Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλέως Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὸν Πόντο καὶ γεννήθηκε σὲ ἕνα μικρὸ χωριὸ τῆς περιοχῆς τῆς Ναζιανζοῦ, ποὺ λεγόταν Ἀριανζός, τὸ 330 μ.Χ.

Ναζιανζηνὸς ὀνομάσθηκε, ἐπειδὴ ἔζησε τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του στὴ Ναζιανζό, ὅπου ἦταν καὶ τὸ πατρικό του σπίτι. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, ἦταν πρὶν γίνει Ἐπίσκοπος, ἕνας πολὺ πλούσιος ἄρχοντας τῆς Ναζιανζοῦ. Κατεῖχε μεγάλη θέση στὸν δημόσιο βίο καὶ ἀνῆκε σὲ μία ἰουδαῖο-ἐθνικὴ αἵρεση ποὺ λεγόταν τῶν «Ὑψισταρίων». Ἡ μητέρα του, ἡ Ἁγία Νόννα, ἦταν Ὀρθόδοξη. Ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ ἀρετή της ἐπηρέασαν τὸν σύζυγό της καὶ τὸν ἔκαναν νὰ μεταστραφεῖ στὴν ἀληθινὴ πίστη.

Οἱ γονεῖς του, Γρηγόριος καὶ Νόννα, δὲν εἶχαν παιδιὰ καὶ ἱκέτευαν τὸν Θεὸ νὰ χαρίσει σὲ αὐτοὺς τὴν χαρὰ τῆς τεκνοποιΐας. Καὶ πράγματι, ἡ προσευχή τους εἰσακούσθηκε καὶ ἡ Νόννα γέννησε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, τὸν ὁποῖο πρὶν ἀκόμα αὐτὸς γεννηθεῖ εἶχε ὑποσχεθεῖ ἂν τὸν ἀφιερώσει στὸν Θεό. Πολλὲς φορὲς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παραβάλλει τοὺς γονεῖς του μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴ Σάρρα, οἱ ὁποῖοι σὲ μεγάλη ἡλικία ἀπέκτησαν τὸν Ἰσαάκ.

Σπουδαῖες ἦταν οἱ προσπάθειες τῶν γονέων αὐτοῦ νὰ μορφώσουν καὶ νὰ ἐμφυσήσουν στὸν πρωτότοκο υἱό τους τὴν ἀγάπη πρὸς τὰ γράμματα καὶ τὴν χριστιανικὴ πίστη. Ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία ἐνέπνευσαν σὲ αὐτὸν ἔντονη καὶ βαθιὰ θρησκευτικότητα, ὥστε αὐτὸς ἀπὸ εὐσέβεια καὶ πνευματικότητα, ὑποσχέθηκε στὸν ἑαυτό του νὰ ζήσει μὲ ἁγνεία καὶ παρθενία.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, χάρη στὴν δυνατότητα ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του, ἔκανε λαμπρὲς σπουδές. Σπούδασε σὲ ὅλα τὰ τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμοῦ: τὴ Ναζιανζό, τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τὴν Ἀντιόχεια, τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴν Ἀθήνα. Ἡ Κωνσταντινούπολη δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη κέντρο πολιτισμοῦ καὶ ἡ Ρώμη δὲν εἶχε τότε κάτι ἀξιόλογο γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Στὶς πόλεις αὐτὲς μελέτησε τὶς πλουσιότερες βιβλιοθῆκες καὶ ἄκουσε τοὺς σοφότερους διδασκάλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸν Δίδυμο τὸν Τυφλό, ποὺ τότε διηύθυνε τὴ θεολογικὴ σχολὴ τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ τοὺς φιλόσοφους Θεσπέσιο στὴν Καισάρεια καὶ Ἰμέριο καὶ Προαιρέσιο στὴν Ἀθήνα. Γιὰ τὸν Προαιρέσιο γίνεται δεκτὸ ὅτι ἦταν Χριστιανός.

Οἱ σπουδὲς δὲν ἔκαναν τὸν Ἅγιο νὰ ἐπαρθεῖ. Ἀντίθετα, κατάλαβε ὅλη τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου καὶ τῆς σοφίας του. Ἔνιωσε, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γνώση ἔχει ἀσήμαντη σημασία μπροστὰ στὴν γνώση τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Σαοὺλ ποὺ ἔτρεχε χωρὶς νὰ ξέρει. Αὐτὸ ποὺ τελικὰ βρῆκε κατὰ τὴν διάρκεια τῶν σπουδῶν του ἦταν ἕνα «Βασίλειο». Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀναφέρει τὸ γεγονὸς τῆς φιλίας του μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ἦταν μεγαλύτερο εὔρημα καὶ ἀπὸ ἕνα ὁλόκληρο βασίλειο.

Ὅταν τελείωσε τὶς σπουδές του ὁ Ἅγιος, ἦταν ὥριμος ἄνδρας ἡλικίας 30 ἐτῶν. Ὅμως δὲν εἶχε ἀκόμη βαπτισθεῖ. Καὶ ἀγωνιοῦσε νὰ μὴν πεθάνει, πρὶν ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του καὶ βαπτισθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν, ἐνῶ μετέβαινε  ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια στὴν Ἀθήνα, ἔγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολὺ καὶ παρακάλεσε νὰ τὸν ἐλεήσει ὁ Θεός, νὰ βοηθήσει νὰ μὴν πνιγεῖ, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ τοῦ ἐνδύματος τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.

Τὸ βάπτισμα τοῦ Γρηγορίου τὸ ἐπακολούθησε συνειδητὸς πνευματικὸς ἀγώνας. Νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. Ἀγώνας γιὰ τὴν κάθαρση, τὴν πνευματικὴ πρόοδο, τὴ θέωση. Μαζὶ μὲ τὸν ὁμόφρονα, ὁμότροπο καὶ ὁμόψυχό του Ἅγιο Βασίλειο ἀπομονώθηκαν κάπου στὸν Πόντο καὶ παραδόθηκαν κυριολεκτικὰ στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση. Ὁ ἀγώνας τους εὐλογήθηκε ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ γινόμαστε βιαστὲς τῆς βασιλείας Του. Ἀξιώθηκαν καὶ οἱ δυὸ μεγάλων πνευματικῶν χαρισμάτων. Μάλιστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κάνει ἐπανειλημμένως λόγο γιὰ τὶς πνευματικές του ἐμπειρίες καὶ τὰ οὐράνια χαρίσματα ποὺ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ χάρισε. Οἱ ἐμπειρίες του αὐτὲς πρέπει νὰ ἦταν πολὺ ὑψηλές, ἀφοῦ ὁ ἴδιος παραβάλλει αὐτὰ ποὺ ἔβλεπε μὲ αὐτὰ τοῦ θεόπτου Προφήτου Μωϋσέως καὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ «πορευόμενος εἰς Δαμασκόν» εἶδε τὸν Κύριο τῆς Δόξας καὶ ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καὶ εἶδε τὰ ἄρρητα ρήματα, τὴ δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Γρήγορα κάλεσε ὁ Θεὸς τὸν Γρηγόριο στὴν διακονία Του. Τὰ τέλη τοῦ ἔτους 360 μ.Χ. ἐπιστρέφει στὴ Ναζιανζό. Ὁ Γέρων, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ βοηθὸ καὶ συνεργάτη στὴ «νυκτομαχία», ὅπως χαρακτήριζε τὴν ἱεροσύνη, θέλησε νὰ τὸν χειροτονήσει Πρεσβύτερο, ἐπειδὴ ἔβλεπε στὸ πρόσωπό του ὄχι μόνο τὸν ἀφοσιωμένο υἱό, ἀλλὰ καὶ τὸν ζηλωτὴ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν λειτουργὸ τοῦ Κυρίου. Ὁ Γρηγόριος ἀρνήθηκε. Τὴν ἄρνησή του ὅμως ἔκαμψε τὸ βάρος τοῦ διπλοῦ ἀξιώματος τοῦ Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατὰ σάρκα καὶ πνευματικὸς πατέρας), ποὺ ὁ Γρηγόριος ἤξερε μόνο νὰ εὐλαβεῖται. Ἔκανε ὑπακοὴ στὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου καὶ χειροτονήθηκε. Ἀμέσως μετὰ τὴν χειροτονία του ζήτησε ἀνακούφιση στὴν μόνωση καὶ τὴν προσευχή. Ἀποσύρθηκε λοιπὸν στὸ ἐρημητήριό του, στὴ γαλήνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καὶ βρῆκε τὴ γαλήνη καὶ τὴν πορεία του. Καὶ ἐπέστρεψε μὲ εἰρήνη στὴν καρδιὰ νὰ ἀναλάβει τὸ πνευματικό του ἔργο, ποὺ τὸ ἄρχισε μὲ τὸν περίφημο θεολογικὸ λόγο περὶ τοῦ Πάσχα καὶ τὴ δικαιολόγηση τῆς φυγῆς του.

Διακονοῦσε μὲ ἱερὸ ζῆλο στὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα του, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ ἔξαρχος Πόντου Βασίλειος τὸν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο της μικρῆς πόλεως Σάσιμα. Σκοπὸς του ἦταν νὰ περιφρουρήσει τὴ δικαιοδοσία τῆς τοπικῆς του Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς διεκδικήσεις ἐνὸς νέου Μητροπολίτη, τοῦ Τυάνων Ἀνθίμου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔθλιψε ἀκόμη πιὸ πολὺ τὸν Γρηγόριο. Ἀντέδρασε. Ἐξέφρασε τὴν πικρία του. Τελικὰ ὅμως ὑπάκουσε, ἀλλὰ δὲν πῆγε ποτὲ στὰ Σάσιμα. Ἕνα χρονικὸ διάστημα ἔμεινε στὴ Ναζιανζό, ὡς βοηθὸς τοῦ πατέρα του, ἐνδίδοντας στὴν παράκλησή του. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος κοιμήθηκε, τὸ 374 μ.Χ., ὁ Θεολόγος συνέχισε νὰ ποιμαίνει τὴν Ἐκκλησία τῶν Ναζιανζῶν, ὡς τοποτηρητής, χωρὶς νὰ παύσει νὰ τοὺς παρακαλεῖ νὰ ἐκλέξουν καὶ νὰ χειροτονήσουν τὸν κανονικό τους Ἐπίσκοπο. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ ἀργοῦσε, στεναχωρημένος ἐγκατέλειψε τὴν πόλη καὶ κατέφυγε στὴν Σελεύκεια τῆς Ἰσαυρίας, ὅπου, κοντὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θέκλας, ἀναζήτησε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία στὴν προσευχὴ καὶ ἔμεινε ἐκεῖ ἐπὶ πέντε σχεδὸν ἔτη μελετώντας καὶ συγγράφοντας.

Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. οἱ λίγοι Χριστιανοὶ τὸν κάλεσαν στὴν Κωνσταντινούπολη νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀφοῦ στὴν Πόλη δέσποζαν οἱ Ἀρειανοί. Ἦταν τόση ἡ διάδοση καὶ ἡ ἐπικράτησή τους, ὥστε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν βρῆκε οὔτε ἕνα παρεκκλήσι στὰ χέρια τῶν Ὀρθοδόξων. Κατόπιν τούτου ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ καὶ νὰ κηρύττει σὲ ἕνα σπίτι ποὺ ὁ ἴδιος διαμόρφωσε σὲ ναὸ καὶ τὸ ὀνόμασε Ἁγία Ἀναστασία, δηλαδὴ τῆς Ἀναστάσεως τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἐξεφώνησε τὰ περίφημα θεολογικὰ κηρύγματά του. Ἡ ἐπίδρασή τους καὶ ἰδίως τῶν πέντε Θεολογικῶν Λόγων του ἦταν τόση, ὥστε οἱ Ἀρειανοὶ φανατικοί, πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ἐξολοθρεύσουν. Τὸν ἔβρισαν. Τὸν κακολόγησαν. Τὸν κτύπησαν. Τὸν γρονθοκόπησαν. Τὸν λιθοβόλησαν. Ἔβαλαν μάλιστα καὶ κάποιον νὰ τὸν φονεύσει. Καὶ θὰ τὸν σκότωνε. Ἀλλὰ νικημένος ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη τῆς πραότητάς του, ὁμολόγησε στὸν ἴδιο τὴν ἀλήθεια τὴν στιγμὴ ποὺ εἶχε πάει νὰ τὸν σφάξει.

Μὲ ὅπλο τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴ μάχαιρα τοῦ πνεύματος, νικοῦσε τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως σὰν τὸν Μωϋσῆ. Πράγματι, οἱ Ἀρειανοὶ ὅλο καὶ λιγόστευαν. Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος, εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Γρηγορίου, τὸν κατέστησε τὸ ἔτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη καὶ τὸν ἐνθρόνισε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι δὲν εἶχαν ὅλοι τὴν ὀρθὴ κρίση. Μερικοὶ μεθυσμένοι ἀπὸ φθόνο κάκιζαν τὸν Ἅγιο, διότι δὲν πίεζε τὸν βασιλέα νὰ ἀφαιρέσει τὶς ἐκκλησίες ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ νὰ τοὺς ἀπαγορεύσει νὰ τελοῦν τὴν λατρεία τους. Σὲ ἀπάντηση ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τόνιζε, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὶς λόγχες τοῦ Καίσαρος καὶ ὅτι τοῦ εἶναι ἀρκετὴ σὰν ὅπλο ἡ ἀλήθεια. Καὶ πράγματι, ἡ ἀλήθεια νίκησε.

Τὸ ἔτος 381 μ.Χ. συνῆλθε ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Πρόεδρος ἦταν ὁ Ἅγιος Μελέτιος Ἀντιοχείας. Αὐτὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καταδίκασε τοὺς Ἀρειανοὺς καὶ τοὺς Πνευματομάχους – Εὐνομιανοὺς καὶ συμπλήρωσε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τὸ διαμόρφωσε στὴν σημερινή του μορφή. Ἔτσι ἔλαμψε ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκόμη, ἡ Σύνοδος καταδίκασε τὸν Ἀπολλιναρισμό, ποὺ διαιροῦσε τὸν ἄνθρωπο σὲ τρία μέρη (σῶμα, ψυχὴ καὶ νοῦ) καὶ δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει λάβει ἀνθρώπινο πνεῦμα, παρουσιάζοντας τὸν Χριστὸ ἀτελὴ καὶ ὄχι τέλειο ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅμως κατέστρεφε τὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἀνθρωπότητά Του, διότι καθετὶ ποὺ δὲν προσλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ μένει ἀθεράπευτο καὶ ἀνίατο. Τρίτον, ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καταδίκασε τὸν ἀπόλυτο προορισμό, τὸν ὁποῖο δίδαξαν ἀργότερα ὁ Καλβίνος, ὁ Αὐγουστίνος καὶ ὁ Λούθηρος καὶ ὅλος ὁ Προτεσταντισμός. Τέλος ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὡς κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.

Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, Ἅγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ἐνῶ διαρκοῦσε ἡ Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος τὸν τίμησε ὡς Ἀπόστολο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐξεφώνησε τότε λαμπρὸ ἐπικήδειο, λόγο ποὺ ἄρχιζε μὲ τὰ λόγια: «ηὔξησεν ἡμῖν τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀποστόλων». Διάδοχός του στὴν προεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ κλίμα ἄλλαξε. Ἔφθασε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ συμμετάσχει στὴν Σύνοδο, ὁ Πέτρος ὁ Β’, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξάνδρειας, μὲ τοὺς Αἰγυπτίους καὶ Μακεδόνες Ἐπισκόπους. Αὐτοὶ ἤδη εἶχαν πάρει θέση ἐχθρικὴ ἔναντι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Δὲν τὸν ἀναγνώριζαν σὰν κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο, ἐπειδὴ τάχα εἶχε μετατεθεῖ ἀπὸ τὰ Σάσιμα. Καὶ εἶχαν ἐντελῶς ἀντικανονικὰ καὶ παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τὸν Μάξιμο τὸν Κυνικό, ποὺ ἦταν μὲν Ὀρθόδοξος ἀλλὰ ἔμεινε στὴν ἱστορία σὰν ἕνα αἰνιγματικὸ πρόσωπο. Ὁ Πέτρος ἔθεσε στὴν Σύνοδο τὸ θέμα τῆς κανονικότητας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἐνῶ εἶχε τὴν δύναμη νὰ συντρίψει κάθε ἀντίσταση, διότι παράλληλα πρὸς τὴν ὑποστήριξη τῶν Ἐπισκόπων εἶχε καὶ τὴν συμπαράσταση τοῦ αὐτοκράτορα, ἀηδίασε καὶ παραιτήθηκε μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Δὲν εἶμαι σεμνότερος τοῦ Προφήτη Ἰωνᾶ. Ἂν ἐγὼ εἶμαι αἰτία ταραχῆς στὴν Ἐκκλησία, ρίχνω τὸν ἑαυτό μου στὴ θάλασσα». Εὐθὺς μετὰ τὴν παραίτησή του λειτούργησε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσει τὸ ποίμνιό του. Καὶ ἔφυγε χωρὶς νὰ περιμένει νὰ λήξουν οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου. Ἐπέστρεψε στὴ Ναζιανζὸ καὶ γιὰ λίγο ἔμεινε ἀπομονωμένος ἐκεῖ γιὰ νὰ γαληνεύσει.

Ὁ Ἅγιος, σὲ κείμενά του, διεκτραγωδεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση, ὅταν ἐπιχειρεῖ νὰ κάνει σύγκριση τῶν ὅσων συμβαίνουν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὰ ὅσα συμβαίνουν ἐκτὸς αὐτῆς. Ἔτσι λέγει, πρέπει νὰ ὀδύρεται κανείς, ὅταν διαπιστώνει τὴν ὕπαρξη ἑνότητας στοὺς κοσμικοὺς ὀργανισμούς, στὶς πόλεις, στοὺς οἴκους, στὸ στράτευμα καὶ ὅμως νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν κατ’ ἐξοχὴν κήρυκα καὶ θεματοφύλακα τῆς εἰρήνης, τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς πιστούς της.

Βεβαίως ἡ ἀποχώρησή του δὲν σήμαινε ὅτι θὰ ἔπαυε νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἑνότητας καὶ γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὰ δύο αὐτὰ ὑπέρτατα ἀγαθά.

Τὸ ἔτος 383 μ.Χ. ἡ ὑγεία του ὑπέστη σοβαρὸ κλονισμό. Πρότεινε ὡς Ἐπίσκοπο τὸν Πρεσβύτερο Εὐλάλιο καὶ ἀποσύρθηκε ὁριστικὰ στὴν ἡσυχία τῆς Ἀριανζοῦ, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 390 μ.Χ. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἐτελεῖτο στὴν ἁγιότατη Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ στὸ μαρτυρικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία βρίσκεται στὴν εἴσοδο τῆς τοποθεσίας ποὺ ὀνομάζεται Δομνίνου, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ὁ φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος ἐναπέθεσε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ὅταν τὸ μετέφερε ἀπὸ τὴ Ναζιανζὸ τῆς Καππαδοκίας στὴν Κωνσταντινούπολη. Κατὰ τὴν δεύτερη μέρα τοῦ Πάσχα οἱ αὐτοκράτορες μετέβαιναν, γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ εὔχονταν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.

Τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι σχετικῶς λίγα. Δὲν ἔχουν τὴν ἔκταση τῶν ἔργων ἄλλων Πατέρων. Παρὰ ταῦτα ἔχουν βάθος καὶ δύναμη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλου. Τὰ ἔργα του ὑπῆρξαν πάντοτε ἡ μεγαλύτερη πηγὴ τῶν δογμάτων. Γι’ αὐτὸ ἔγινε καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἐκφράσεως τῆς λατρείας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’

Ὁ ποιμενικὸς αὐλὸς τῆς θεολογίας σου, τὰς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον

Θεολόγῳ γλώττῃ σου, τὰς συμπλοκὰς τῶν ῥητόρων, διαλύσας ἔνδοξε, ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν ἐξυφανθέντα τὴν Ἐκκλησίαν, ἐστόλισας, ὃν καὶ φοροῦσα σὺν ἡμῖν κράζει, τοῖς σοῖς τέκνοις· χαίροις Πάτερ, θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/sid/1881/sxsaintinfo.aspx

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Το μεγαλείο της ευθύτητας του αγίου Παϊσίου σ’ έναν κόσμο υποκρισίας

Η πρόσφατη απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου[1] για την αγιοκατάταξη του αγιορείτη μοναχού Παϊσίου, ήλθε να επικυρώσει την από χρόνια σχηματισμένη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, περί της αγιότητας του οσίου πατρός. Για τον νεοφανή άγιο έχουν γραφτεί δεκάδες βιβλία και χιλιάδες άρθρα που καταδεικνύουν τα αγιοπνευματικά χαρίσματα, τις ακραίες ασκήσεις, την παραδειγματική αγάπη και την υπερβολική ταπείνωση που τον διέκριναν.
Εκείνο όμως το στοιχείο που θα έπρεπε να επισημανθεί, είναι η αδιαπραγμάτευτη ευθύτητά του. Πρέπει να επισημανθεί ιδιαιτέρως, διότι στις πονηρές ημέρες που ζούμε, το ανδρείο αυτό στοιχείο έχει σχεδόν εκλείψει. Η διπροσωπία και η υποκρισία βαφτίστηκαν έξυπνη διπλωματία στους κοσμικούς κύκλους και «διάκριση»(!) στους εκκλησιαστικούς. Η δε ευθύτητα, στον ελάχιστο βαθμό που έχει απομείνει, χαρακτηρίζεται ως ανόητος δονκιχωτισμός και έλλειψη ταπείνωσης αντίστοιχα.
Το αποτέλεσμα αυτών είναι η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς το «ναι» δεν σημαίνει πάντα «ναι», και το «ου» δεν σημαίνει πάντα «ου». Στη δε πολιτική, το απροκάλυπτο ψεύδος έχει γίνει τόσο φυσικό, που δεν εκπλήσσει και δεν εξεγείρει τις μάζες το ότι δεν τηρούνται ούτε στο ελάχιστο οι προεκλογικές εξαγγελίες των υποψηφίων.

Ζώντας σε μία τέτοια εποχή, ο ασκητής της Παναγούδας, πλήρης από τα χαρίσματα της ταπεινώσεως και της διακρίσεως, δεν έκανε ποτέ διπλωματίες και δημόσιες σχέσεις. Πήρε ανοιχτή θέση για όλα τα φλέγοντα ζητήματα της εποχής μας. Μίλησε καθαρά για τα «τρία πλοκάμια του διαβόλου»[2] τον οικουμενισμό[3], τη μασονία και τον κομμουνισμό, για τις μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων[4], για τις μεταμοσχεύσεις[5], για τις ηλεκτρονικές ταυτότητες[6], για την ομοιοπαθητική[7], για τις προγαμιαίες σχέσεις[8], για τη θεωρία της εξέλιξης[9], για τα εθνικά θέματα[10]. Και οι απόψεις του δεν προσαρμόζονταν ανάλογα με το ακροατήριο. Δεν χάιδευε αυτιά. Δεν ήθελε να γίνει αρεστός, αλλά ωφέλιμος. Οι θέσεις του ήταν ευθείες και κοφτές. Στα λεγόμενα και γραφόμενα του αγίου ουδεμία θέση έχουν δεύτερες και τρίτες ερμηνείες[11].
Επειδή προαισθανόταν (κατά τη γνώμη μου εξαιτίας του προφητικού χαρίσματος που είχε) ότι οι θέσεις του θα έχουν αργότερα βαρύνουσα σημασία για την εκκλησιαστική και την εθνική συνείδηση, φρόντισε ο ίδιος, παρότι ολιγογράμματος, να γράψει βιβλία και επιστολές. Μάλιστα ένα εσχατολογικό τεύχος[12] το εξέδωσε χειρόγραφο με τα ορθογραφικά του λάθη και όχι μηχανογραφημένο, ώστε να μην αμφισβητηθεί μετέπειτα η γνησιότητά του από κανέναν.
Ο άγιος Παΐσιος, ήταν επίσης απαλλαγμένος από την προσωποληψία, ένα από τα πάθη που γεννούν την έλλειψη ευθύτητας. Το κελί της Παναγούδας, όταν ο οικιστής του δεν βυθιζόταν στην ησυχία και την προσευχή, ήταν ανοιχτό για όλο τον κόσμο. Τον γέροντα επισκέπτονταν από επίσκοποι μέχρι σταλινικοί άθεοι και από υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι μέχρι άποροι ναρκομανείς. Όλους τους αντιμετώπιζε με τον ίδιο σεβασμό και αν χρειαζόταν τους έλεγχε με την ίδια παρρησία[13], θέτοντας ως όριο στον έλεγχο, όχι την κοινωνική θέση, αλλά την πνευματική κατάσταση και τη δεκτικότητα του ελεγχόμενου προσώπου.
Η ελεγκτική στάση του οσίου απέναντι σε κάποιους ανθρώπους, αποδεικνύει ότι ο έλεγχος, το «ξεσκόνισμα»[14] όπως ο ίδιος το χαρακτήριζε, όταν γίνεται με αγνές προθέσεις και χωρίς εμπάθεια, όταν γίνεται ενάντια στην αμαρτία ή την αίρεση και όχι ενάντια στο πρόσωπο[15], με σκοπό την πνευματική ωφέλεια του ελεγχόμενου, είναι μια πράξη έμπονης αγάπης, ενώ αντίθετα η κολακεία, αποτελεί ιδιοτελή επίδειξη πνευματικής αδιαφορίας.

Δυστυχώς, η προσωποληψία είναι μια σοβαρή πνευματική ασθένεια που προσβάλει όχι μόνο τους κοσμικούς, αλλά και τους λεγόμενους πνευματικούς ανθρώπους. Πολλοί από εμάς, άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο, επηρεασμένοι από την καθιερωμένη πια νεοελληνική νοοτροπία, αποδίδουμε αφρόνως υπερβολικές τιμές στους ισχυρούς της ημέρας, ενώ παράλληλα περιφρονούμε τους αδυνάτους.
Μία πτυχή της σοβαρής αυτής πτώσης στον εκκλησιαστικό χώρο, για την οποία ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος στην επιστολή του, αναφέρει ρητά ότι ο παραβάτης (αυτής και κάθε άλλης εντολής) είναι παραβάτης ολόκληρου του Νόμου του Θεού[16], τη βλέπουμε να πραγματοποιείται σε κάθε προεκλογική περίοδο, όπου οι υποψήφιοι μαζεύονται εθιμικά μπροστά από την Ωραία Πύλη, στα «επίσημα» (!), σε ξεχωριστή από τους υπολοίπους θέση, ώστε ως άλλοι Φαρισαίοι να αποδείξουν στους πιστούς εκλογείς ότι είναι ευσεβείς. Και όταν εκλεγούν, εκτός από το ότι απέχουν πια από τον μη προεκλογικό εκκλησιασμό, φροντίζουν να νομοθετήσουν ασεβώς εναντίον της κυριακάτικης αργίας, εναντίον των πολυτέκνων, υπέρ της ανέγερσης ισλαμικού τεμένους, υπέρ της ομοφυλοφιλίας κ.λπ.. Οι δε «κοινοί θνητοί» που αποτελούν το εκκλησίασμα, τυχαίνει κάποιες φορές να μένουν έξω από το Ναό, για λόγους ασφαλείας[17]!!!

Ο ταπεινός γέροντας, από την άλλη, έδειχνε την ίδια αγάπη και τιμή στους καταφρονεμένους της ζωής[18] με εκείνη που έδειχνε στους «επιτυχημένους», διότι στο πρόσωπο όλων έβλεπε την εικόνα του Θεού.
Η περιφρόνηση που είχε ο άγιος για τα αξιώματα, καταδεικνύεται και από το ότι αρνήθηκε επίμονα ο ίδιος να λάβει οποιοδήποτε αξίωμα, ακόμα και την ιερωσύνη[19], παρότι του προτάθηκε πολλές φορές από ευλαβείς αρχιερείς, παραμένοντας μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του ένας απλός μοναχός. «Κρύφτηκε» στη μέση του πουθενά, σ’ ένα δάσος του Αγίου Όρους για να μην τιμάται από τον κόσμο. Παρόλα αυτά, χιλιάδες άνθρωποι κατέφευγαν στον αναχωρητή μοναχό για να τους συμβουλεύσει και να τους παρηγορήσει. Το κελλί του έγινε πνευματική όαση στην υλιστική έρημο της Νέας Εποχής.
Ενώ ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να προωθηθεί αυτοδιαφημιζόμενος, να στήσει μια ψεύτικη εικόνα του εαυτού του, να γίνει γνωστός και να εκτιμηθεί από τον κόσμο, ώστε να καλύψει το ψυχικό κενό που δημιουργεί η απομάκρυνσή του από το Θεό, ο άγιος Παϊσιος αναχώρησε από τον κόσμο ώστε να μην ασχολείται κανείς μαζί του και να μείνει άγνωστος στους ανθρώπους, αλλά γνωστός στο Θεό. Κι όμως η φήμη του και τα λόγια του έφτασαν όχι μόνο σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και στην τελευταία άκρη της υφηλίου, τα βιβλία του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, ο ξένος τύπος τον έκανε αντικείμενο έρευνας[20]

Ο άγιος Παΐσιος, καθώς και οι άλλοι σύγχρονοι άγιοι και γέροντες, αποτελούν τα ιδανικά σημερινά πρότυπα ζωής, την αποστόμωση των δικαιολογιών μας περί «άλλων εποχών», την απτή πραγμάτωση του θεωμένου ανθρώπου, την εναλλακτική λύση στις νεοεποχήτικες σούπες που σερβίρονται αφειδώς από τους κατευθύνοντας την κοινή γνώμη.
Είθε να αποκτήσουμε σε αυτόν τον κόσμο του «δήθεν», της υποκρισίας και του ψεύδους, την θεάρεστη ευθύτητα, την αγαπητική ανιδιοτέλεια και την παιδική ειλικρίνεια στις ανθρώπινες σχέσεις μας, με τις πρεσβείες του οσίου Παϊσίου.

Χαράλαμπος Άνδραλης

* Στις υποσημειώσεις αναφέρονται όπου ήταν δυνατό οι διαδικτυακές πηγές, ώστε να είναι ευκολότερα προσβάσιμες στους αναγνώστες



[1] http://makkavaios.blogspot.gr/2015/01/blog-post_28.html
[2] http://www.impantokratoros.gr/33DC5EAF.el.aspx
[3] http://aktines.blogspot.gr/2015/01/blog-post_51.html#more
[4] http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1409
[5] http://www.im-glyfadas.gr/01/05/01050030.asp
[6] http://orthodox-watch.blogspot.gr/2010/06/blog-post_16.html
[7] http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=405
[8] π. Γεωργίου Καλπούζου «Έφηβοι και προγαμιαίες σχέσεις», σελ. 60-67
[9] http://www.egolpion.com/paisios_exelixh.el.aspx
[10] Αθ. Ρακοβαλή, Ο Πατήρ Παΐσιος μου είπε, σελ 68
Νικολάου Ζουρνατζόγλου, Μαρτυρίες Προσκυνητών, Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, τόμος Α', σελ 259
Νικολάου Ζουρνατζόγλου, Μαρτυρίες Προσκυνητών, Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, τόμος Β', σελ 373.
Ιερομόναχου Χριστόδουλου, «Σκεύος Εκλογής», Σελ :219
Πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση, "Ο Γέροντας Παΐσιος", 1995
[11] Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των πολιτικών μας, οι οποίοι μπορούν να μιλάνε ώρες, χωρίς να λένε τίποτα σαφές.
[12] http://anavaseis.blogspot.gr/2010/07/666.html
[13] http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr/2015/01/blog-post_77.html
[14] http://xristianos.gr/forum/viewtopic.php?f=14&t=12293
[15] http://www.oodegr.co/oode/pateres1/paisios/gramma_nomou1.htm

[16] Ιακ. Β΄, 10


[17] http://www.zougla.gr/greece/article/frourio-o-agios-dimitris-tis-8esalonikis
[18] http://xristianos.gr/forum/viewtopic.php?f=14&t=12941
[19] Γέροντος Παΐσιου Λόγοι Α' Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999
[20] http://www.wsj.com/articles/SB10001424127887324469304578143271912956476

Το Χριστιανικό Βίωμα

Κωνσταντίνου Αν. Σπυρόπουλου
φοιτητή Θεολογίας

     
Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε πως κάθε Κυριακή πρωί συντελείται ένα ταξίδι στην ψυχή του κάθε πιστού. Φθάνοντας κάποιος στην εκκλησία και παρακολουθώντας τον αναστάσιμο-κυριακάτικο όρθρο, ταξιδεύει νοητά στα Ιεροσόλυμα. Βλέπει τον άγγελο καθήμενο στον λίθο του μνήματος, ακούει με τις μυροφόρες το «οὐκ ἔστιν ὧδε ἀλλ’ ἠγέρθη», εισέρχεται στο μνήμα με τον Πέτρο και τον άλλο μαθητή και αντικρίζει το σουδάριο, βγαίνει και κηρύττει «τὸν τῆς ἀναστάσεως λόγο» ότι «ἀνέστη ὁ Κύριος», του εμφανίζεται ο Κύριος στη σύναξη των αποστόλων, και αν απιστήσει, επιβεβαιώνει την πίστη του μαζί με τον Θωμά.

      Κάθε Κυριακή πρωί λοιπόν, ο χριστιανός ζει το γεγονός της Ανάστασης και καλείται να καταστεί κήρυκας του Ευαγγελίου, όχι με γνωσιολογικά κριτήρια, αλλά με το προσωπικό χριστιανικό βίωμα. Γίνεται αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας και αναφωνεί με τον «ηγαπημένο μαθητή», «ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν Πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν, ὅ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν ἀπαγγέλομεν ὑμῖν» (Α’ Ιωαν. 1,2-3).

      Αυτό είναι ο ορισμός του χριστιανού. Ο χριστιανός για να είναι όντως χριστιανός χρειάζεται το βίωμα, όλη του η ζωή να είναι συνυφασμένη με τη χριστιανική του ιδιότητα. Να μιλά και να καταλαβαίνουν πως είναι χριστιανός, να περπατά και αυτοί που δεν τον γνωρίζουν να λένε, «να ένας χριστιανός»! Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας, κατά τη διάρκεια των διωγμών, τους μάρτυρες τους ρωτούσε ο διοικητής, «πώς σε λένε;», και ο μάρτυρας απαντούσε, «χριστινός είμαι!», ρωτούσε «από πού είσαι;», λάμβανε την ίδια απάντηση, και σε όποια άλλη ερώτηση και αν του γινόταν, εκείνος με γενναίο φρόνημα απαντούσε «χριστιανός είμαι».

      Δυστυχώς σήμερα, είμαστε κατ’ επίφαση χριστιανοί, ή στην καλύτερη περίπτωση τα πρώτα δέκα λεπτά που ακολουθούν τον εκκλησιασμό ή την ανάγνωση κάποιου πνευματικού βιβλίου. Το πρόβλημα των ημερών μας εδράζεται στην απουσία του εκκλησιαστικού-χριστιανικού βιώματος. Διότι αν είχαμε αυτό το βίωμα όλα τα καθημερινά, υλικά, ηδονικά πράγματα δεν θα είχαν καμία σημασία και θα μπορούσαμε να ξεστομίσουμε τον μεστό από έμπρακτο χριστιανικό βίωμα Παύλειο λόγο, «ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. 1,21).

      Για να αποκτήσουμε αυτό το σωτήριο βίωμα είναι ανάγκη να γυρίσουμε, όπως ο άσωτος υιός, στο Θεό Πατέρας μας και την μητέρα μας την αγία Εκκλησία. Να σταματήσει η αποστασία, εξαιτίας της οποίας οδηγηθήκαμε σε αυτήν την κατακρήμνιση της κοινωνίας μας αλλά και της προσωπικής ύπαρξης του καθενός. Ας αφουγκραστούμε τον προφήτη Ησαΐα, ο οποίος ελεγκτικά φωνάζει «οὐαὶ τέκνα ἀποστάται» (Ησ. 30,1), και αμέσως μετά να ακούσουμε «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» (Ησ. 40,3), τον Πρόδρομο και Βαπτιστή, απ’ τα βάθη της ερήμου του Ιορδάνη που κηρύσσει μετάνοια!


      Μετάνοια χρειαζόμαστε! Μετάνοια για τις αμαρτίες μας, για τις στεναχώριες που ποτίσαμε τους αδελφούς μας, για τις αδικίες που διαπράξαμε ορμώμενοι από εγωκεντρικά και φίλαυτα αισθήματα. Η οδός της σωτηρίας, του χριστιανικού δηλαδή βιώματος, το οποίο θα μας δώσει τη δυνατότητα να γίνουμε μυροφόροι στον τάφο του Ζωοδότη Χριστού, να Τον αντικρίσουμε με τους αποστόλους και να Τον ψηλαφίσουμε μαζί με το Θωμά, είναι η Μετάνοια, η Εξομολόγηση και η θεία Ευχαριστία! Τότε θα μπορούμε ειλικρινά να φωνάξουμε απ’ τα βάθη της καρδιάς μας, με τον απόστολο Παύλο, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20)!