραβλέψετε το γεγονός ότι αυ­τή η γενεά αντιμετωπίζει την επικείμενη καταστροφή της Βαβυλώνος καθώς και την καταστροφή στον Αρμαγεδδώνα».
Παρά τις διδαχές τού «δούλου» για την επιστροφή των προφητών, ως αρχόντων της γης σ' αυτήν τη «γενιά» όπως και την αντιμετώπιση της καταστροφής της Βαβυλώνος και τού Αρμαγεδδώνος, όλα αυτά απεδείχθησαν λόγια του ψευδοπροφήτη.
 1968. «Η αλήθεια που οδηγεί στην αι­ώνια ζωή», σελ. 94: «Ματθ. ΚΛ' 34 ... ποια γενεά εννοούσε; Ο Ιησούς αναφέρθηκε ακρι­βώς σε άτομα που θα έβλεπαν «πάντα ταύ­τα», είναι τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από το έτος 1914 και εκείνα που θα συμβούν ακόμη ως το τέλος του πονηρού συστήματος. Άνθρωποι που γεννήθηκαν έστω και πενήν­τα χρόνια πριν δεν θα μπορούσαν να ιδούν «πάντα ταύτα». Αυτοί ήλθαν επί σκηνής, αφού τα προειπωμένα γεγονότα ήσαν ήδη εν προόδω. Άλλ' υπάρχουν άνθρωποι που ζουν ακόμη και οι οποίοι ήσαν αρκετά ενήλικοι ώστε να ενθυμούνται τα γεγονότα εκείνα. Αυτή η γενιά είναι τώρα αρκετά προχωρη­μένοι στα χρόνια».
Σελ. 95: «Υπάρχουν άνθρωποι που ζού­σαν το 1914. Δεν θα παρέλθει η γενιά αυτή έως γίνωσι πάντα ταύτα».
1968. «Ξύπνα», 8-3-69, σελ. 14: «Ακόμη και αν υποθέσωμε ότι, νέοι δέκα πέντε ετών θα ήσαν αρκετά διορατικοί για να κατανο­ήσουν την σπουδαιότητα των συμβάντων το 1914 αυτοί οι νεαροί ακόμη της «γενιάς ταύτης» θα ήσαν σήμερα περίπου 70 ετών. Ώστε η μεγάλη πλειονότης της γενιάς στην οποία αναφέρεται ο Ιησούς έχει ήδη πεθάνει. Οι απομένοντες πλησιάζουν προς το γήρας. Θυμηθήτε ότι ο Ιησούς είπε ότι το τέλος τού ασεβούς αυτού κόσμου θα ήρχετο προτού παρέλθη η γενιά αυτή. Αυτό μας λέει ότι τα έτη που απομένουν πριν έλθη το προφητευθέν τέλος δεν μπορεί να είναι πολλά».
 1983. «Ενωμένοι στη Λατρεία», σελ. 169: «Προτού εκπνεύσει η γενιά που είδε τα γε­γονότα του 1914, ο Θεός θα καταστρέψει το Σατανικό σύμπαν».
1984. «Σκοπιά», 15-6-91, σελ. 7: «Δεν θέ­λει παρέλθει η γενιά αύτη εωσού γείνωσι πάντα ταύτα (Ματθ. ΚΔ' 33, 34). Έτσι μερι­κοί από την γενιά εκείνων που ήσαν ζωντα­νοί το 1914 θα ζήσουν για να δουν το τέλος του παρόντος συστήματος πραγμάτων».
 Έως εδώ είναι κατανοητή η διδασκα­λία της οργάνωσης, ως προς τη «γενιά». Από τα κείμενα που παρουσιάστηκαν η διδασκαλία μιλούσε για τη γενιά τού 1914. Όπως όμως διαβάσαμε, όλοι αυτοί οι χρι­σμένοι και υπερήλικες είναι ελάχιστοι, αλλά παρά το επείγον τού κηρύγματος της Σκοπιάς, αυτοί πεθαίνουν και ο Αρμαγεδδώνας δεν έρχεται. Έτσι αναγκάζεται ο «δούλος» σε αλλαγή, όχι όμως σαφή, αλλά διφορούμενη.
 1995. «Σκοπιά», 1-11-95, σελ. 14,15: «Ποια λοιπόν "η γενιά" στην οποία αναφερόταν τόσο συχνά ο Ιησούς παρουσία των μαθητών του; Τι κατανόησαν εκείνοι από τα λόγια του "Αυτή η γενιά δεν πρόκειται να παρέλ­θει μέχρι να συμβούν όλα αυτά"; Οπωσ­δήποτε ο Ιησούς δεν παρέκκλινε από τον καθιερωμένο τρόπο με τον οποίο εφάρμοζε με συνέπεια στις μάζες των συγχρόνων του, καθώς και στους "τυφλούς οδηγούς" τους, που μαζί αποτελούσαν το Ιουδαϊκό έθνος. "Αυτή η γενιά" έζησε όλη την οδύνη που προείπε ο Ιησούς και κατόπιν παρήλθε σε μια "μεγάλη θλίψη"...και η οποία έπληξε τη Ιερουσαλήμ (Ματθ. ΚΔ' Δ' 1, 24). Τον πρώτο αιώνα ο Ιεχωβά έκρινε τον Ιουδαϊκό λαό. Τα μετανοημένα άτομα... σώθηκαν από εκείνη τη "μενάλη θλίψη". Σε επαλήθευση των λόγων τον Ιησού όλα όσα προφητεύθηκαν συνέβησαν, "ο ουρανός και η γη" του Ιουδαϊκού συστήματος πραγμάτων ολόκλη­ρο το έθνος, με τους θρησκευτικούς ηγέτες του και την πονηρή κοινωνία των ανθρώπων του παρήλθε. Σήμερα, εγγύς είναι η ημέρα του Ιεχωβά η μεγάλη ...η οργή του θα ξε­σπάσει πάνω στα θρησκευτικά πολιτικά και εμπορικά στοιχεία του κόσμου ... καθώς την "πονηρή και μοιχαλίδα γενιά" των ημερών μας».
 Σελ. 19: «Επομένως στην τελική εκπλή­ρωση της προφητείας του Ιησού, σήμερα, η έκφραση "αυτή η γενιά" προφανώς αναφέ­ρεται στους ανθρώπους της γης οι οποίοι βλέπουν το σημείον της παρουσίας του Χριστού αλλά δεν διορθώνουν τις οδούς τους».
Σελ. 20: «Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να πει πότε θα έρθει αυτό το τέλος, αλλά γνωρίζουμε ότι το τέλος "αυτής της γενιάς" των πονηρών ανθρώπων θα έρθει όταν θα έχει δοθεί σε βαθμό που ικανοποιεί τον Θεό, η μαρτυρία «ως το πιο απομακρυσμένο μέ­ρος της γης».
1997. «Σκοπιά» 1-5-97, σελ. 29: «Όπως εξήγησε η Σκοπιά την 1-11-95, ότι ο Ιησούς εφάρμοσε την φράση "αυτή η γενιά" στους ασεβείς συγχρόνους του (Ματθ. ΙΑ' 7, ΙΣΤ' 19 κ. α)».
Υπό αυτή την έννοια δεν επρόκειτο για περιγραφή μιας καθορισμένης χρονικής περιόδου η οποία άρχισε σε κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία.
 Η νέα αυτή διδαχή της Σκοπιάς, είναι τελείως διαφορετική. Όπως διαβάσαμε δεν αναφέρει πλέον για το 1914 και την γενιά του, αλλά για κάθε πονηρή και μοιχαλίδα γενιά, η οποία αναφέρεται για «ανθρώ­πους οι οποίοι βλέπουν το σημείον της πα­ρουσίας του Χριστου, αλλά δεν διορθώνουν τις οδούς τους». Επίσης προσθέτει ότι ο Ιησούς «εφάρμοσε την φράση "αυτή η γε­νιά" στους ασεβείς συγχρόνους του...» και όχι μιας καθορισμένης περιόδου χρόνου με συγκεκριμένη ημερομηνία. Προς κα­τοχύρωση του συγκεκριμένου θέματος, μας παραπέμπει στα εδάφια του Ματθαί­ου ΙΑ' 7 και ΙΣΤ' 19. Όμως στο εδάφιο ΙΑ' 7 ο Ιησούς Χριστός ομιλεί για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και το έργο του, επαινώντας αυτόν. Στο επόμενο εδάφιο του Ματθαίου από ΙΣΤ' 13 έως 19, ο Ιησούς ρωτά τους μα­θητές Του τι λέγει ο λαός για Εκείνον και τι πιστεύουν οι μαθητές Του.
Στην απάντηση του Πέτρου ότι «Συ εί­σαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος», ο Ιησούς άπαντα, ότι επ' αυτής της ομολο­γίας πίστεως (του Πέτρου) θα οικοδομήσει την Εκκλησία Του.
 2008. «Σκοπιά 15-2-08 (εσωτερική) σελ. 24: «Ο Ιησούς είπε ότι οι μαθητές του οι οποίοι επρόκειτο σύντομα να χριστούν μ' άγιο πνεύμα ήταν αυτοί που θα μπορού­σαν να βγάλουν συμπεράσματα όταν θα έβλεπαν "όλα αυτά να συμβαίνουν". Άρα αναφερόταν στους μαθητές του όταν έκανε τη δήλωση: "Αυτή η γενιά δεν πρόκειται να παρέλθει μέχρι να συμβούν όλα αυτά"... Ως τάξη, αυτοί οι χρισμένοι αποτελούν την σύγχρονη "γενιά" της σημερινής εποχής η οποία δεν θα παρέλθει "μέχρι να συμβούν όλα αυτά"».
 2008. «Σκοπιά» 15-4-08 (εσωτερική) σελ. 29: «Σε ποια "γενιά" αναφερόταν ο Ιησούς στα λόγια του, που είναι καταγεγραμμένα στο εδάφια Ματθ, 24:23; Ο Ιησούς χρησιμο­ποιούσε συχνά αυτή τη λέξη "γενιά" με αρ­νητική έννοια όταν απευθύνετο σε πονηρούς ανθρώπους ή μιλούσε σχετικά με αυτούς, αλλά δεν έκανε κάτι τέτοιο στην περίπτω­ση που απευθύνθηκε στους μαθητές του οι οποίοι επρόκειτο να χριστούν σύντομα με άγιο πνεύμα... Άρα ο Ιησούς... αναφερόταν στους χρισμένους ακολούθους του, τόσο σε σχέση με την εφαρμογή που είχαν τα λόγια του τον πρώτο αιώνα, όσο και σε σχέση με την σύγχρονη εφαρμογή».
 Στην «Σκοπιά» της 15-2-08 και της 15-4-08 η επιλογή για το ποια είναι η «γενιά» εμ­φανίζεται διφορούμενη. Ο Ιησούς άλλοτε αναφερόταν με αρνητική έννοια για τους πονηρούς και άλλοτε ευμενώς για τους ακολούθους του, για να καταλήξει ότι ανα­φερόταν στους χρισμένους ακολούθους Του. Η εταιρία εν ολίγοις επανέρχεται στην γενιά των «χρισμένων». Έτσι εξηγεί­ται και η αυθαίρετη αύξηση του υπολοίπου των «χρισμένων», όπως και το άνοιγμα της θύρας για την ουράνια βασιλεία και όλα τα άλλα μυθεύματα του «δούλου» σχετικά με «το υπόλοιπο». Έως ότου ήλθε η ώρα να λάμψει το «νέο φως».
 2010. «Σκοπιά» 15-4-2010 σελ. 8: «Εμείς πρέπει να συμβαδίζουμε πλήρως με τον εξε­λισσόμενο σκοπό του Θεού. Οι προοπτικές μας για τη ζωή στο μέλλον εξαρτώνται από την εκπλήρωση αυτού του Σκοπού».
Σελ. 10: «το άγιο πνεύμα δρα φέροντας στο φως Γραφικές αλήθειες (Παρ. 4:18) "Ο πιστός και φρόνιμος δούλος" χρησιμο­ποιεί επί μακρόν αυτό το περιοδικό ως τον κύριο αγωγό για να διαχέει το αυξανόμενο φως (Ματθ.24:45). Για παράδειγμα, σκε­φτείτε την κατανόηση που έχουμε σχετι­κά με εκείνους οι οποίοι αποτελούν "αυτή τη γενιά", για την οποία μίλησε ο Ιησούς (Ματθ. 24:32-34). Σε ποια γενιά αναφερό­ταν; Το άρθρο "Η Παρουσία του Χριστού Τι Σημαίνει για Εσάς", εξηγούσε ότι ο Ιησούς αναφερόταν, όχι στους πονηρούς, αλλά στους μαθητές του, οι οποίοι επρόκειτο σύντομα να χριστούν με άγιο πνεύμα. Οι χρισμένοι ακόλουθοι του Ιησού, τόσο στον πρώτο αιώνα όσο και στις ημέρες μας, θα ήταν εκείνοι οι οποίοι, όχι μόνον θα έβλε­παν το σημείο, αλλά θα διέκριναν και τη σημασία του ότι ο Ιησούς πλησιάζει, είναι στην πόρτα».
«Τι σημαίνει αυτή η εξήγηση για μας; Μολονότι δεν μπορούμε να υπολογίσουμε την ακριβή διάρκεια "αυτής της γενιάς". Χρειάζεται να έχουμε υπόψη ορισμένα πράγματα όσον αφορά τη λέξη "γενιά": Συνήθως αναφέρεται σε ανθρώπους διαφό­ρων ηλικιών των οποίων οι ζωές διασταυ­ρώνονται χρονικά στα πλαίσια μιας συγ­κεκριμένης χρονικής περιόδου, δεν είναι υπερβολικά μεγάλης διάρκειας, και επίσης έχει τέλος. (Έξοδος 1:6). Πως λοιπόν πρέ­πει να κατανοήσουμε τα λόγια του Ιησού σχετικά με "αυτή τη γενιά"; Ο Ιησούς προ­φανώς εννοούσε ότι οι ζωές των χρισμένων οι οποίοι είδαν την έναρξη του σημείου το 1914 θα διασταυρώνονταν χρονικά με τις ζωές άλλων χρισμένων οι οποίοι θα έβλε­παν την έναρξη της μεγάλης θλίψης. Αυτή η γενιά είχε αρχή και ασφαλώς θα έχει τέλος».
 2010 «Σκοπιά» 15-6-10 (εσωτερική) σελ.5: «Έκθεση από την ετήσια συνέλευση των μαρτύρων του Ιεχωβά στο Νιου Σίτυ του Νιου Τζέρσευ των Η. Π. Α της 3ης Οκτωβρί­ου 2009.
Ο Τζον Μπαρ εκφώνησε την τρίτη και τε­λική ομιλία, στην οποία εξήγησε την παρα­βολή του Ιησού για το σιτάρι και τα ζιζάνια (Ματθ. 13: 24-30, 38, 43). Αυτή η παραβολή αναφέρεται σε έναν "θερισμό"... κατά την διάρκεια του οποίου συνάγονται οι γιοι της "βασιλείας"
Ο αδελφός Μπαρ κατέστησε σαφές ότι αυτή η σύναξη δεν θα συνεχιζόταν επ' άπειρον. Αναφέρθηκε στο εδάφιο Ματθαί­ος 24:23, το οποίο λέει "Αυτή η γενιά δεν πρόκειται να παρέλθει μέχρι να συμβούν όλα αυτά". Διάβασε δύο φορές το παρα­κάτω σχόλιο: "Ο Ιησούς προφανώς εννο­ούσε ότι οι ζωές των χρισμένων οι οποίοι είδαν την έναρξη του σημείου το 1914 θα διασταυρώνονταν χρονικά με τις ζωές άλ­λων χρισμένων οι οποίοι θα έβλεπαν την έναρξη της μεγάλης θλίψης". Δεν γνω­ρίζουμε την διάρκεια "αυτής της γενιάς" αλλά περιλαμβάνει τις δύο αυτές ομάδες των οποίων οι ζωές διασταυρώνονται. Αν και οι χρισμένοι διαφέρουν όσον αφορά την ηλικία, τα μέλη των δύο ομάδων που συνθέ­τουν την γενιά έχουν ζήσει ταυτόχρονα για κάποιο διάστημα στη διάρκεια των τελευ­ταίων ημερών. Πόσο παρηγορητικό είναι να γνωρίζουμε ότι οι νεώτεροι χρισμένοι που έχουν ζήσει ταυτόχρονα με τους ηλικι­ωμένους χρισμένους οι οποίοι διέκριναν το σημείο όταν έγινε φανερό από το 1914 και έπειτα, δεν θα πεθάνουν όλοι προτού αρχί­σει η μεγάλη θλίψη».
 Όλες τις προηγούμενες διδαχές για την «γενιά» η «Σκοπιά» τις καταργεί. Με την συνηθισμένη τακτική τού εκφο­βισμού των οπαδών, η εταιρία κηρύττει, ώστε να δεχθούν την νέα «αλήθεια» ότι: Πρέπει να συμβαδίζουμε με τον εξελισσό­μενο σκοπό του Ιεχωβά, διότι το μέλλον μας για ζωή εξαρτάται από την εκπλήρω­ση αυτού του σκοπού. Το δε αυξανόμενο φως διαχέεται μέσω τού περιοδικού αυτού («Σκοπιά») το οποίο είναι ο «αγωγός» των Γραφικών αληθειών τις οποίες κηρύττει ο «δούλος».
 Ώστε λοιπόν η απάντηση για το φλέ­γον θέμα της «γενιάς» είναι η λάμπουσα αλήθεια. Την ευθύνη την αποδίδει ο «δού­λος» στον Ιησού Χριστό εμμέσως αλλά σαφώς, εφόσον ο Ιησούς επί σειρά ετών αναφερόταν στη «γενιά» του 1914, όπως διαβάσαμε προηγουμένως, κατόπιν πάλι ο Ιησούς εννοούσε κάθε πονηρή και μοιχα­λίδα «γενεά». Αλλάζει πάλι άποψη και τώ­ρα αναφέρεται στους πονηρούς Ιουδαίους με αρνητική έννοια, αλλά συγχρόνως και στους μαθητές Του, οι οποίοι επρόκειτο να χριστούν με Άγιο Πνεύμα. Η «γενιά» λοι­πόν είναι οι χρισμένοι μαθητές του Ιησού Χριστού τόσο τον πρώτο αιώνα, όσο και στις ημέρες μας.
 Όμως, οι «χρισμένοι» «μάρτυρες» του Ιεχωβά δεν έχουν καμμία σχέση με τους Αποστόλους λόγω έλλειψης αποστολικής διαδοχής. Εμφανίστηκαν ξαφνικά κατά τα τέλη του 19ου αιώνος. Οι «χρισμένοι» της Σκοπιάς, μόνοι τους αποκτούν το «χρίσμα» με τον γνωστό εταιρικό τρόπο. Κάθε ένας ακούει το Άγιο Πνεύμα να του ψιθυρίζει στο αυτί: «Εσύ είσαι υιός της βασιλείας, αδελφός του Ιησού Χριστού με προορισμό την ουράνια ζωή. Καλείσαι να γίνεις συμβασιλεύς, συν ιερεύς, συγκυβερνήτης με τον Ιησού Χριστό, ανήκεις στους 144.000 αγίους».
 Κι ένα παράδειγμα από τα πολλά ως προς την εγκυρότητα αυτής της εκλογής των «αγίων» της Σκοπιάς.
1993 «Διαγγελείς της Βασιλείας», σελ. 90, 91: «Το απόγευμα της 13-1-42, πέντε μέ­ρες μετά τον θάνατο του Ρόδερφορδ, όλα τα μέλη και των δύο σωματείων συνεδρία­σαν στο Μπέθελ τού Μπρούκλιν. Ο αντι­πρόεδρος της εταιρίας Νάθαν Ο. Νορ είχε προτείνει να ζητήσουν θεϊκή σοφία μέσω προσευχής και στοχασμού... Η συνεδρίαση άρχισε με προσευχή... και με προσεκτική εξέταση των πραγμάτων, εκλέχθηκε ομό­φωνα πρόεδρος... ο Νορ και αντιπρόεδρος ο 30χρονος Χάντεν Κ. Κόβινκτον, ο δικηγόρος της Εταιρίας. Τον Σεπτέμβριο τού 1945 ο αδελφός Κόβινκτον προσφέρθηκε εκούσια να πάψει να υπηρετεί ως αντιπρόεδρος... εξηγώντας ότι επιθυμούσε να συμμορφωθεί με αυτό που τότε κατανοούσαν, πως ήταν θέλημα τού Ιεχωβά για όλα τα μέλη του δι­οικητικού συμβουλίου να είναι χρισμένοι... ενώ εκείνος δήλωνε ότι ανήκε στα "άλλα πρόβατα"».
 Επί τρία χρόνια ο Κόβινκτον εθεωρεί­το «χρισμένος» και μάλιστα εκλεγμένος με θεϊκή σοφία. Τώρα λοιπόν μάθαμε από την «Σκοπιά» τι είναι «γενιά»: Οι υπερήλι­κες των 100 και πλέον ετών αποτελούν μία γενιά μαζί με τους σημερινούς νέους, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους-αρκεί ότι γνωρίστηκαν μεταξύ τους.

 
 ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 61
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010


Πηγή: http://koimisitheotokourenti.blogspot.gr/2015/06/to-1914.html

ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

(Γνωμοδότηση  της  3.9.2001  του  κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών  Σερρών)

... «Οι Χιλιαστές η Μάρτυρες του Ιεχωβά μη δεχόμενοι την θεότητα του Χριστού, πιστεύοντες αυτόν ως απλόν άνθρωπο και πως είναι αδελφός του Εωσφόρου η παλαιότερα πως είναι ταυτόσημο πρόσωπο του διαβόλου δεν μπορούν να αυτοαποκαλούνται ως Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά, αφού οι δοξασίες τους συνιστούν βλασφημία του προσώπου του Ιησού Χριστού ...
(Γνωμοδότηση της 3.9.2001 του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Σερρών. Απόσπασμα από το Επίσημον Δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος, ΕΚΚΛΗΣΙΑ τεύχος 5ο, Μάϊος 2002, Αθήναι).

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η
         
Βασικό δόγμα της Χριστιανικής πίστεως γενικώς είναι η Θεότητα του Ιησού Χριστού. Ο Χριστός είναι το δεύτερο Πρόσωπο της Μίας Αγίας Ομοοσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος. Δηλαδή του Ενός Θεού, του Μόνου Αληθινού, ο Οποίος είναι Τρισυπόστατος (Τρεις Υποστάσεις – Τρία Πρόσωπα)· Πατήρ, Υιος και Άγιο Πνεύμα.

         Ο Χριστιανισμός αναγνωρίζει ως ιδρυτή της πίστεώς του τον Ιησού Χριστό, τον Μονογενή Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός, τον γεννηθέντα εξ Αυτού προ πάντων των αιώνων. Ο Ιησούς Χριστός, Θεός όντας, εσαρκώθη εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, της Θεοτόκου, προ 2006 ετών. Κατήλθε δε στη γη ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος (χωρίς αμαρτία), για να μας σώσει. Εσταυρώθη αδίκως ο Δίκαιος και την Τρίτη ημέρα ανεστήθη εκ των νεκρών, αναληφθείς μετά 40νθήμερο στους Ουρανούς.
         Αναμένεται δε η Δευτέρα Έλευσή Του για να κρίνει ζώντας και νεκρούς. Εδίδαξε και εβίωσε ο Συνάναρχος προς τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, αλλά και Θεάνθρωπος, ταπείνωση και αγάπη και συγχώρησε τους σταυρωτές Του. Ας Τον μιμηθούμε, πιστεύοντας σ’ Αυτόν ως Σωτήρα μας και τηρώντας το Ευαγγέλιό Του.
         Συναφώς, κρίνουμε σκόπιμο ν’ αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με το Σύμβολο της πίστεώς μας (Ορθόδοξο Δόγμα), το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο είναι το Τρίτο Πρόσωπο του Τριαδικού μας Θεού, εκπορεύεται ΜΟΝΟΝ από τον Θεό - Πατέρα και είναι Ομοούσιο προς Αυτόν, αλλά και προς Υιό και Λόγο Του. Είναι δε Κύριο και Ζωοποιό. Είναι Θεός και συμπροσκυνείται και συνδοξάζεται με τον Πατέρα και τον Υιό.
         Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν δέχονται τον Χριστό ως Θεό (Υιό και Λόγο του Θεού), αλλ’ ως έναν απλό άνθρωπο, ούτε πιστεύουν στην Ανάστασή Του (Χιλιαστικό Περιοδικό «ΞΥΠΝΑ» της 22.12.1984). Η Θεότητα του Χριστού, ως γνωστόν, αποδεικνύεται πλήρως από την Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη). Επίσης, δεν δέχονται ότι η ψυχή είναι αθάνατη, πιστεύουν όμως, ότι θα σωθούν μόνον 144.000 ψυχές, ενώ οι υπόλοιπες θα καταστραφούν.
         Περισσότερα στοιχεία, σχετικά με τον ιδρυτή, τη σύσταση, τις επωνυμίες της Οργάνωσης των Μαρτύρων του Ιεχωβά και τις εν γένει δοξασίες τους, κατά καιρούς, ως και τους σκοπούς τους, πολύ συνοπτικά, βέβαια, μπορεί κανείς να αναγνώσει στην από 3.9.2001 Γνωμοδότηση του αξιοτίμου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Σερρών κ. Ηλία Νικ. Σεφερίδη, η οποία καταχωρείται κατωτέρω.
         Στις διατάξεις αυτής, την οποία ανεύραμε στο Επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος ΕΚΚΛΗΣΙΑ (τεύχος 5ο, Μάϊος 2002), καταχωρισμένη, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής:
         1. Οι Χιλιαστές η Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν μπορούν να αυτοαποκαλούνται ως Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά, καθ’ όσον δεν δέχονται τον Χριστό ως Θεό και οι δοξασίες τους συνιστούν βλασφημία κατά του προσώπου του Ιησού Χριστού. Τόσο από την Ορθοδοξία όσο και από τον Καθολικισμό χαρακτηρίζονται ως πολέμιες του Χριστιανισμού. Ορθότερο και δίκαιο θα ήταν να ονομάζονται ως Αντίχριστοι Μάρτυρες του Ιεχωβά.
         2.  Ο Χιλιασμός συνιστά παναίρεση και όχι Χριστιανική αίρεση, γι’ αυτό δεν έχει αναγνωριστεί από την αλλοδαπή νομολογία ως γνωστή θρησκεία, αφού δεν είναι γνωστό το ακολουθούμενο τυπικό τους και η λατρεία τους.
Τόσον το Γαλλικό Συμβούλιο Επικρατείας όσον και το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Ακυρωτικό Δικαστήριο Γερμανίας δεν δέχονται τον Χιλιασμό ως γνωστή θρησκεία, διότι η συμπεριφορά των Μαρτύρων του Ιεχωβά αντίκειται στους δημοκρατικούς θεσμούς, δηλ. είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την έννομη τάξη.
         3.  Οι αυτοαποκαλούμενοι Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά, σκοπόν έχουν με τις δηλώσεις τους να παραπλανήσουν και να προσηλυτίσουν αφελείς, αδιαφόρους προς την Χριστιανική πίστη και ολιγογραμμάτους ανθρώπους.
Με τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους παραβιάζουν τη θρησκευτική ελευθερία του ατόμου και με πειθώ, άσκηση ψυχολογικών πιέσεων, προς δε και τη χρησιμοποίηση χωρίων της Αγίας Γραφής, τα οποία παρερμηνεύουν, επιτυγχάνουν του σκοπού τους, καθιστώντας αυτούς οπαδούς των δοξασιών τους.
Επισημαίνεται δε ιδιαιτέρως, ότι ο πολίτης υποχρεούται να δηλώνει ειλικρινά, όσον τούτο ζητείται από τις Αρχές, το θρήσκευμα η το δόγμα του.
         4.  Οι ληξίαρχοι υποχρεούνται να καταχωρούν στα ληξιαρχεικά τους βιβλία ως θρήσκευμα των Μαρτύρων του Ιεχωβά τον αληθή τίτλο της πίστεώς τους «Μάρτυρες του Ιεχωβά», ανεξάρτητα από τη δήλωσή τους ως Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά, γιατί τούτο είναι αντίθετο προς τις δοξασίες τους.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν πιστεύουν ότι ο Χριστός είναι ιδρυτής και αρχηγός της πίστεώς τους. Επομένως, η καταχώρηση ψευδών, αναληθών και παραπλανητικών δηλώσεων των Χιλιαστών στα βιβλία των Ληξιαρχείων δημιουργεί σύγχυση και συμβάλλει στον προσηλυτισμό αδαών, γιατί οι δηλώσεις τους αυτές δεν έχουν σχέση με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, οι οποίες        – είναι βέβαιο – ότι είναι κατά του Χριστιανισμού, γενικώτερα.
         Κατόπιν των ανωτέρω, παρακαλούμε θερμώς, όλους τους αναγνώστες – του μικρού αυτού τευχιδίου -  εν Χριστώ αδελφούς μας, όπως το μελετήσουν με ιδιαίτερη προσοχή για να ενημερωθούν, για ποιούς λόγους πρέπει ν’ αποφεύγουν τους Αντιχρίστους Μάρτυρες του Ιεχωβά (Χιλιαστές).
         Στο απόρρητο Χιλιαστικό Βιβλίο «Λύχνος»αναγράφονται        –συγκεκριμένα– οι σκοποί των δολίων και επικινδύνων αυτών εχθρών της Πατρίδας μας και της Ορθοδόξου πίστεώς μας. Ιδιαιτέρως, μνημονεύεται σε τούτο πως πρέπει να μεταδίδουν τις δοξασίες τους σε απλοϊκούς ανθρώπους με τις κατ’ επανάληψη επισκέψεις τους, αλλά και τις οικονομικές βοήθειες σ’ αυτούς. Κανείς Έλληνας και Ορθόδοξος Χριστιανός να μην πλανηθεί με τα δολλάριά τους και προδώσει την πίστη του. Οι καιροί μας είναι χαλεποί. Να μην φοβούμεθα να ομολογούμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Να μη γενεί κανείς προδότης και αντίχριστος. Ζη Κύριος ο Θεός.
         Τέλος, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, βασικό τους δόγμα είναι πως θα έλθει η χιλιετής βασιλεία στη γη, όπου θα κυβερνήσουν οι προπάτορες Αβραάμ, Ισαάκ κ.λπ., όταν θα συμπληρωθεί ο αριθμός των εκλεκτών 144.000. Η επωνυμία τους –ως εκ τούτου–Χιλιαστές (η Μάρτυρες του Ιεχωβά) είναι ψευδής, απατηλή και παραπλανητική, διότι υπούλως θέλουν να προσηλυτίσουν τους αδυνάτους στην πίστη, πως τάχα και αυτοί πιστεύουν στο Χριστό, ενώ τούτο είναι αναληθές (Χιλιαστικό Περιοδικό της 24.12.1984 υπό τίτλο «ΞΥΠΝΑ»). Ας μην είμαστε αφελείς. Αναντίρρητα, αιρετικοί (Παπικοί - Φραγκολατίνοι, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες κ.λπ.), αλλά και όσοι άλλοι ανήκουν στην Παναίρεση του Οικουμενισμού και του Χιλιασμού επιτίθενται συνεχώς και μεθοδευμένα κατά της Ορθοδοξίας μας για να την εξαφανίσουν. Όμως ματαιοπονούν. Η Ορθοδοξία είναι η ΜΙΑ και ΜΟΝΗ, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, με Κεφαλή και Αρχηγό τον Ιησού Χριστό. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός δεν αποτελεί Εκκλησία, γιατί αρχηγό της δεν έχει το Χριστό, αλλά τον «αλάθητο», «ισόθεο» και «ανθρωπόθεο» Πάπα.
Γενικώς, οι αιρετικοί πιστεύουμε, ότι γνωρίζουν την Αλήθεια, ότι δηλ. ο Χριστός είναι ο Υιος του Θεού, αλλά και η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή. Ας μετανοήσουν, αν θέλουν ειλικρινά, και να επιστρέψουν συνειδητά στην Ορθοδοξία. Καλό είναι, να παρακολουθούμε όλους τους Αντιχρίστους δολίους εχθρούς της Πίστεώς μας και της Πατρίδος μας. Ο Χριστός μεθ’ ημών. Αμήν.

Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η
του Ηλία Νικ. ΣΕΦΕΡΙΔΗ
Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών
ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

         Μας τέθηκε το ερώτημα με το αριθμ. πρωτ. 117/13.6.2001 έγγραφο του Ληξιάρχου του Δήμου Σερρών, μετά την διαβίβαση προς τα ληξιαρχεία της χώρας της με αριθμ. 77700/411184/38/21/2000 εγκυκλίου του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, (ΕΣΔΔΑ), που διαβιβάστηκε μεταξύ άλλων και στο Ληξιαρχείο Σερρών στις 17.1.2001 και η οποία επαναλαμβάνει τα αναγραφόμενα στο με αριθμ. Α3/108,98/6.10.99 έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία δίδεται η εντολή στα ληξιαρχεία και Μητρώα Αρρένων της Χώρας να καταχωρούν ως θρήσκευμα των Μαρτύρων του Ιεχωβά αν αυτοί το επιθυμούν κατά τις δηλώσεις τους «Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά».
Ιστορικό
         Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά (Χιλιαστές) καταχωρούντο στα Μητρώα Αρρένων και στα ληξιαρχεία της χώρας στις στήλες αναγραφής θρησκεύματος ως Μάρτυρες του Ιεχωβά. Το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης πρόσφατα με εγκύκλιό του που κοινοποιήθηκε στα ληξιαρχεία της Χώρας έδωσε την εντολή οι ανωτέρω να καταχωρούνται, αν δηλώνουν τούτο ως Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά (βλ. την με αριθμ. 77700/21.12.2000 εγκύκλιο του Υπουργείου ΕΣΔΔΑ) παραπέμποντας στο με αριθμ. Α3/108,98/6.10.99 έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, το οποίο εκδόθηκε με βάση την αριθμ. 59/1995/565/651/26.9.96 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), που αφορούσε την άδεια λειτουργίας ευκτηρίου οίκου Μαρτύρων του Ιεχωβά, με βάση την οποία αποκλείεται η παρέμβαση του Κράτους στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών και στην έκφραση αυτών (θρησκευτικών πεποιθήσεων).
         Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 εδάφ. β  του νόμου 1756/88 ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών έχει δικαίωμα να απευθύνει προς ορισμένους Κρατικούς Λειτουργούς παραγγελίες, οδηγίες και συστάσεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ληξίαρχοι, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 25, παρ. 1, εδάφ. θ του ιδίου Νόμου (1756/88) ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών έχει δικαίωμα να ασκεί έλεγχο σε ορισμένους Κρατικούς Λειτουργούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ληξίαρχοι της περιφέρειάς τους. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1, 12 παρ. 4 και 13, παρ. 2 του νόμου 344/76 ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ενεργεί επιθεώρηση  στα ληξιαρχεία της περιφέρειάς του και εκδίδει πράξεις περί εγκυρότητας αυτών (ληξιαρχικών πράξεων) και άδειες διορθώσεων αυτών. Εκ των ανωτέρω συνάγεται πως αποκλειστικά και μόνο αρμόδιος για την άσκηση ελέγχου στα ληξιαρχεία, τις καταχωρήσεις ληξιαρχικών πράξεων, την εγκυρότητα η ακυρότητα αυτών, καθώς και την έκδοση παραγγελιών, οδηγιών και συστάσεων σχετικών με την άσκηση των καθηκόντων των ληξιάρχων είναι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών. Οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση δημόσιας υπηρεσίας ως προς την άσκηση των καθηκόντων των ληξιάρχων και κυρίως ως προς τα καταχωρούμενα στοιχεία σ’ αυτές (ληξιαρχικές πράξεις) θεωρείται ως υπέρβαση εξουσίας, αφού το δικαίωμα ελέγχου και επιθεωρήσεως των ληξιαρχικών βιβλίων δίδεται σύμφωνα με τις προμνημονευόμενες διατάξεις αποκλειστικά και μόνο στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών.
         Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 13, παρ. 1, 2, 4 του Συντάγματος 1975 το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας είναι απαραβίαστο. Ως θρησκευτική ελευθερία θεωρείται η άσκηση της θρησκευτικής λατρείας και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του ατόμου. Για την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού και την προστασία του πρέπει να υφίσταται γνωστή θρησκεία. Το δικαίωμα τούτο προστατεύεται και από την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1, 2 της από 4.11.50 Σύμβασης της Ρώμης και του από 20.3.52 πρωτοκόλλου των Παρισίων που υπογράφηκε από τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον νόμο 2329/53 και ΜΔ 33/74. Το ανωτέρω δικαίωμα περιορίζεται μόνο στην περίπτωση που η άσκηση αυτού προσκρούει στην δημόσια τάξη, την υγεία και τα χρηστά ήθη (βλ. σχετ. ΑΠ 421/91 ΝοΒ 39 σελ. 1421 ΤρΠλΤριπ 512/92 Ποιν. Χρον ΜΓ σελ. 317).
         Βασικό δόγμα της Χριστιανικής πίστεως εν γένει είναι η Θεότητα του Ιησού Χριστού και το τρισυπόστατο αυτής (Θεότητας), το ένα πρόσωπο σε τρεις εκφάνσεις, Πατήρ, Υιος και Άγιον Πνεύμα. Το ορθόν. «Βασικό δόγμα της Χριστιανικής πίστεως εν γένει είναι η Θεότητα του Ιησού Χριστού. Ο Χριστός είναι ο Υιος και Λόγος του Θεού, το β΄ πρόσωπο της μιας Αγίας Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος. Ήτοι του ενός αληθινού Θεού όντος Τρισυποστάτου· του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η διδασκαλία του Χριστιανισμού παραδόθηκε δια των Ευαγγελιστών, των Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας. Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος 325 καταδίκασε την αίρεση του Αρείου και θέσπισε τα πρώτα οκτώ άρθρα του Συμβόλου της πίστεως, που αφορούν το ομοούσιο του Πατρός και του Υιού, η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος 381 θέσπισε το ένατο άρθρο του Συμβόλου της πίστεως και αφορά την εκ του Πατρός εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, καθώς και την αθανασία της ψυχής, καταδικάζοντας τις αιρετικές δοξασίες του Μακεδονίου και Απολλιναρίου και η Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος 431 που χαρακτηρίζει την Μητέρα του Ιησού Χριστού ως Θεοτόκο καταδικάζοντας την κακοδοξία του Νεστορίου που υποστήριζε πως η Μητέρα του Ιησού είναι Χριστοτόκος και όχι Θεοτόκος. Ο Χριστιανισμός εν γένει αναγνωρίζει ως ιδρυτή της πίστεώς του τον Ιησού Χριστό ως Υιό Θεού. Ενώ οι Χιλιαστές χαρακτηρίζουν τον Χριστό ως απλό άνθρωπο (βλ. χιλιαστικό περιοδικό 22.12.84 με τον διακριτικό τίτλο «Ξύπνα») δεν δέχονται την αθανασία της ψυχής, δεχόμενοι την σωτηρία μόνο των 144.000 και την καταστροφή των ψυχών των λοιπών, δεν πιστεύουν στην εν σώματι ανάσταση του Κυρίου, πιστεύοντας πως ο Ιησούς Χριστός πριν την σάρκωσή του (ενανθρώπισή του) ήταν Άγγελος με το όνομα Μιχαήλ και παλαιότερη δοξασία τους υποστήριζε πως ο Χριστός Λόγος ταυτιζόταν με το πρόσωπο του διαβόλου. Η Θεότητα του Ιησού Χριστού αποδεικνύεται πλήρως από την Αγία Γραφή (Ιωάννη α-1, κ΄, 28, 9 και 10, προς Ρωμ. θ΄, 5, προς Τίτ. 13).
         Η καινοφανής ονοματοδοσία τους ως Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά είναι αναληθής, απατηλή και παραπλανητική, εκτός και αν έχουν μεταλλάξει τις δοξασίες τους περί του προσώπου του Ιησού Χριστού δεχόμενοι την Θεότητα αυτού, γεγονός που δεν υποστηρίζεται από ουδένα. Ο Χιλιασμός και οι δοξασίες του θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως παναίρεση, όχι όμως ως χριστιανική αίρεση. Οι απόψεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως συνοθύλευμα των δοξασιών των Εβιωναίων η Εβιωνιστών (ιουδαί ζουσα αίρεση) και των δοξασιών του Απολλιναρίου (βλ. Αναστασίου Αντωνόπουλου, Χιλιασμός και Χριστιανισμός, σελ. 48ξ επ.). Από την σύσταση της Οργάνωσης των μαρτύρων του Ιεχωβά αυτοί εμφανίζονταν κατά περίπτωση με διάφορες επωνυμίες. Αρχικά είχαν εμφανιστεί ως Ρωσελίτες, επωνυμία προερχόμενη εκ του ιδρυτή της Οργανώσεώς τους Καρόλου Ρώσελ, ο οποίος ήταν έμπορος ενδυμάτων, που διατηρούσε πολλά καταστήματα στο Μπρούκλιν των ΗΠΑ. Ο Ρώσελ λόγω αποτυχίας του στο εμπόριο ενδυμάτων θέλησε να συνεργαστεί με τον Ν.Μπαρμπούρ εκδότη της εφημερίδος Εωθινός Κήρυκας, επειδή η συνεργασία αυτή δεν επιτεύχθηκε, ίδρυσε την φυλλαδική εταιρεία με την επωνυμία Σκοπιά του Πύργου. Σκοπός της εταιρείας ήταν η διανομή φυλλαδίων του περιοδικού Σκοπιά με τις δοξασίες τους που άρχισαν να διαμορφώνονται και διαδίδονται σε διάφορες χώρες. Στην συνέχεια εμφανίστηκαν με την επωνυμία Χιλιαστές, που στηρίζεται στην δοξασία τους περί χιλιετούς βασιλείας, αργότερα εμφανίστηκαν ως Σπουδαστές της Γραφής, ως Χαραυγίτες της χιλιετίας, ως Μάρτυρες του Ιεχωβά και προσφάτως με την νεόκοπη επωνυμία ως Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά.
         Στο απόρρητο χιλιαστικό βιβλίο με τίτλο «Λύχνος» αναγράφονται οι σκοποί των Χιλιαστών. Συγκεκριμένα αναγράφεται πως πρέπει να μεταδίδουν τις δοξασίες τους σε απλοϊκούς ανθρώπους με τις κατ’ επανάληψη επισκέψεις και οικονομικές βοήθειες σ’ αυτούς. Ένα άλλωστε από τα δόγματά τους είναι πως θα έλθει η χιλιετής βασιλεία στην γη, όπου θα κυβερνήσουν οι προπάτορες Αβραάμ, Ισαάκ κ.λπ., όταν συμπληρωθεί ο αριθμός των εκλεκτών 144.000 (βλ. σχετ. με παραπομπές Ηρακλ. 87/86 ΑρχΝ ΑΖ σελ. 470 με σχόλιο Γεωργ. Κρίππα). Η επωνυμία τους αυτή είναι ψευδής, απατηλή και παραπλανητική, γιατί σκοπό έχει να παραπλανήσει αφελείς και αδυνάτους στην πίστη ανθρώπους, πως και αυτοί (Μάρτυρες του Ιεχωβά) πιστεύουν στο Χριστό και γι’ αυτό άλλωστε φέρουν ως επωνυμία τους τον τίτλο Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά. Ενώ τούτο είναι αναληθές, αφού δεν πιστεύουν ως ιδρυτή της πίστεώς τους τον Ιησού Χριστό και την θεότητα αυτού, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω δέχονται Αυτόν τον Κύριο Ιησού Χριστό ως απλό άνθρωπο (βλ. χιλιαστικό περιοδικό με τον τίτλο Ξύπνα 22.12.84). Το Γαλλικό Συμβούλιο Επικρατείας με τις αριθμ. 215109/26.3.2000 και 215152/23.3.2000 αποφάσεις του (βλ. περιοδιό Actualize Juridique 2000, σελ. 671) δεν δέχονται ως γνωστή θρησκεία στην Γαλλία τον Χιλιασμό. Το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Ακυρωτικό Δικαστήριο Γερμανίας ομοίως απορρίπτει αίτηση των Μαρτύρων του Ιεχωβά περί αναγνωρίσεώς τους ως γνωστής θρησκείας με την αιτιολογία πως η συμπεριφορά αυτών αντίκειται προς τους δημοκρατικούς θεσμούς δηλ. είναι αντίθετη με τα χρηστά ήθη και την έννομη εν γένει τάξη. Οι Χιλιαστές η Μάρτυρες του Ιεχωβά μη δεχόμενοι την θεότητα του Ιησού Χριστού, πιστεύοντας αυτόν ως απλό άνθρωπο και πως είναι αδελφός του Εωσφόρου η παλαιότερα πως ο Ιησούς Χριστός Λόγος ήταν ταυτόσημο πρόσωπο του διαβόλου δεν μπορούν να αυτοεπικαλούνται ως Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά, αλλά θα προσιδίαζε να ονομαστούν ως Αντίχριστοι Μάρτυρες του Ιεχωβά, αφού οι δοξασίες τους συνιστούν βλασφημία του προσώπου του Ιησού Χριστού. Η δήλωση κάποιου προς τις αρχές σχετικά με τον τίτλο του θρησκεύματός του είναι διάφορος ως προς τις πεποιθήσεις του, οι οποίες αποτελούν έκφραση της εσωτερικής του συμπεριφοράς έναντι του Θείου. Οι χιλιαστές επιθυμούντες να δηλώνονται ως Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά προσπαθούν να παραπλανήσουν και προσηλυτίσουν αφελείς και αδιάφορους προς την Χριστιανική πίστη ανθρώπους. Οι δηλώσεις του θρησκεύματος προς τις αρχές ρυθμίζουν τις σχέσεις πολιτών προς το Κράτος και επιβάλλεται να διέπονται από ειλικρίνεια και συνέπεια. Οι αυτοεπικαλούμενοι Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά, σκοπό έχουν με τις δηλώσεις τους να παραπλανήσουν αφελείς και ολιγογράμματους κυρίως ανρθώπους πως και αυτοί πιστεύουν στο Χριστό και έτσι τους προσηλυτίσουν και με τις λοιπές μεθόδους που χρησιμοποιούν και καταστήσουν έτσι οπαδούς των δοξασιών τους. Ο πολίτης υποχρεούται να δηλώνει ειλικρινά όσον τούτο ζητείται από τις αρχές το θρήσκευμα η δόγμα του. Ο χιλιασμός συνιστά παναίρεση, γι’ αυτό άλλωστε δεν έχει αναγνωριστεί από την αλλοδαπή νομολογία ω γνωστή θρησκεία, αφού δεν είναι γνωστό το ακολουθούμενο τυπικό τους και η λατρεία τους. Γνωστές είναι μόνο οι δοξασίες τους, οι οποίες χαρακτηρίζονται από την Ορθοδοξία και τον καθολικισμό ως πολέμιες του Χριστιανισμού. Οι ληξίαρχοι υποχρεούνται να καταχωρούν στα ληξιαρχικά βιβλία ως θρήσκευμα των Μαρτύρων του Ιεχωβά τον αληθή τίτλο της πίστεώς τους «Μάρτυρες του Ιεχωβά» ανεξάρτητα από την δήλωση αυτών ως Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά. Η νεόκοπη αυτή ονοματοδοσία είναι αντίθετη με τις δοξασίες τους, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω αυτοί (Μάρτυρες του Ιεχωβά) δεν πιστεύουν στην Θεότητα του Ιησού Χριστού και επομένως δεν αναγνωρίζουν αυτόν ως ιδρυτή και Αρχηγό της πίστέως τους.
         Οι δηλώσεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά ως Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά αντίκεινται στα χρηστά ήθη, γιατί είναι παραπλανητικές και αποβλέπουν στον προσηλυτισμό και παραπλάνηση ολιγογράμματων και αφελών ανθρώπων στις δοξασίες τους.
         Επομένως:
         Οι Χιλιαστές αποτελούντες παναίρεση, η οποία βάλλει κατά του Χριστιανισμού δεν μπορούν να ονομάζονται Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά, όταν μάλιστα ένα από τα στοιχεία της δοξασίας τους είναι και ο προσηλυτισμός και η αύξηση του αριθμού των οπαδών τους στον αριθμό 144.000. Οι ακολουθούμενες μεθοδεύσεις για την αύξηση των οπαδών τους αντίκειται στα χρηστά ήθη και την εν γένει έννομη τάξη, αφού οι χρησιμοποιούμενοι μέθοδοι παραβιάζουν την θρησκευτική ελευθερία του ατόμου και με πειθώ, με άσκηση ψυχολογικών πιέσεων, χρησιμοποίηση χωρίων της Αγίας Γραφής προς ολιγογραμμάτους και ασχέτους με την Χριστιανική πίστη ανθρώπους παρερμηνεύοντας αυτά προσηλυτίζουν αυτούς στις δοξασίες τους.
         Κατά συνέπεια, δεν πρέπει οι ληξίαρχοι να καταχωρούν στα βιβλία τις αναληθείες δηλώσεις των χιλιαστών καταχωρώντας αυτούς ως Χριστιανούς Μάρτυρες του Ιεχωβά, αλλά ως Μάρτυρες του Ιεχωβά προς αποφυγή συγχύσεως και προσηλυτισμό, γιατί οι δηλώσεις τους αυτές άλλωστε δεν έχουν σχέση με την έκφραση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων (οι οποίες είναι βέβαιο πως βάλλουν κατά του Χριστιανισμού), αλλά σχέση που ρυθμίζει την σχέση αυτών με τους άλλους πολίτες και την αποφυγή έτσι όλων των ανωτέρω συνεπειών.  

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ   www.egolpion.com
30   ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ   2011

 

Πηγή: http://koimisitheotokourenti.blogspot.gr/2015/06/blog-post_8.html

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Περιγράφει ο π. Νικόλαος Μανώλης το τι έγινε κατά την παρουσία του στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο [ΒΙΝΤΕΟ 2015]



Πηγή: http://katihisis.blogspot.gr/2015/05/2015_14.html

«Οι Χριστολογικές πλάνες των μαρτύρων του Ιεχωβά. Εθνικές και κοινωνικές αντιλήψεις» Μέρος Β'

Εν Πειραιεί τη 3η Ιουνίου 2015.

Δημοσιεύουμε το 2ο μέρος της ομιλίας με τίτλο «Οι Χριστολογικές πλάνες των μαρτύρων του Ιεχωβά. Εθνικές και κοινωνικές αντιλήψεις», που εκφωνήθηκε στο αντιχιλιαστικό Σεμινάριο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς με θέμα: «ΟΙ ΠΛΑΝΕΣ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ»

2ον
Δεν είναι άγγελος.

Ταυτίζουν οι χιλιαστές τον Χριστό με τον αρχάγγελο Μιχαήλ. Αλλ’ αυτό αποκλείεται από σαφή χωρία της αγ. Γραφής και ιδίως από το πρώτο κεφάλαιο της προς Εβραίους επιστολής, όπου γίνεται σύγκρισις Υιού και αγγέλων. Παραθέτομε μόνον δύο χωρία: «πρὸς τίνα δὲ των αγγέλων είρηκέ ποτε· κάθου εκ δεξιών μου έως αν θω τοὺς εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου; ουχὶ πάντες εισὶ λειτουργικὰ πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν;» (1,13-14). Σε κανένα από τους αγγέλους δεν είπε ποτέ: κάθησε στα δεξιά μου. Αυτό το είπε μόνο στον Χριστό, διότι ο Χριστός δεν είναι άγγελος. Οι άγγελοι είναι όλοι υπηρετικά πνεύματα, ενώ ο Χριστός είναι ο Κύριος των αγγέλων. Επίσης: «όταν δὲ πάλιν εισαγάγῃ τὸν πρωτότοκον εις τὴν οικουμένην, λέγει· καὶ προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες άγγελοι Θεού» (1,6). Όταν θα εισαγάγη ο Πατήρ τον Υιόν του τον πρωτότοκο, που γεννήθηκε από τον Πατέρα προ πάσης της κτίσεως, δια να κρίνει με δόξα και δύναμη την οικουμένη, λέγει: Ας τον προσκυνήσουν όλοι οι άγγελοι του Θεού. Άρα ο Χριστός δεν είναι άγγελος, αλλά αυτός τον οποίον προσκυνούν οι άγγελοι, ο Θεός.

Αντικείμενο λατρείας.

Επίσης βλέπουμε ότι ο Χριστός δέχεται να προσκυνείται και να λατρεύεται, παρ’ όλο που ήταν γνωστό στους Ιουδαίους, ότι η προσκύνησις και η λατρεία ανήκουν μόνον στο Θεό, σύμφωνα με τον λόγο της Γραφής: «Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αυτώ μόνῳ λατρεύσεις» (Ματθ.4,10 και Δευτ.6,13). Άρα ο Χριστός δεν είναι μόνον άνθρωπος, αλλά και Θεός. Παραθέτομε μερικά σχετικά χωρία: Λέγει στο Δευτερονόμιο «καὶ προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ» ( 32,43). Αυτός τον οποίον πρέπει να προσκυνήσουν όλοι οι άγγελοι, είναι ο Γιαχβέ, ο Θεός. Η ίδια όμως αυτή φράση αποδίδεται και για τον Υιόν του Θεού, στην προς Εβραίους επιστολή: «ὅταν δὲ πάλιν εἰσαγάγῃ τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν οἰκουμένην, λέγει· καὶ προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ» (Εβρ.1,6). Άλλη μια μαρτυρία έχουμε από το όραμα του προφήτου Δανιήλ: «Εθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς καὶ ἰδοὺ μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ ὡς υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἦν καὶ ἕως τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθασε καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προσηνέχθη. καὶ αὐτῷ ἐδόθη ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ βασιλεία, καὶ πάντες οἱ λαοί, φυλαί, γλῶσσαι αὐτῷ δουλεύσουσιν (δηλαδή αυτόν θα λατρεύσουν)· ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ἐξουσία αἰώνιος, ἥτις οὐ παρελεύσεται, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ οὐ διαφθαρήσεται (Δαν.7,13-14). Στο όραμα αυτό βλέπει ο προφήτης κάποιον που είχε μορφή ανθρώπου, να έρχεται καθισμένος πάνω στα σύννεφα του ουρανού, μέχρις ότου έφθασε ενώπιον του Παλαιού των ημερών, του Θεού Πατρός. Και εδόθηκε σ’ αυτόν η εξουσία, η τιμή και η βασιλεία. Και όλοι οι άνθρωποι από κάθε φυλή και γλώσσα, θα υποταχθούν και θα υπηρετήσουν Αυτόν. Ο Υιός του ανθρώπου, τον οποίον εδώ βλέπει εν οράματι ο προφήτης, είναι όπως ερμηνεύουν οι Πατέρες, ο Μεσσίας, ο ενανθρωπίσας Θεός, ο Χριστός. Αυτός δε ως αιώνιος βασιλεύς είναι και αντικείμενο λατρείας, διότι είναι συγχρόνως και Υιός του Θεού. Επίσης από την Κ Δ. έχουμε την μαρτυρία του ευαγγελιστού Ματθαίου, ο οποίος σημειώνει, ότι οι μαθητές προσκύνησαν τον Κύριο μετά την κατάπαυση της τρικυμίας και ο Κύριος δεν αρνήθηκε την προσκύνηση: «Οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ» (Ματθ. 14,33).

Η ανάσταση του Χριστού.

Οι μάρτυρες του Ιεχωβά, αρνούμενοι την Θεότητα του Χριστού, κατά φυσική συνέπεια αρνούνται και την ανάσταση του σώματός του. Ισχυρίζονται ότι ο Χριστός κατέθεσε άπαξ διά παντός την σωματική του ζωή, όταν απέθανε πάνω στο σταυρό, για να μην λάβει αυτήν πάλι ποτέ. Αν και με την λέξη ανάσταση όλοι μας εννοούμε, ότι ανίσταται εκείνο που αποθνήσκει, οι χιλιαστές λέγουν ότι στην περίπτωση του Χριστού απέθανε σώμα και ανέστη πνεύμα, επικαλούμενοι το χωρίο από την Α΄ Πετρ. 3,18: «θανατωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι». Ωστόσο η έννοια του χωρίου αυτού είναι, ότι ο Χριστός εθανατώθηκε ως προς την σάρκα πάνω στο σταυρό και χωρίστηκε η ψυχή του από το σώμα του. Η δε ψυχή του όχι μόνο δεν εκμηδενίστηκε, αλλά καθώς ήταν ενωμένη με την θεότητα, έλαβε νέες ζωοποιές δυνάμεις, ώστε με την κάθοδό της στο άδη να φέρει εις πέρας το έργο του ευαγγελισμού των ψυχών, που έζησαν κατά την προ Χριστού εποχήν και ήταν φυλακισμένες στον άδη, για το οποίο έργο ομιλεί ευθύς αμέσως στον επόμενο στίχο 19: «ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν». Το ότι δε δεν ανέστη κάποιο πνεύμα αντί του σώματος, το οποίο απέθανε πάνω στο σταυρό, αποδεικνύεται ξεκάθαρα και από τα παρά κάτω χωρία: Μετά την ανάστασή του ο Χριστός προτρέπει τους μαθητάς του να τον ψηλαφήσουν για να βεβαιωθούν ότι το αναστημένο σώμα του είναι σώμα με «σάρκα και οστέα», και όχι πνεύμα ή φάντασμα, είναι το ίδιο εκείνο σώμα που πέθανε πάνω στο σταυρό.: «ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα» (Λουκ.24,39). Επίσης σε άλλη περίπτωση λαμβάνει τροφή:«Καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν» (Λουκ.24,43). Αν και το σώμα της αναστάσεως δεν είχε ανάγκη τροφής, ο Κύριος έφαγε, για να δείξει ότι δεν είναι φάντασμα, αλλά είχε πραγματικό σώμα με σάρκα και οστά. Επίσης δέχεται να ψηλαφηθεί από τον Θωμά: «Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου» (Ιω.20,27). Ο Θωμάς ήθελε να δει και να ψηλαφήσει τα τρυπημένα από τα καρφιά χέρια και την λογχευμένη πλευρά για να πεισθεί, ότι όντως ο Χριστός αναστήθηκε, διότι εννοούσε την ανάσταση ως ζωοποίηση του νεκρωθέντος επί του σταυρού σώματος του Κυρίου και όχι όπως την εννοούν οι χιλιαστές. Επίσης όταν ο άγγελος είπε στις μυροφόρες ότι «ανέστη ο Κύριος, δεν είναι εδώ», έδειξε τον κενό τάφο: «Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν» (Μαρκ. 16,6). Τι βρισκόταν προηγουμένως εκεί; Το νεκρό σώμα του Ιησού. Ε, λοιπόν αυτό ήταν εκείνο, που αναστήθηκε και έφυγε από τον τάφο.
Ένα άλλο χωρίο που επικαλούνται οι χιλιαστές είναι από την Α΄ Κορ.15,50: «σάρξ καὶ αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύνανται, οὐδὲ ἡ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν κληρονομεῖ». Ωστόσο η φράση «σάρξ καὶ αἷμα» έχει διάφορες σημασίες στη γλώσσα της Γραφής. Μπορεί α) να σημαίνει την σάρκα και το αίμα (Εβρ.2,14), ή β) να σημαίνει τον άνθρωπο (Ματθ.16,17), ή γ) την σεξουαλικότητα (Ιω.1,13), ή δ) την φθορά γενικώς. Εδώ στην προκειμένη περίπτωση έχει την τελευταία σημασία και τούτο φαίνεται από όσα προσθέτει αμέσως παρά κάτω: «οὐδὲ ἡ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν κληρονομεῖ». Το σώμα κληρονομεί και αυτό την βασιλεία των ουρανών. Αλλά πρέπει προηγουμένως να γίνει σ’ αυτό αλλαγή και μεταβολή. Πρέπει δηλαδή να γίνει άφθαρτο και αθάνατο. Να μην υπόκειται στις βιολογικές ανάγκες της παρούσης ζωής και στα αδιάβλητα ανθρώπινα πάθη (πείνα, δίψα κ.λ π.). Αυτό το ίδιο το φθαρτό σώμα θα ενδυθεί την αφθαρσία και όχι κάποιο άλλο. Την αλήθεια αυτή τονίζει ο απόστολος παρά κάτω: «δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο (και όχι κάποιο άλλο) ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν» (Α΄Κορ.15,53). Ειδικότερα το αναστημένο σώμα του Χριστού, δεν είχε ανάγκη από την διαδικασία αυτής της μεταβολής και μεταστοιχειώσεως από την φθορά στην αφθαρσία, την οποία έχουν τα δικά μας φθαρτά σώματα. Διότι η σάρκα του Κυρίου, ή οποία κατοίκησε στον τάφο, ενωμένη καθώς ήταν με την Θεότητά του δεν έπαθε τίποτε, δεν υπέστη την φθορά της αποσυνθέσεως. Ούτε επίσης η ψυχή του παρέμεινε δέσμια και αιχμάλωτη στον άδη, αλλά ενωμένη καθώς ήταν και αυτή με την Θεότητά του, «εσκύλευσε» λαφυραγώγησε τον άδη, δηλαδή απελευθέρωσε τις ψυχές των κεκοιμημένων δικαίων, που έζησαν κατά την εποχή της Π.Δ. Και στη συνέχεια αφού επανήλθε στο πανάγιο σώμα του και ενώθηκε με αυτό, ανεστήθη πλέον σε νέα κατάσταση δόξης και αθανασίας. Την αλήθεια αυτή προφητεύει και ο Δαυΐδ στον μεσσιανικό ψαλμό 15,10: «ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν». Επίση και  ο απόστολος Πέτρος επιβεβαιώνει ότι «προϊδὼν (ο Δαυΐδ) ἐλάλησε περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἰς ᾅδου οὐδὲ ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδε διαφθοράν» (Πραξ. 2,31).Αντιθέτως οι χιλιαστές ισχυρίζονται ότι το σώμα του Χριστού εξαφανίστηκε και πιθανώς διαλύθηκε εις αέρια.

Εθνικές και κοινωνικές αντιλήψεις.

Περί Πατρίδος.

Η «φυλλαδική εταιρεία Σκοπιά» των μαρτύρων του Ιεχωβά διδάσκει και διαπαιδαγωγεί τους οπαδούς της να μην αγαπούν την πατρίδα, να χλευάζουν την σημαία, να μην λαμβάνουν όπλα προς υπεράσπισή της. Προφητεύουν την κατάργηση όλων των πατρίδων και την παγκόσμιο επικράτηση του Ισραήλ, πράγμα το οποίο αποκαλύπτει τον σιωνιστικό χαρακτήρα της Οργανώσεως. Ωστόσο η Πατρίδα ως έννοια και ως περιεχόμενο, ως τόπος κατοικίας ενός λαού με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με γλώσσα, με ιστορία και παραδόσεις, είναι μια αξία, η οποία ευρίσκει θέση στον αιώνιο λόγο του Θεού. Αναφέρομε ορισμένα χωρία, κατ’ αρχήν από την Π.Δ.: «ὅτε διεμέριζεν ὁ Ὕψιστος ἔθνη, ὡς διέσπειρεν υἱοὺς Ἀδάμ, ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν κατὰ ἀριθμὸν ἀγγέλων Θεοῦ» (Δευτ. 32,8). Επίσης ο απ. Παύλος στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο αναφέρει ότι «ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν» (Πραξ.17,26). Ο Θεός δημιούργησε όλα τα έθνη των ανθρώπων, για να κατοικούν στην επιφάνεια της γης. Και αυτός όρισε για το καθένα από αυτά, χρόνους που έχουν εκ των προτέρων καθορισθεί από την πρόνοιά του για την εμφάνιση και εξαφάνισή τους καθώς και τα σύνορα της κατοικίας των. Επίσης ο απ. Παύλος στην Β΄ προς Κορινθίους επιστολή του τολμάει να καυχηθεί, ότι κατάγεται από ένα ένδοξο έθνος και ανήκει στον μοναδικό εκείνο λαό που ο Θεός εδιάλεξε από όλα τα άλλα έθνη για να φέρει διά μέσου αυτού εις πέρας το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου: «Εν ᾧ δ᾿ ἄν τις τολμᾷ, ἐν ἀφροσύνῃ λέγω, τολμῶ κἀγώ.  Ἑβραῖοί εἰσι; κἀγώ· Ἰσραηλῖταί εἰσι; κἀγώ· σπέρμα Ἀβραάμ εἰσι; κἀγώ» (11,21-22). Επίσης στην προς Ρωμαίους επιστολή του γράφει: «Λύπη μοί ἐστι μεγάλη καὶ ἀδιάλειπτος ὀδύνη τῇ καρδίᾳ μου. ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται, ὧν ἡ υἱοθεσία καὶ ἡ δόξα καὶ αἱ διαθῆκαι καὶ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ λατρεία καὶ αἱ ἐπαγγελίαι, ὧν οἱ πατέρες, καὶ ἐξ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα, ὁ ὢν ἐπὶ πάντων Θεὸς εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν» (Ρωμ.9,2-5). Εδώ ο απόστολος δείχνει την ιδιαίτερη αγάπη του προς τους συμπατριώτες του, για τους οποίους αναφέρει εξαιρετικούς τίτλους τιμής, ενώ αισθάνεται μεγάλη λύπη και οδύνη, διότι δεν επίστευσαν στον Χριστό. Τόσο πολύ τους αγαπάει, ώστε θα ευχόταν να χωρισθεί αυτός για πάντα από τον Χριστό, εάν επρόκειτο έτσι να σωθούν οι συμπατριώτες του. Επίσης ο Κύριος στον διάλογο που είχε με την Σαμαρείτιδα, αναφέρει μεταξύ άλλων: «Υμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν» (Ιω.4,22). Εσείς οι Σαμαρείτες δεν έχετε σαφή γνώση γι’ αυτό που πιστεύετε. Εμείς οι Ιουδαίοι προσκυνούμε αυτό για το οποίο γνωρίζουμε περισσότερο από κάθε άλλον. Με το «ἡμεῖς προσκυνοῦμεν» ομιλεί ως Ιουδαίος και συντάσσει τον εαυτό του με τους συμπατριώτες του Ιουδαίους. Επί πλέον τονίζει την υπεροχή των συμπατριωτών του Ιουδαίων, επειδή από αυτούς κατάγεται κατά την ανθρώπινη φύση του ο Μεσσίας. Επίσης ο Χριστός κλαίει για την Ιερουσαλήμ, την πρωτεύουσα της επιγείου Πατρίδος του, εκφράζοντας το παράπονό του για την αμετανοησία των κατοίκων της, πράγμα που δείχνει το πατριωτικό του συναίσθημα: «Καὶ ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ᾿ αὐτῇ» (Λουκ.19,41). Το ίδιο παράπονο εκφράζει και σε άλλη περίπτωση:«Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν! ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε. ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος» (Ματθ.23,37-38). Εάν λοιπόν ο Χριστός αγαπούσε την επίγεια πατρίδα του, γιατί δεν θα πρέπει και εμείς να αγαπούμε την ιδική μας πατρίδα; Βέβαια η ουράνια πατρίδα μας, η Βασιλεία των ουρανών είναι ασυγκρίτως ανώτερη από την επίγεια, όπως επισημαίνει ο Παύλος: «Οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι. καὶ εἰ μὲν ἐκείνης ἐμνημόνευον, ἀφ᾿ ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι· νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐπουρανίου» (Εβρ.11,14-16). Διότι αυτοί (οι πατριάρχες), που έλεγαν αυτά τα λόγια, (ότι δηλαδή είναι πάροικοι και παρεπίδημοι), εφανέρωναν καθαρά, ότι δεν επανεπαύοντο εις την επίγειον πατρίδα, αλλ’ εζητούσαν την μόνιμη και χαρμόσυνη πατρίδα, δηλαδή τον ουρανόν. Και εάν ενεθυμούντο εκείνη, την επίγεια πατρίδα, από την οποίαν είχαν εξέλθει, είχαν και τον χρόνον και την ευκαιρία να επανέλθουν εις αυτήν. Τώρα όμως επιθυμούν σφοδρώς καλυτέρα και τελειοτέρα πατρίδα, δηλαδή την επουράνιο. Το ότι  η ουράνια πατρίδα μας, η Βασιλεία των ουρανών, είναι ασυγκρίτως ανώτερη από την επίγεια, αυτό δεν σημαίνει ότι η επίγεια χάνει την αξία της και την θέση της μέσα στην εκκλησία. Αυτός που αγαπά τον Θεόν είναι φυσικό και επόμενο να αγαπά και τους κατά σάρκα συγγενείς του, τους ομοεθνείς του, με τους οποίους είναι συνδεδεμένος με ιδιαίτερους δεσμούς, την  κοινή καταγωγή, την κοινή γλώσσα, τις κοινές τοπικές παραδόσεις, τα ήθη, τα έθιμα κ.λ.π.
Την αντίθεσή τους προς την έννοια του έθνους και της πατρίδος εκφράζουν επίσης με την άρνησή τους να λάβουν όπλα και να μετέχουν σε πόλεμο. Για να στηρίξουν τους ισχυρισμούς των επικαλούνται την εντολή του Θεού «Ου φονεύσεις» (Εξ.20,15). Η έννοια της εντολής είναι ότι δεν επιτρέπεται να φονεύσεις ως ιδιώτης. Ως όργανο όμως της κρατικής εξουσίας ο φόνος επιτρέπεται ως αναγκαίο κακό για την εξασφάλιση μιάς στοιχειώδους τάξεως μέσα στην κοινωνία και για την αποφυγή μεγαλυτέρων κακών, την επικράτηση δηλαδή χάους και αναρχίας. Επίσης υπάρχουν σαφείς βιβλικές μαρτυρίες, που δείχνουν ξεκάθαρα, ότι η ανάληψη όπλων και η στρατιωτική υπηρεσία δεν είναι αντίθετη προς το θέλημα του Θεού. Υπάρχουν πάμπολλα βιβλικά χωρία από την Π.Δ. στα οποία ο Μωϋσής και αργότερα ο Ιησούς του Ναυή κατ’ εντολήν του Θεού επολέμησε και εθανάτωσε βασιλείς, στρατεύματα και λαούς. Αναφέρουμε μερικά χωρία: «Καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν (τον βασιλέα Σηών) Ἰσραὴλ φόνῳ μαχαίρας καὶ κατεκυρίευσαν τῆς γῆς αὐτοῦ». (Αριθ.21,24). «Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· μὴ φοβηθῇς αὐτόν, (τον βασιλέα Ωγ) ὅτι εἰς τὰς χεῖράς σου παραδέδωκα αὐτὸν καὶ πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ» (Αριθ.21,34). Επίσης αναφέρουμε μερικά χωρία από την Κ.Δ.: «Επηρώτων δὲ αὐτὸν καὶ στρατευόμενοι λέγοντες· καὶ ἡμεῖς τί ποιήσομεν; καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· μηδένα συκοφαντήσητε μηδὲ διασείσητε, καὶ ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις ὑμῶν (Λουκ.3,14). Ο Ιωάννης δεν είπε σ’ αυτούς να καταθέσουν τα όπλα, αλλά είπε μόνον να μην καταπιέζουν κανένα προς απόσπαση χρημάτων. Αν η στράτευση ήταν αμαρτία, ο Ιωάννης θα τους έλεγε ευθέως να καταθέσουν τα όπλα και αρνηθούν την στρατιωτική υπηρεσία. «Ἀνὴρ δέ τις ἐν Καισαρείᾳ ὀνόματι Κορνήλιος, ἑκατοντάρχης ἐκ σπείρης τῆς καλουμένης Ἰταλικῆς, εὐσεβὴς καὶ φοβούμενος τὸν Θεὸν σὺν παντὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ» (Πραξ.10,1-2). Εάν η  στρατιωτική υπηρεσία ήταν από τον σατανά ο εκατόνταρχος δεν θα χαρακτηριζόταν «ευσεβής καὶ φοβούμενος τὸν Θεὸν».

Μετάγγισις αίματος.

Η «φυλλαδική εταιρεία Σκοπιά» απαγορεύει την μετάγγιση αίματος στους οπαδούς της διότι την θεωρεί ως αμαρτία, με συνέπεια πολλοί ασθενείς να αποθνήσκουν. Επικαλούνται τα εξής χωρία από την Π.Δ.: «πλὴν κρέας ἐν αἵματι ψυχῆς οὐ φάγεσθε» (Γεν.9,4). Δηλαδή κρέας μαζί με το αίμα, επί του οποίου βασίζεται η ζωή του ζώου, δεν θα φάγετε. «Καὶ ἄνθρωπος τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἢ τῶν προσηλύτων τῶν προσκειμένων ἐν ὑμῖν, ὃς ἂν φάγῃ πᾶν αἷμα, καὶ ἐπιστήσω τὸ πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν ψυχὴν τὴν ἔσθουσαν τὸ αἷμα καὶ ἀπολῶ αὐτὴν ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτῆς» (Λευϊτ.17,10). Εάν ένας άνθρωπος από τους Ισραηλίτας η, από τους ξένους, που ευρίσκονται μαζί σας, φάγη αίμα, εγώ θα στρέψω οργισμένος το πρόσωπόν μου εναντίον του ανθρώπου αυτού, ο οποίος έφαγε αίμα, και θα εξοντώσω αυτόν εκ του λαού του. Σύμφωνα με τα παρά πάνω χωρία ο Θεός απαγόρευε στους Εβραίους και προσηλύτους να τρώγουν αίμα. Πρώτα έπρεπε να αφήσουν να χυθεί το αίμα του ζώου και έπειτα να φάγουν το κρέας χωρίς αίμα. Οι λόγοι της απαγορεύσεως αυτής είναι πρώτον, διότι το αίμα είναι η έδρα της ζωής, δεύτερον, διότι το αίμα προσφέρεται κατά τις θυσίες προς εξιλασμόν, αλλά και διότι η βρώσις αίματος ήταν συνδεδεμένη την εποχή εκείνη με ειδωλολατρικές και μαγικές τελετές.  Η ίδια απαγόρευση επαναλαμβάνεται και στην αποστολική Σύνοδο στους χριστιανούς, που προέρχονταν από εθνικούς: «Έδοξεν γὰρ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν μηδὲν πλέον ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος πλὴν τῶν ἐπάναγκες τούτων, ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος καὶ πνικτοῦ καὶ πορνείας» (Πρ.15,28-29).
Ωστόσο τα χωρία που επικαλούνται εδώ οι χιλιαστές μιλούν για βρώση και όχι για μετάγγιση. Επίσης εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι  η μη μετάγγισις αίματος οδηγεί στο θάνατο πολλούς ανθρώπους και ότι έχουμε καθήκον να κάνουμε ότι εξαρτάται από μας, για να σώσουμε την ζωή του πλησίον μας, όταν κινδυνεύει, σύμφωνα με τον λόγον του: «τί ἔξεστι τοῖς σάββασιν, ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι, ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι;» (Λουκ.6,9), τότε συμπεραίνουμε ότι η μετάγγισις επιβάλλεται και είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, ενώ η μη μετάγγισις δεν είναι. Πέραν αυτών ο Χριστός έγινε ο πρώτος αιμοδότης μας. Μας έδωσε ρητή εντολή να τρώγουμε την σάρκα του και να πίνουμε το αίμα του, προκειμένου να γίνει κτήμα μας η ζωή του Χριστού, η αληθινή και αιώνια ζωή «Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον» (Ιω.6,53-54).