Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος ὁ Πρωτόκλητος


Μορφὴ βιβλική. Φυσιογνωμία προνομιοῦχος καὶ διαλεχτή. Πρῶτος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀποστόλους γνώρισε τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ πρῶτος κλήθηκε νὰ τὸν ἀκολουθήσει, γι’ αὐτὸ καὶ Πρωτόκλητος. Τὸ ὄνομά του τὸ ἱερὸ κατέχει ἰδιαίτερη θέση στὴν ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων.
Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους τοῦ Ἔθνους μας.

Ὁ Ἀνδρέας καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδᾶ τῆς Γαλιλαῖας καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ πρωτοκορυφαίου Ἀποστόλου Πέτρου. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν ψαράς.
Ἦταν ὅμως ἀπὸ τὶς εὐγενικὲς ἐκεῖνες ψυχές, ποὺ μελετοῦσαν τοὺς προφῆτες καὶ περίμεναν μὲ λαχτάρα τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου.
Ὁ Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Ἐὐαγγελιστὴ, ὑπῆρξαν στὴν ἀρχὴ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, ποὺ βρισκόντουσαν στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη καὶ ὁ Πρόδρομος τοὺς ἔδειξε τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς εἶπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οἱ δυὸ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, ποὺ χωρὶς κανένα δισταγμὸ καὶ ἐπιφύλαξη ἀφήκαν ἀμέσως τὸν δάσκαλό τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ. Τὸν ἀκολούθησαν μὲ προθυμία καὶ ζῆλο κι ἔμειναν κοντά του ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Τί εἶδαν καὶ τί ἄκουσαν ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἀξέχαστες ὧρες; Χωρὶς ἄλλο, λόγια ἅγια καὶ θεία. Ρήματα ζωῆς αἰωνίου. Λόγια, ποὺ τοὺς συνεπῆραν τὴν ψυχὴ καὶ τοὺς ἔκαμαν νὰ πιστέψουν πὼς στ’ ἀλήθεια ὁ Ἰησοῦς ἦταν Ἐκεῖνος ποὺ περίμεναν.
Ὁ Μεσσίας. Ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων.

Τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὴν ἱκανοποίησή τους ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία καὶ ἐπαφή τους μὲ τὸν Κύριο τὴν βλέπουμε ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἀνδρέα. Μόλις χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ, ἔτρεξε νὰ συναντήσει τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του Πέτρο καὶ νὰ τοῦ πεῖ μὲ χαρά: «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν (ὁ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον Χριστός) καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν». Πόση καλοσύνη. Πόση εὐγένεια ψυχῆς! Πόση ἀγάπη! Δὲν κράτησε μόνος τὴν χαρά του. Ἔσπευσε νὰ τὴν μοιραστεῖ μὲ τὸν ἀδελφό του. Καὶ εἶχε δίκαιο! Κεῖνος ποὺ γεύτηκε τὸ μέλι τοῦ Εὐαγγελίου δὲν μπορεῖ νὰ τὸ τρώει μόνος του. Ἡ πραγματικὴ χάρη, ὅταν φωτίσει τὴν ψυχή, βάνει τέρμα στὸ πνευματικὸ μονοπώλιο, λέει καὶ ἕνας μεγάλος ἱεραπόστολος τοῦ περασμένου αἰώνα.

Ἡ περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἕνα ἔξοχο παράδειγμα ἀδελφικῆς ἀλληλεγγύης καὶ πνευματικότητας. Τὰ ἀδέλφια μας, οἱ γονεῖς μας, οἱ συγγενεῖς μας, οἱ οἰκεῖοι μας πρέπει νὰ εἶναι γιὰ μᾶς πρόσωπα προσφιλή. Πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ μοιραστοῦμε κάθε στιγμὴ καὶ τὴν χαρὰ καὶ τὴν λύπη μας. Σ’ αὐτοὺς θὰ ποῦμε τὸν καλὸ τὸν λόγο. Θὰ δώσουμε τὸ χριστιανικὸ ἔντυπο. Θὰ τοὺς καλέσουμε σὲ μία χριστιανικὴ συγκέντρωση. Θὰ τοὺς ποῦμε σὲ μίαν ἐπίσκεψη: «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ἀδελφοί μας! Ἐλᾶτε στὸν Χριστό. Αὐτὸς εἶναι ἡ χαρά. Αὐτὸς ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς. Αὐτὸς ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Μὴ σᾶς σκανδαλίζουν μερικὰ ἔκτροπα, ποὺ βλέπετε γύρω σας. Μὴ σᾶς σκανδαλίζει ἡ ζωὴ μερικῶν, ποὺ αὐτοκαλοῦνται χριστιανοὶ καὶ θέλουν τάχατες νὰ δείχνουν καὶ τὸν δρόμο στοὺς ἄλλους. Ἐσεῖς κοιτᾶτε μόνο τὸν Χριστό. Αὐτὸς καὶ μόνο αὐτὸς στὸν κόσμο τοῦτο δίνει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ ζωὴ ὅλων τῶν ἁπλῶν, τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν. Τὸ βεβαιώνει ἡ ζωὴ καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου ἀποστόλου μας.

Ὕστερα ἀπὸ τὸ ἐπεισόδιο, ποὺ ἀναφέραμε, τόσο ὁ Ἀνδρέας, ὅσο καὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ξαναγύρισαν στὰ πλοῖα τους καὶ ἔπιασαν πάλι τὴν δουλειά τους. Δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη ἡ εὐλογημένη ὤρα νὰ ἀρχίσει ὁ Κύριος τὸ ἔργο του. Αὐτὸ ἔγινε λίγες μέρες ἀργότερα. Ἐκεῖ στὴν λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ οἱ δυὸ ἀδελφοὶ καταγίνονταν νὰ ρίψουν τὰ δίχτυα τους στὴν θάλασσα, ὅταν τοὺς ξαναβρῆκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς κάλεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. «Δεῦτε ὀπίσω μου», τοὺς εἶπε, «καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Καὶ αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῶ». «Εὐθέως», χωρὶς καμιὰ χρονοτριβή, χωρὶς καμιὰ ἀναβολὴ τὸν ἀκολούθησαν. Στὴν περίσταση αὐτὴ ἔμοιασαν μὲ τὸν σοφὸ καὶ συνετὸ ἐκεῖνο ἔμπορο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ποὺ ζητοῦσε νὰ βρεῖ καὶ ν’ ἀγοράσει μαργαριτάρια. Καὶ ὅταν βρῆκε κάποτε ἕνα σπουδαῖο καὶ «πολύτιμον μαργαρίτην», ἔσπευσε νὰ πωλήσει ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νὰ τὸν ἀγοράσει. Αὐτὸ ἔκαμαν καὶ οἱ δύο ἀδελφοί.

Ὁ Ἀνδρέας ἀκολούθησε τὸν Κύριο πιστὰ καὶ πρόθυμα μέχρι τέλους. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς μαθητείας του δύο ἀπὸ τὰ πολλὰ ἐπεισόδια καταδεικνύουν τὴν ἰδιαίτερη θέση, ποὺ εἶχε ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους μαθητὲς καὶ κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. Τὸ πρῶτο συνέβηκε στὴν ἔρημο. Τὰ πλήθη, ποὺ εἶχαν πληροφορηθεῖ πὼς ὁ Κύριος βρισκόταν ἐκεῖ, μαζεύτηκαν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη γύρω, γιὰ νὰ ζητήσουν τὶς εὐεργεσίες του καὶ ν’ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του. Κόντευε νὰ δύσει ὁ ἥλιος καὶ κανένας δὲν ἔλεγε νὰ φύγει. Κάποια στιγμὴ ὁ Ἰησοῦς φώναξε κοντά του τὸν Φίλιππο καὶ τὸν ρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ καὶ μὲ τί χρήματα θὰ ἀγοράσουμε ψωμιά, γιὰ νὰ φάγουν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι;» Ὁ Κύριος φυσικὰ γνώριζε τί θὰ ἔκαμνε. Τὸ εἶπε ὅμως αὐτό, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς ἄλλους μαθητές. Καὶ αὐτὸς ἀπὸ μέρους καὶ τῶν ἄλλων μαθητῶν γεμάτος ἀμηχανία ἀπήντησε: «Διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκούσιν αὐτοὶς ἵνα ἕκαστος αὐτῶν βραχὺ τί λαβή». Διακοσίων δηναρίων ψωμιὰ δὲν φτάνουν, ὄχι γιὰ νὰ χορτάσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ πάρει ὁ καθένας μιὰ μπουκιά. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη πετάχτηκε ὁ Ἀνδρέας κι εἶπε. «Κύριε, εἶναι ἐδῶ ἕνα παιδάκι, ποὺ ἔχει πέντε κριθαρένια ψωμιὰ καὶ δυὸ ψαράκια» (Ἰωάν. στ’ 9). Φυσικὰ πέντε κριθαρένια ψωμιὰ καὶ δυὸ ψαράκια δὲν εἶναι τίποτα γιὰ τόσο κόσμο. Μὰ ἐσύ Κύριε, μπορεῖς νὰ τὰ εὐλογήσεις καὶ τότε, ὦ, ναί! Τότε μποροῦν νὰ φᾶνε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ περισσέψουν. Πρόσωπο μὲ παρρησία καὶ μὲ μία λανθάνουσα πίστη στὸν Χριστό μας παρουσιάζει τὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ τὸν Ἀνδρέα.

Πρόσωπο μὲ πλατιὰ καὶ μεγάλη καρδιὰ μᾶς τὸν παρουσιάζει τὸ δεύτερο ἐπεισόδιο. Συγχρόνως ὅμως καὶ ἄνθρωπο μὲ τόλμη, ποὺ δὲν διστάζει νὰ πάρει μία μεγάλη ἀπόφαση καὶ ν' ἀναλάβει συνάμα καὶ τὶς εὐθύνες του. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο ἔδωκαν μερικοὶ συμπατριῶτες μας Ἕλληνες. Ἦταν οἱ μέρες τοῦ Πάσχα, τοῦ τελευταίου Πάσχα τοῦ Κυρίου μας. Μέσα στὰ πλήθη, ποὺ μαζεύτηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου, ἦταν καὶ αὐτοί. Ἀσφαλῶς ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν προσηλυτισθεῖ στὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πνευματικὴ θρησκεία τοῦ Ἰσραὴλ τοὺς εἶχε τραβήξει μέσα στὴν καρδιά τους βαθὺ τὸν πόθο νὰ τὸν γνωρίσουν. Πλησίασαν λοιπὸν τὸν Φίλιππο – ἴσως τὸ ἑλληνικό του ὄνομα τοὺς ἔδωκε τὸ θάρρος – καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν Χριστό. Ὁ Φίλιππος ὅμως ἔσπευσε νὰ ζητήσει τὴ γνώμη τοῦ Ἀνδρέα. Γιατί τοῦ Ἀνδρέα; Γιατί ἦταν συμπατριώτης του καὶ ἤξερε τὴν παρρησία του. Ἀλλὰ καὶ γιατί ὁ Ἀνδρέας ἦταν γνωστὸς σὰν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν μεγάλη καρδιὰ καὶ τὸ θέμα θὰ τὸ ἀντίκριζε ὄχι μὲ τὴ στενὴ ἰουδαϊκὴ ἀντίληψη, πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε καὶ ἀνῆκε μόνο στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Καὶ πραγματικὰ ἡ στάση του δικαίωσε τὴν φήμη του.

Ὁ Ἀνδρέας, σὰν ἔμαθε ἀπὸ τὸν Φίλιππο τὸ περιστατικό, χωρὶς νὰ χάσει καιρό, πῆρε τοὺς Ἕλληνες καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν τοὺς ἔφερε στὸν Χριστὸ (Ἰωάν. ιβ’ 20 – 22). Τί φανερώνει καὶ τὸ ἐπεισόδιο αὐτό; Τὴν μεγάλη, τὴν πλατιά του καρδιά, μὰ καὶ τὴν οἰκειότητά του πρὸς τὸν Χριστό. Εὐτυχεῖς ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μιμοῦνται τὸν Πρωτόκλητο καὶ βοηθοῦν καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ πλησιάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Κύριο.

Ἡ ζωὴ τοῦ Πρωτοκλήτου κατὰ τὰ τρία χρόνια τῆς μαθητείας εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων μαθητῶν. Ἀχόρταγα καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους ρουφοῦσε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ θείου Διδασκάλου τὰ «ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς». Μαζί του περιέτρεχε τὴν Ἅγια Γῆ καὶ ἔβλεπε τὶς εὐεργεσίες καὶ τὰ θαύματά του. Βαθιὰ ἦταν ἡ συγκίνησή του γιὰ τὴν ὑποδοχή, ποὺ ὁ περιούσιος λαὸς ἐπεφύλαξε στὸν Κύριό μας «πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα». Πιὸ βαθιὰ ἡ θλίψη του γιὰ τὴ σύλληψη τοῦ Διδασκάλου του καὶ γιὰ ὅσα ἀκολούθησαν αὐτή. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου ὅμως κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ ἐνῶ πιὰ εἶχε βραδιάσει καὶ οἱ πόρτες τοῦ σπιτιοῦ ἦταν κλειστὲς «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ξανάφερε στὴν ψυχή του τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἐλπίδα. Ὁ Ἀνδρέας παρευρέθηκε στὴν Ἀνάληψη καὶ ἔλαβε μέρος στὴν ἐκλογὴ τοῦ Ματθία.

Μετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁ Ἀπόστολός μας, ὅπως ψάλλει καὶ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος, ἀφοῦ «διεπέτασε τὸ ἱστίον τοῦ Πνεύματος, ὡς κύμα γαληνὸν πραέτω πνεύματι κινούμενον, πάσαν ἐπλούτισε τὴν γῆν τοῦ ἐνθέου κηρύγματος». Ὁ Ἀνδρέας ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Σκυθία, δηλαδὴ ἡ σημερινὴ νότιος Ρωσία, ἡ Ἑλληνικὴ Βιθυνία, ὁ Πόντος, ἡ Θράκη, ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος κι ἡ Ἀχαΐα ποτίστηκαν πλούσια μὲ τὸν τίμιο ἱδρώτα τοῦ Πρωτοκλήτου. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Βυζαντίου, ποὺ ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ τὸν Ἀπόστολό μας ἱδρύθηκε. Ἐδῶ ὁ Ἀνδρέας ἐγκατέστησε πρῶτο ἐπίσκοπο τὸν Ἀπόστολο Στάχυ κιαὶαὐτοῦ διάδοχος εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Σὲ μία του περιοδεία, ἀναφέρεται ἀπὸ τὴν παράδοση, πὼς ὁ Ἅγιος μας ἦλθε καὶ στὸ νησί μας. Τὸ καράβι, ποὺ τὸν μετέφερε στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ τὴν Ἰόππη, λίγο πρὶν προσπεράσουν τὸ γνωστὸ ἀκρωτήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα καὶ τὰ νησιά, ποὺ εἶναι γνωστὰ μὲ τὸ ὄνομα Κλεῖδες, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει ἐκεῖ σ’ ἕνα μικρὸ λιμανάκι, γιατί κόπασε ὁ ἄνεμος. Τὶς μέρες αὐτὲς τῆς νηνεμίας τοὺς ἔλειψε καὶ τὸ νερό. Ἕνα πρωί, ποὺ ὁ πλοίαρχος βγῆκε στὸ νησὶ καὶ ἔψαχνε νὰ βρεῖ νερό, πῆρε μαζί του καὶ τὸν Ἀπόστολο. Δυστυχῶς πουθενὰ νερό. Κάποια στιγμή, ποὺ ἔφτασαν στὴ μέση τῶν δυὸ ἐκκλησιῶν, ποὺ ὑπάρχουν σήμερα, τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς καινούργιας, ποὺ εἶναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ὁ Ἅγιος γονάτισε μπροστὰ σ’ ἕνα κατάξερο βράχο καὶ προσευχήθηκε νὰ στείλει ὁ Θεὸς νερό. Ποθοῦσε τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅσοι ἦταν ἐκεῖ στὸν Χριστό. Ὕστερα σηκώθηκε, σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ τὸν βράχο καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἀπὸ τὴν ρίζα τοῦ βράχου βγῆκε ἀμέσως μπόλικο νερό, ποὺ τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ’ ἕνα λάκκο τῆς παλαιᾶς ἐκκλησίας καὶ ἀπ’ ἐκεῖ προχωρεῖ καὶ βγαίνει ἀπὸ μία βρύση κοντὰ στὴ θάλασσα. Εἶναι τὸ γνωστὸ ἁγίασμα. Τὸ εὐλογημένο νερό, ποὺ τόσους ξεδίψασε, μὰ καὶ τόσους ἄλλους, μυριάδες ὁλόκληρες, ποὺ τὸ πῆραν μὲ πίστη δρόσισε καὶ παρηγόρησε. Καὶ πρῶτα – πρῶτα τὸ τυφλὸ παιδὶ τοῦ καπετάνιου.

Ἦταν καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πρόσωπα τοῦ καραβιοῦ ποὺ μετέφερε ὁ πατέρας. Γεννήθηκε τυφλὸ καὶ μεγάλωσε μέσα σὲ ἕνα συνεχὲς σκοτάδι. Ποτέ του δὲν εἶδε τὸ φῶς. Δένδρα, φυτά, ζῶα ἀγωνιζόταν νὰ τὰ γνωρίσει μὲ τὸ ψαχούλεμα. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅταν οἱ ναῦτες γύρισαν μὲ τὰ ἀσκιὰ γεμάτα νερὸ καὶ ἐξήγησαν τὸν τρόπο ποὺ τὸ βρῆκαν στὸ νησί, ἕνα φῶς γλυκιᾶς ἐλπίδας ἄναψε στὴν καρδιὰ τοῦ δύστυχου παιδιοῦ. Μήπως τὸ νερὸ αὐτό, σκέφτηκε, ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸν ξηρὸ βράχο ὕστερα ἀπ’ τὴν προσευχὴ τοῦ παράξενου ἐκείνου συνεπιβάτη τους, θὰ μποροῦσε νὰ χαρίσει καὶ σ’ αὐτὸν τὸ φῶς του ποῦ ποθοῦσε; Ἀφοῦ μὲ θαυμαστὸ τρόπο βγῆκε, θαύματα θὰ μποροῦσε καὶ νὰ προσφέρει. Μὲ τούτη τὴν πίστη καὶ τὴν βαθιὰ ἐλπίδα ζήτησε καὶ τὸ παιδὶ λίγο νερό. Διψοῦσε. Καιγόταν ἀπ’ τὴν δίψα. Ὁ Ἀπόστολος, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, ἔσπευσε καὶ ἔδωσε στὸ παιδὶ ἕνα δοχεῖο γεμάτο ἀπὸ τὸ δροσερὸ νερό. Ὅμως τὸ παιδὶ προτίμησε, ἀντὶ νὰ δροσίσει μὲ τὸ νερὸ τὰ χείλη του, νὰ πλύνει πρῶτα τὸ πρόσωπό του. Καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Μόλις τὸ δροσερὸ νερὸ ἄγγιξε τοὺς βολβοὺς τῶν ματιῶν τοῦ παιδιοῦ, τὸ χρόνιο σκοτάδι ἄρχισε νὰ διαλύεται. Καὶ ἕνα φῶς, ἱλαρὸ φῶς, ἄρχισε νὰ λούζει τὰ γύρω πράγματα...

— Πατέρα, πατέρα, ἄρχισε νὰ φωνάζει τὸ παιδὶ πότε ψαχουλεύοντας καὶ πότε τρέχοντας νὰ βρεῖ τὸν πατέρα. Καὶ ὁ καπετάνιος ποὺ τρόμαξε ἀπ' τὶς φωνὲς τοῦ παιδιοῦ τρέχει καὶ αὐτὸς πρὸς τὸ μέρος ποὺ ἀκουόταν ἡ φωνή. Στὸ ἀντίκρισμα τοῦ παιδιοῦ του σταμάτησε, ἔσκυψε καὶ ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά του.
— Παιδί μου, τί σου συμβαίνει; ρώτησε μὲ τρόμο ὁ πατέρας.
— Βλέπω! Πατέρα μου, βλέπω! Γιὰ κοίτα με, βλέπω τὴν θάλασσα, τοὺς ἀνθρώπους, τὰ πανιὰ τοῦ καραβιοῦ μας ποὺ φουσκώνουν. Πατέρα, τὸ εὐλογημένο νερὸ ποὺ μοῦ ἔδωκε ἐκεῖνος ὁ παππούλης, γιὰ νὰ πιῶ καὶ νὰ πλυθῶ, αὐτό μου χάρισε ὅτι ποθούσαμε. Τὸ φῶς μου, πατέρα...

Ὕστερα ἀπὸ μικρὴ διακοπὴ ποὺ πέρασε μέσα σὲ δάκρυα καὶ ἀναφιλητὰ εὐγνωμοσύνης ὁ καπετάνιος σηκώθηκε καὶ εἶπε:
— Παιδί μου, πᾶμε νὰ βροῦμε τὸν παππούλη ποὺ λές, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουμε γιὰ ὅτι μας χάρισε!
— Ὄχι ἐμένα, εἶπε ὁ Ἀπόστολος ποὺ πλησίασε. Τὸν Χριστὸ νὰ εὐχαριστήσουμε ὅλοι. Αὐτὸς μᾶς ἔδωκε τὸ νερό. Αὐτὸς γιάτρεψε καὶ τὸ παιδί. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ μᾶς σώσει!

Καὶ ὁ   Ἀπόστολος, ποὺ τὸν κοίταζαν ὅλοι μὲ θαυμασμό, ἄρχισε νὰ τοὺς μιλᾶ καὶ νὰ τοὺς διδάσκει τὴ νέα θρησκεία. Τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας πολὺ καρποφόρο. Ὅσοι τὸν ἄκουσαν πίστεψαν καὶ βαφτίστηκαν. Τὴν ἀρχὴ ἔκανε ὁ καπετάνιος μὲ τὸ παιδί του, ποὺ πῆρε καὶ τὸ ὄνομα Ἀνδρέας. Καὶ ὕστερα ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐπιβάτες καὶ μερικοὶ ψαράδες ποὺ ἤσαν ἐκεῖ. Πίστεψαν ὅλοι στὸν Χριστὸ ποὺ τοὺς κήρυξε ὁ Ἀπόστολός μας καὶ βαφτίστηκαν. Φυσικὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ παιδιοῦ, ἀκολούθησαν καὶ ἄλλα, καὶ ἄλλα. Στὸ μεταξὺ ὁ ἄνεμος ἄρχισε νὰ φυσᾶ καὶ τὸ καράβι ἑτοιμάστηκε γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του. Ὁ Ἀπόστολος, ἀφοῦ κάλεσε κοντά του ὅλους ἐκείνους ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ βαφτίστηκαν, τοὺς ἔδωκε τὶς τελευταῖες συμβουλές του καὶ τοὺς ἀποχαιρέτησε. Ἔτσι στὸ εὐλογημένο νησὶ ὀργανώθηκε ἀκόμη μιὰ ὁμάδα, μία ἐκκλησία πιστῶν στὸν ἕνα ἀληθινὸ Θεό.

Ἀργότερα, μετὰ ἀπὸ χρόνια, κτίστηκε στὸν τόπο αὐτὸν ποὺ περπάτησε καὶ ἅγιασε μὲ τὴν προσευχή, τὰ θαύματα καὶ τὸν ἱδρώτα του ὁ Πρωτόκλητος μαθητής, τὸ μεγάλο μοναστήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα, ποὺ μὲ τὸν καιρὸ εἶχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητὲς ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς Κύπρου, ὀρθόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι κι ἀλλόθρησκοι ἀκόμη, συνέρεαν στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα τοῦ Ἀποστόλου, νὰ βαφτίσουν ἐκεῖ τὰ νεογέννητα παιδιά τους καὶ νὰ προσφέρουν τὰ πλούσια δῶρα τους σὲ χρῆμα ἢ σὲ εἴδη, γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὰ εὐχαριστῶ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὸν θεῖο Ἀπόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωὰμ ἦταν ἡ ἐκκλησία του γιὰ τοὺς πονεμένους. Πλεῖστα ὅσα θαύματα γινόντουσαν ἐκεῖ σὲ ὅσους μετέβαιναν μὲ πίστη ἀληθινὴ καὶ συντριβὴ ψυχῆς.

Σὲ ὅλους τους ναοὺς τοῦ μαρτυρικοῦ νησιοῦ μας θὰ βροῦμε τὴν ἁγία εἰκόνα του καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι τὸ πιὸ συνηθισμένο μεταξὺ τῶν κατοίκων (Ἀνδρέας ἢ Ἀδρεανὴ - Ἀνδρούλα) καὶ τὸ πιὸ διαδεδομένο. Γιὰ λόγους ποὺ μόνο ὁ Κύριος γνωρίζει, ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια – ἀπὸ τὸ 1974 — τὸ ἅγιο μοναστήρι μαζὶ μὲ ὅλη τὴν Καρπασία, τὴ Μεσαορία καὶ τὴ Βόρειο Κύπρο ἔχει περιέλθει στὴν κυριαρχία τοῦ πιὸ βάρβαρου εἰσβολέα, τοῦ Τούρκου. Οἱ εὐλογημένες ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται στὰ μέρη αὐτὰ μένουν κανονικὰ ἀλειτούργητες. Καὶ οἱ καμπάνες σώπασαν ἀπὸ τότες νὰ κτυποῦν καὶ νὰ καλοῦν τοὺς πιστοὺς σὲ συναγερμὸ ψυχῆς. Τὸ ἁγίασμα ὅμως ποὺ βγῆκε ἀπ’ τὴν γῆ ὕστερα ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου Ἀνδρέου μένει καὶ συνεχίζει τὸ κελάρυσμά του. Συνεχίζει τὸ κελάρυσμά του καὶ περιμένει τὴν ἁγία ὥρα, ποὺ οἱ πιστοὶ τοῦ νησιοῦ, πλυμένοι καὶ καθαρισμένοι μέσα στὰ δάκρυα μιᾶς εἰλικρινοῦς μετάνοιας, θὰ ἀξιωθοῦν ἐλεύθεροι καὶ πάλι νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸ ὄμορφο μοναστήρι γιὰ νὰ ψάλουν τὰ εὐχαριστήρια στὸν Κύριο γιὰ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς πικρῆς δοκιμασίας καὶ νὰ πιοῦν καὶ νὰ δροσίσουν τὰ χείλη ἀπὸ τὸ γλυκὸ νερό. Ὁ Θεὸς νὰ δώσει, μὲ τὴν βοήθεια τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, μὰ καὶ τῶν ἄλλων Ἁγίων της Κύπρου μας, ἡ μέρα αὐτὴ νὰ ἔρθει τὸ γρηγορότερο.

Τὸ τέλος τοῦ Ἀποστόλου ὑπῆρξε ἀνάλογο τῆς ἱστορίας του. Μαρτύρησε στὴν Πάτρα, ὅπου εἶχε φτάσει, γιὰ νὰ μεταδώσει καὶ ἐδῶ τὸ μήνυμα τῆς λυτρώσεως καὶ νὰ σκορπίσει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπίσκεψή του ἀπὸ τὴν πλευρὰ αὐτὴ ἔφερε πολλοὺς καρπούς. Σὲ λίγες μέρες τὸ κήρυγμά του μαζὶ μὲ τὰ πολλά του θαύματα συγκλόνισε κυριολεκτικὰ τὰ θεμέλια τῆς εἰδωλολατρίας στὴν Ἀχαΐα. Ἀνάμεσα στοὺς πρώτους, ποὺ πίστεψαν, ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἀνθύπατος. Ἔτσι λεγόνταν κατὰ τοὺς ρωμαϊκοὺς χρόνους οἱ Ρωμαῖοι ἄρχοντες, ποὺ διοικοῦσαν μία ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες τοῦ κράτους. Τῆς πόλεως, ὁ Λέσβιος ὅπως λεγόταν, ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ἄξαφνα βαριὰ καὶ τὸν εἶχε γιατρέψει ὁ Ἀπόστολός μας. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἀνθύπατου ἔσπευσαν ν’ ἀκολουθήσουν καὶ ἄλλοι εἰδωλολάτρες. Μὰ τὸ πράγμα ἔγινε γνωστὸ στὴν Ρώμη. Ὁ αὐτοκράτορας Νέρων λύσσαξε ἀπ’ τὸ κακό του καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀμέσως ὁ Λέσβιος ἀπὸ κάποιο Αἰγεάτη, πολὺ φανατικὸ εἰδωλολάτρη καὶ πολὺ σκληρό.

Ὁ Πρωτόκλητος ἔχοντας συνοδὸ τὸν Λέσβιο συνεχίζει καθημερινὰ τὰ κηρύγματά του καὶ τὶς θαυματουργικές του θεραπεῖες. Πλήθη λαοῦ ἀπ’ ὅλη τὴν Ἀχαΐα τὰ παρακολουθοῦν μὲ ἐνδιαφέρον καὶ πολλοὶ κάθε μέρα πυκνώνουν τὶς τάξεις τῶν πιστῶν. Μέσα σ’ αὐτοὺς προστίθενται τώρα καὶ ἡ σύζυγος τοῦ Αἰγεάτη, ἡ Μαξιμίλλα, ὁ ἀδελφός του Στρατοκλῆς, σοφὸς μαθηματικός, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του καὶ τὴ συνοδεία του.



Ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης, ἂν καὶ εἶδε τὴν γυναίκα του Μαξιμίλλα νὰ σώζεται ἀπὸ βέβαιο θάνατο μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Πρωτοκλήτου, ἂν καὶ εἶδε τὸν ἀδελφό του Στρατοκλῆ, ποὺ τὸν ἐκτιμοῦσε τόσο, νὰ προσχωρεῖ στὴ νέα πίστη, ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἔμεινε ἀσυγκίνητος. Κάτι περισσότερο. Πείσμωσε μὲ τὴ γυναίκα του καὶ ἀξίωσε ἀπ’ αὐτὴν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Μαξιμίλλα ὅμως δὲν δέχτηκε ν’ ἀκούσει.

– Προτιμῶ, τοῦ εἶπε, νὰ χωριστῶ ἀπὸ σένα παρὰ ἀπὸ τὸν Χριστό μου.

Καὶ αὐτός, τυφλωμένος ἀπ’ τὸ πάθος του, διατάσσει νὰ συλλάβουν τὸν Πρωτόκλητο καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴ φυλακή. Γιὰ νὰ ἐκβιάσει δὲ περισσότερο τὴν ἀφοσιωμένη στὸν Χριστὸ γυναίκα, τὴν ἀπειλεῖ πώς, ἂν δὲν ἐπιστρέψει στὴν θρησκεία τῶν πατέρων της, τὴν εἰδωλολατρία, θὰ βασανίσει τρομερὰ τὸν γέροντα Ἀπόστολο καὶ στὸ τέλος θὰ τὸν σταυρώσει. Ἀνήσυχη ἡ Μαξιμίλλα τρέχει στὴ φυλακή, γιὰ νὰ μεταφέρει στὸν Ἀπόστολο τὶς ἀπειλὲς τοῦ συζύγου της. Τρέμει ἡ καλὴ γυναίκα, μήπως πάθει κανένα κακὸ ὁ εὐεργέτης καὶ σωτήρας της.
— Μὴ φοβᾶσαι, κόρη μου, γιὰ τὴν ζωή μου, τῆς εἶπε ὁ Πρωτόκλητος. Κράτησε σταθερὰ τὴν πίστη σου. Θὰ εἶναι τιμὴ καὶ εὔνοια τοῦ Θεοῦ σὲ μένα ν’ ἀξιωθῶ νὰ φύγω ἀπ’ τὸν κόσμο αὐτὸ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ποὺ ἔφυγε ὁ Λυτρωτής μας. Ἂς κάμει, ὅτι θέλει ὁ Αἰγεάτης. Ἂς μὲ κάψει στὴν φωτιά. Ἂς μὲ κατακάψει μὲ τὰ μαχαίρια. Ἂς μὲ καρφώσει στὸν Σταυρό. «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς». Ὁ Στρατοκλής, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ, λούστηκε στὸ κλάμα.
1 – Μὴν κλαῖς, τοῦ εἶπε ὁ Ἀπόστολος. Κάποια μέρα θὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν». Πρόσεξε μόνο τὸν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἔσπειρα στὴν καρδιά σου. Κράτησέ τον προσεκτικὰ καὶ σπεῖρέ τον καὶ ἐσὺ παρακάτω.

Τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου τόνωσαν τὸ θάρρος τῆς Μαξιμίλλας καὶ τοῦ Στρατοκλῆ καὶ ἀτσάλωσαν τὴν θέληση τοὺς ν’ ἀγωνιστοῦν ὡς τὸ τέλος. Ὁ Αἰγεάτης ξαναφώναξε τὴν γυναίκα του καὶ προσπάθησε μὲ λόγια γλυκὰ καὶ κολακευτικὰ νὰ τὴν μεταπείσει ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ.
— Εἶμαι ἕτοιμος νὰ κάμω τὸ καθετὶ γιὰ τὴν ἀγάπη σου, τῆς εἶπε. Ἂν πεισθεῖς νὰ ἀφήσεις τὸν Χριστό, θὰ σ’ ἔχω βασίλισσα στὸ σπίτι μου. Ἀλλιῶς θὰ καρφώσω σ’ ἕνα σταυρὸ τὸν γέρο, πού σου πῆρε τὰ μυαλά, καὶ θὰ σκοτώσω καὶ ἐσένα.
Ἡ ἀπάντηση τῆς Μαξιμίλλας ὑπῆρξε ἀληθινὰ ἡρωική.
— Προτιμῶ χίλιες φορὲς τὸν θάνατο παρὰ τὴ ζωὴ μ’ ἕνα εἰδωλολάτρη σὰν καὶ σένα.

Τὰ λόγια τῆς ἡρωίδας χριστιανῆς ἄναψαν τὸν θυμὸ τοῦ συζύγου της, ποὺ ἔδωκε ἐντολὴ νὰ βασανίσουν σκληρὰ τὸν Ἅγιο καὶ στὸ τέλος νὰ τὸν ὑψώσουν πάνω σ’ ἕναν σταυρό, ποὺ εἶχε τὸ σχῆμα τοῦ γράμματος Χ καὶ ποὺ εἶχε στηθεῖ στὸ «χεῖλος τῆς θαλάσσιας ἀμμουδιᾶς». Πάνω στὸν Σταυρὸ αὐτό, ποὺ ἦταν φτιαγμένος ἀπὸ ξύλα ἐλιᾶς, ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ Ἀποστόλου, χωρὶς νὰ τὸν καρφώσουν. Καὶ αὐτὸ ἔγινε, γιατί ὁ Ἀνθύπατος ἤθελε νὰ κρατήσει πολὺν καιρὸ τὸν Ἅγιο στὴ ζωή, γιὰ νὰ τὸν βασανίσει.

Ἀπὸ μία θάλασσα, τὴν ὄμορφη θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, κάλεσε ὁ Κύριος τὸν μεγάλο Ψαρὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει γιὰ νὰ γίνει μαθητής του καὶ νὰ ψαρεύει ἀνθρώπους. Ἀπὸ μία ἄλλη θάλασσα κοντά, τὴν θάλασσα τῆς ἱστορικῆς πόλεως τῶν Πατρών, κάλεσε καὶ πάλι ὁ Χριστὸς τὸν μαθητὴ καὶ Ἀπόστολό του Ἀνδρέα, ὕστερα ἀπὸ σκληρὴ ἐργασία σπορᾶς τοῦ λόγου του, νὰ μεταπηδήσει στὴν οὐράνια πατρίδα μας, γιὰ νὰ λάβει τὸν ἄφθαρτο στέφανο τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἀπόστολος ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν σὲ ἡλικία 80 περίπου χρόνων.

Οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀχαΐας θρήνησαν βαθιὰ τὸν θάνατό του. Ὁ πόνος τους ἔγινε ἀκόμη πιὸ μεγάλος, ὅταν ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης ἀρνήθηκε νὰ τοὺς παραδώσει τὸ ἅγιο λείψανό του, γιὰ νὰ τὸ θάψουν. Ὁ Θεὸς ὅμως οἰκονόμησε τὰ πράγματα. Τὴν ἴδια μέρα, ποὺ πέθανε ὁ Ἅγιος, ὁ Αἰγεάτης τρελάθηκε καὶ αὐτοκτόνησε. «Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός». Οἱ χριστιανοὶ τότε μὲ τὸν ἐπίσκοπό τους τὸν Στρατοκλῆ, πρῶτο Ἐπίσκοπο τῶν Πατρών, παρέλαβαν τὸ σεπτὸ λείψανο καὶ τὸ ἔθαψαν μὲ μεγάλες τιμές. Ἀργότερα, ὅταν στὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε ὁ Κωνστάντιος, ποὺ ἦταν γιὸς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, μέρος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Πατρὼν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατατέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων «ἔνδον τῆς Ἁγίας Τραπέζης». Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου φαίνεται πὼς ἀπέμεινε στὴν Πάτρα. Ὅταν ὅμως οἱ Τοῦρκοι ἐπρόκειτο νὰ καταλάβουν τὴν πόλη τὸ 1460, τότε ὁ Θωμᾶς Παλαιολόγος, ἀδελφὸς τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ τελευταῖος Δεσπότης τοῦ Μοριᾶ, πῆρε τὸ πολύτιμο κειμήλιο καὶ τὸ μετέφερε στὴν Ἰταλία. Ἐκεῖ ἐναποτέθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης, ὅπου ἔμεινε μέχρι τοῦ 1964. Τὴν 26η τοῦ Σεπτέμβρη ( Ἀνακομιδὴ Τιμίας Κάρας) τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἀντιπροσωπεία τοῦ πάπα Παύλου μετέφερε ἀπὸ τὴν Ρώμη τὸν πολύτιμο θησαυρὸ καὶ τὸν παρέδωσε στὸν νόμιμο κάτοχο, τὴν Ἐκκλησία τῶν Πατρέων. Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου ὕστερα ἀπὸ ἐνέργειες τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς μεταφέρθηκε καὶ στὴν Κύπρο τὸ 1967 γιὰ μερικὲς μέρες καὶ ἐξετέθηκε σὲ εὐλαβικὸ προσκύνημα. Χιλιάδες Κύπριοι τότε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ νησιοῦ μας καὶ πῆγαν καὶ προσκύνησαν τὴν ἅγια Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ μπροστά της κατέθεσαν τὸν βαθὺ σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλαβικὴ εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὰ ὅσα ἡ χάρη του πρόσφερε καὶ προσφέρει στὸ νησί μας.

Στὴ μνήμη τοῦ μεγάλου ἀποστόλου ἂς κλίνει τακτικὰ μὲ εὐλάβεια τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς κάθε Ἑλληνικὴ καρδιά. Εἶναι ἕνας ἀπ’ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ ἀγάπησαν τὴν πατρίδα μας καὶ ἀγωνίστηκαν νὰ τῆς μεταδώσουν τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Χριστοῦ. Τὸ μήνυμά του δὲ, «εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» ἂς γίνει καὶ γιὰ μᾶς σύνθημα ζωῆς.

«Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» φωνάζει καὶ σ’ ἐμᾶς ὁ Πρωτόκλητος μαθητής. Ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ εἶναι ὁ μοναδικὸς Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι τὸν γνωρίσαμε ἐμεῖς. Ἔτσι θὰ τὸν γνωρίσετε καὶ ἐσεῖς, ἂν τὸν ἀναγνωρίσετε Ἀρχηγὸ καὶ Κύριό σας κι ἂν βάλετε τὸ θέλημα καὶ τὸν νόμο του ὁδηγὸ στὴν ζωή σας. Ναί! ἂν βάλετε τὸ ἅγιο θέλημα καὶ τὸν νόμο του ὁδηγὸ καὶ σύντροφο στὴ ζωή σας. Γιατί ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας». Τὸ σωστικὸ αὐτὸ μήνυμα ἂς ἀγκαλιάσουμε μὲ πίστη φλογερὴ ὅλοι ἀνεξαίρετα ὅσοι ποθοῦμε νὰ δοῦμε στὸν μαρτυρικὸ αὐτὸ τόπο καλύτερες μέρες. Ὅτι γκρεμίζει ἡ ἁμαρτία ἀνορθώνει καὶ ξαναφτιάχνει μόνο μιὰ εἰλικρινὴς μετάνοια. Μὲ μία γνήσια μετάνοια καὶ συντριβὴ ψυχῆς ἂς καταφύγουμε καὶ πάλι ὅλοι στὸν Σωτήρα Χριστὸ καὶ ἃς τοῦ ζητήσουμε νὰ συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς ὅπως κάποτε τοὺς Νινευΐτες καὶ νὰ μᾶς ξαναδώσει τὴ λευτεριά μας. Καὶ θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Κύριος. Ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς ἀκούσει. Μᾶς τὸ βεβαιώνει μὲ τὰ ἅγια λόγια Του: «Ἐπικάλεσαι με, ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου καὶ ἐξελοῦμαι σε καὶ δοξάσεις με». Παιδί μου, ὅπου καὶ νὰ εἶσαι, φώναξέ με στὸν πόνο σου. Καὶ θὰ σὲ ἀκούσω. Καὶ θὰ σοῦ δώσω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶς, μιὰς καὶ εἶναι γιὰ τὸ καλό σου. Καὶ θὰ μὲ δοξάσεις. Ἀκοῦς; Θὰ στὸ δώσω καὶ θὰ μὲ δοξάσεις.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν Ἀποστόλων πρωτόκλητος, καὶ τοῦ κορυφαίου αὐτάδελφος, τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων Ἀνδρέα ἱκέτευε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων ἰδὼν Ἀπόστολε, σωματωθέντα ἀτρέπτως εἰς σωτηρίαν ἡμῶν, πρῶτος ἔδραμες αὐτῷ Ἀνδρέα πάνσοφε· ὅθεν ηὐγάσθης παρ’ αὐτοῦ, ὡς ἀστὴρ ἀειφανής, καὶ ἔλαμψας τοῖς ἐν κόσμῳ, τῆς εὐσεβείας τὸ φέγγος, φωταγωγῶν τὰς διανοίας ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὸν τῆς ἀνδρείας ἐπώνυμον θεηγόρον, καὶ Μαθητῶν τὸν πρωτόκλητον τοῦ Σωτῆρος, Πέτρου τὸν σύγγονον εὐφημήσωμεν· ὅτι ὡς πάλαι τούτῳ καὶ νῦν ἡμὶν ἐκέκραγεν· Εὐρήκαμεν δεῦτε τὸν ποθούμενον.

Μεγαλυνάριον.
Πρῶτος προσπελάσας τῷ Ἰησοῦ, πρωτόκλητος ὤφθης, καὶ ἀκρότης τῶν Μαθητῶν, Ἀνδρέα θεόπτα· ἐντεῦθεν προσεπάγης, Σταυρῷ ὡς ὁ Δεσπότης, μεθ’ οὗ δεδόξασαι.

Πηγή: synaxarion.gr

«Ο Αγιώνυμος Άθως. Σύναξις Αγιορειτών Πατέρων», ο νέος διπλός ψηφιακός δίσκος του Βυζαντινού Χορού ΤΡΟΠΟΣ

Εκδόθηκε ο νέος διπλός ψηφιακός δίσκος του Βυζαντινού Χορού ΤΡΟΠΟΣ, υπό την διεύθυνση του Κ. Αγγελίδη, με μέλη από την ακολουθία των αγιορειτών πατέρων.
Στόν Ἁγιώνυμο Ἄθω, τήν πόλη τῶν μοναζόντων, προσκυνητές τῆς μνήμης πάντων τῶν ὁσίων καί ἱεραρχῶν, τῶνὁσιομαρτύρων καί ἱερομαρτύρων, τῶνἐπωνύμων καί ἀνωνύμων γινόμαστε ὅλοι μέσω τῆς νέας ἔκδοσης τοῦ ΒυζαντινοῦΧοροῦ ΤΡΟΠΟΣ καί τοῦ Κέντρου Μελετῶν Ψαλτικῆς Τέχνης.
Ἕνα ὑμνολογικό ἀριστούργημα, ποίημα τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἡ ἀσματική ἀκολουθία τῶν Ἁγιορειτών Πατέρων πού ψάλλεται τή Β' Κυριακή τοῦ Ματθαίου, μετά τῶν Ἁγίων Πάντων,ἐνδύθηκε μουσικά ἀπό Ἁγιορείτες μελοποιούς. Τόν Ματθαίο Βατοπαιδινό (+1849), τόν Ιωάσαφ Διονυσιάτη (+1866) καί τούς μεταγενέστερους Ἀθανάσιο ἱερομόναχο καί Δανιήλ μοναχό, τούς Δανιηλαίους.
Τά σύντομα καί ἀργά μέλη μέ τό παραδοσιακό κανονάρχημα ψάλλει ὁ Βυζαντινός Χορός ΤΡΟΠΟΣ μέ χοράρχη τόν Πρωτοψάλτη καί δάσκαλο τῆς Ψαλτικῆς Τέχνης Κωνσταντίνο Ἀγγελίδη.
Τιμητική ἡ ἡδύφωνη παρουσία δύο παλαιῶν μαθητῶν τῆςἈθωνιάδος. Ὁ Ἰωάννης Παπαχρόνης ψάλλει τήν "ἐκλογή" τῆς ἑορτής τῶν Ἁγιορειτών Πατέρων, μέλος Δανιηλαίων καί ὁ Ἰωάννης Χασανίδης ἑρμηνεύει ἕνα "μάθημα", μουσικό ἔργο τοῦ δεινοῦμελοποιοῦ Ματθαίου Βατοπαιδινοῦ. Τήν ἔκδοση μέ τό ποιητικό κείμενο τῶν ὕμνων, σχόλια στά ψαλλόμενα μέλη, στήν ἑλληνική καί τήν ἀγγλική γλώσσα, μέ ἕνα πλούσιο φωτογραφικό διάκοσμο προλογίζει ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Νικόλαος.
Μιά ὀφειλή χρέους σέ ὅσους "ἐν ἑσπέρα καί πρωί καί μεσημβρία καί ἐν παντί καιρῶ" ἀναφέρονται στόν Θεό, τούς ἁγίους καί τήν Θεοτόκο.


Πηγή: http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/

Ὁ ἐκκλησιασμός καί ἡ στάσις μᾶς ἔναντι αὐτοῦ

Εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» τῆς Λαρίσης, ἡ ὁποία ἔχει ἡμερησία κυκλοφορία πολλαπλασίως μεγαλυτέραν ἀπὸ τὴν πρώτην εἰς κυκλοφορίαν ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, ἐδημοσιεύθη ἕνα πολὺ σημαντικὸν κείμενον διὰ τὸν Ἐκκλησιασμὸν καὶ τὴν στάσιν τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπογράφει ὁ κ. Κωνσταντῖνος Γιαννούλας. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἀκολούθως:
«Ὁ ἐκκλησιασμὸς τῆς Κυριακῆς καὶ μάλιστα ὁ τακτικὸς ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ καθήκοντα τῶν χριστιανῶν, μικρῶν καὶ μεγάλων, ποὺ δὲν εἶναι μὲν ὑποχρεωτικὸς μὲ τὴ στενὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, εἶναι, ὅμως, τόσο στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴν οὐσιαστικὴ θρησκευτικὴ ζωὴ καὶ λατρεία κάθε πιστοῦ, ὥστε νὰ θεωρεῖται “ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ” στὴ ζωή του.
Ἐν τούτοις, ἂν ἐξαιρέσουμε τὶς μεγάλες θρησκευτικὲς γιορτὲς καὶ πανηγύρεις καὶ κυρίως αὐτὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα, ποὺ γιὰ κάποιες στιγμὲς οἱ Ἱ. Ναοὶ ἀναστενάζουν ἀπ᾽ τὴν πολυκοσμία καὶ ἀδυνατοῦν νὰ χωρέσουν τὸ ἐκκλησίασμα, τὸν ἄλλο καιρὸ ὄχι μόνο ἐπαρκοῦν οἱ χῶροι τους ἀλλὰ καὶ περισσεύουν, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι πάρα πολλοὶ χριστιανοὶ δὲν ἐκκλησιάζονται τακτικά, ἀλλὰ μόνο στὴ χάση καὶ στὴ φέξη.
Πέραν τούτου, τὸ ἐκκλησίασμα τῶν τελευταίων δεκαετιῶν ἔχει ἀποκτήσει καὶ ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα. Ἀπαρτίζεται ἀπὸ μητέρες ἢ πατεράδες μὲ μωρὰ ἢ νήπια προορισμένα νὰ κοινωνήσουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ κυρίως ἀπὸ ἡλικιωμένους, μεσήλικες καὶ πάνω. Ἀραιὰ καὶ ποὺ θὰ δεῖ κανεὶς μεταξὺ τῶν ἐκκλησιαζομένων καὶ παιδιὰ ἡλικίας Δημοτικοῦ Σχολείου ἢ ἐφήβους καὶ ἀνύπανδρους νέους καὶ νέες.
Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ ἀποτελεῖ σημεῖο τῶν καιρῶν καὶ καρπὸ τῶν ἐπιρροῶν, ποὺ ἔχει ὑποστεῖ ἡ ζωή μας ἀπʼ τὴν ἐπικράτηση τοῦ ὑλιστικοῦ πνεύματος καὶ τοῦ εὐδαιμονισμοῦ καθὼς καὶ τῆς φιλελευθεροποίησης τῶν πάντων, ποὺ ὁδήγησαν μὲ τὸν καιρὸ στὴν ἄμβλυνση καὶ τῆς θρησκευτικῆς μας συνείδησης καὶ στὴν προσαρμογὴ τῆς συμπεριφορᾶς μας στὶς προτεραιότητες καὶ στὰ δεδομένα, ποὺ μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο ἐπιβάλλουν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κόβουμε καὶ νὰ ράβουμε στὰ μέτρα μας καὶ τὰ καθήκοντά μας ὡς χριστιανοί.
Ἀνέκαθεν, βέβαια, δὲ γέμιζαν ἀσφυχτικὰ οἱ Ἱ. Ναοὶ καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους. Ἐκκλησιάζονταν, ὡστόσο, πιὸ τακτικὰ πολὺ περισσότεροι χριστιανοὶ καὶ μάλιστα οἰκογενειακῶς, ὁπότε ἡ σύνθεση τοῦ ἐκκλησιάσματος ἦταν ἐντελῶς διαφορετική, μιὰ ποὺ ἐκπροσωποῦνταν ὅλες οἱ ἡλικίες. Πέραν τούτου ὁ ἐκκλησιασμὸς τῆς Κυριακῆς ἦταν ὑποχρεωτικὸς γιὰ τοὺς μαθητὲς τῆς Πρωτοβάθμιας καὶ Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης καὶ τὰ σχολεῖα συμμετεῖχαν σ᾽ αὐτὸν μὲ κάποια τοὐλάχιστον τμήματά τους, κάτι ποὺ δὲν ἰσχύει πλέον, ὁπότε τὴν ἀποκλειστικὴ εὐθύνη γιὰ τὸν ἐκκλησιασμὸ τῶν παιδιῶν τὴν ἔχουν τὰ ἴδια καὶ οἱ γονεῖς τους, ὅταν αὐτὰ εἶναι ἀνήλικα.
 Ἐπειδή, ὅμως, νέος ἀέ ρας φυσᾶ καὶ στὸν τρόπο λειτουργίας πολλῶν οἰκογενειῶν καὶ ἰσχύ ουν πλέον ἄλλα οἰκογενειακὰ ἤθη, τὶς πιὸ πολλὲς φορές, ποὺ γονεῖς ἀποφασίζουν νὰ ἐκκλησιαστοῦν, ἀφήνουν τὰ παιδιά τους νὰ ἀπολαμβάνουν τὸ κυριακάτικο πρωϊνό τους στὰ κρεβάτια τους, προκειμένου νὰ συμπληρώσουν τὸν ὕπνο τους, ἀφοῦ κοιμοῦνται ἀργὰ τὸ βρά δυ τοῦ Σαββάτου εἴτε βλέποντας τηλεόραση καὶ περιπλανώμενα στὸ διαδίκτυο εἴτε διασκεδάζοντας μὲ τοὺς φίλους τους στὰ στέκια τους.
Ζοῦμε, βλέπετε, σὲ μία ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία οἱ περισσότεροι ἀπ᾽ τοὺς μεγάλους συνεχίζουμε γιὰ εὐνόητους λόγους νὰ κοιμόμαστε στὴν ὥρα μας ξεκλέβοντας πότε- πότε καὶ λίγο χρόνο γιὰ νυκτερινὴ διασκέδαση, ἐνῶ πολλοὶ ἀπὸ τὴ νέα γενιὰ πολιτῶν, εἰδικὰ τὶς μέρες, ποὺ τοὺς δίνεται ἡ εὐκαιρία, πᾶνε γιὰ ὕπνο τὴν ὥρα, ποὺ οἱ μεγάλοι ξυπνοῦν.
 Καὶ ἐπειδὴ τὸ Σαββατοκύριακο προσφέρεται γιὰ κάτι τέτοιο, ὑφίστανται καὶ οἱ Ἱ. Ναοὶ τὶς συνέπειες στὸ ἐκκλησίασμά τους. Τὰ ἐπισημαίνω ὅλα αὐτὰ ὄχι, βέβαια, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστρέψουμε καὶ πάλι στὸν ὑποχρεωτικὸ σχολικὸ ἐκκλησιασμό, οὔτε στὸν ἐκκλησιασμὸ τῶν παιδιῶν μὲ τὸ ζόρι καὶ κάτω ἀπὸ τὴν πίεση καὶ τὸν ἐξαναγκασμὸ τῶν γονιῶν τους, ἀφοῦ κάτι τέτοιο εἶναι ἔξω ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὴ φιλοσοφία τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ἔχει γιὰ ὁδηγό της τὸ “ὅστις θέλει...” καὶ τὴν ἐλεύθερη ἐπιλογή.
Τὰ ἐπισημαίνω, γιὰ νὰ προβληματίσω, νὰ εὐαισθητοποιήσω καὶ γιατί ὄχι νὰ ἐνισχύσω κάποιους ἀπὸ τοὺς γονεῖς στὸ δύσκολο ἀγώνα τους γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν τους, μήπως καὶ μπεῖ κάποιο φρένο στὸν τρόπο ζωῆς, ποὺ εἶναι ξένος μὲ τὶς παραδόσεις καὶ τὰ ἑλληνοχριστιανικὰ ἤθη.
Θὰ ἦταν, ὡστόσο, σημαντικὴ παράλειψη, ἂν δὲ σημείωνα καὶ τὴν παρήγορη καὶ αἰσιόδοξη διαπίστωση, ὅτι πολλοὶ ἀπ᾽ τοὺς νέους, ποὺ ἐκκλησιάζονται σπάνια, ὅταν γίνονται οἱ ἴδιοι γονεῖς, ξαναθυμοῦνται τὸ δρόμο, ποὺ ὁδηγεῖ αὐτοὺς καὶ τὰ μωρά τους στοὺς Ἱ. Ναούς, γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν καὶ νὰ κοινωνήσουν. Εἶναι καὶ αὐτὸ κάτι».

 Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1952, 30 Νοεμβρίου 2012

Ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς : Ἡ ἐκκλησία εἶναι μία, οἱ αἱρέσεις εἶναι πολλές!

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι οἱ διαχρονικοὶ θεματοφύλακες καὶ ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἐμμονή τους στὴ διαφύλαξή της ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ τὴν κακοδοξία ἔγκειται στὸ ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι συνώνυμη μὲ τὴ σωτηρία. Ἡ σύγχρονη μάστιγα τοῦ οἰκουμενισμοῦ θέτει ἐδῶ καὶ χρόνια σὲ σκληρὴ δοκιμασία καὶ ἀμφισβήτηση τὴν ἀλήθεια γιʼ αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία.
 Ἀφήνουμε τὸν σύγχρονο ἅγιο καὶ ὁμολογητὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τὸν π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς νὰ ἐκθέσει τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ὡς ἀπάντηση στὴν φρικτὴ ἐκτροπὴ τῶν οἰκουμενιστῶν: «Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον μία, ἀλλὰ καὶ μοναδική. Ἐν τῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν πολλὰ σώματα κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ πολλὲς Ἐκκλησίες.
Ἐν τῷ θεανθρωπίνῳ αὐτοῦ σώματι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ μοναδική, ὅπως ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Χριστός, εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός. Διʼ αὐτὸν τὸν λόγον διαίρεσις, σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ἕνα πράγμα ὀντολογικῶς ἀδύνατον.
Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη, πλὴν ὑπῆρξε καὶ θὰ ὑπάρξη ἔκπτωσις ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὸν τρόπον, ποὺ πίπτουν τὰ ξερὰ καὶ ἄγονα κλήματα ἀπὸ τὴν θεανθρωπίνην καὶ αἰωνίως ζῶσαν ἄμπελον, ποὺ εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς (Ἰω. 13,16). Κατὰ καιροὺς ἀπεσπάσθησαν καὶ ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τὴν μοναδικὴν ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔκτοτε ἔπαψαν νὰ ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ μέρη τοῦ θεανθρωπίνου σώματός της.

Ἔτσι ἔχουν κατ' ἀρχὴν ἀποκοπῆ οἱ Γνωστικοί, κατόπιν οἱ Ἀρειανοί, κατόπιν οἱ Πνευματομάχοι, κατόπιν οἱ Μονοφυσῖται, κατόπιν οἱ Εἰκονομάχοι, κατόπιν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οἱ Προτεστάνται, κατόπιν οἱ Οὐνῖται καὶ ἐν συνεχείᾳ ὅλα τὰ ἄλλα μέλη τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν λεγεώνων». (Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», (Γαλλικὴ μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 - Ἀναδημο- σιεύτηκε στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» στὶς 29/6/2007).
Ἅγιε Ἰουστῖνε πρέσβευε γιὰ τὴν διάσωση τῆς ἀλήθειας καὶ τὴ σωτηρία ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν!

 Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1952, 30 Νοεμβρίου 2012

Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Φιλούμενος (†)1979

Ὁ Ἅγιος Φιλούμενος εἶναι ἀνακηρυγμένος Ἅγιος της Ἐκκλησίας μας. Ἤδη ἀπό χρόνια πρίν τήν ἁγιοκατάταξή του, ὁ λαός, εἰδικά της Κύπρου, τόν τιμοῦσε ὡς Ἅγιο κάνοντας τοῦ ἁγιογραφίες καί ἀκολουθίες.
Ὁ κατά κόσμον Σοφοκλῆς Χασάπης γεννήθηκε τό 1913 στό χωριό Ὁροῦντα τῆς ἐπαρχίας τῆς Μόρφου στήν Κύπρο. Γονεῖς τοῦ ἦταν ὁ Γεώργιος καί ἡ Μαγδαληνή Χασάπη, ἄνθρωποι εὐσεβεῖς καί φιλόθεοι.
Ἦταν οἰκογένεια ἀρκετά εὔπορη καθώς, εἶχαν δικό τους πανδοχεῖο καί φοῦρνο. Ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου γιά τό Χριστό γεννήθηκε ὅταν ἦταν ἀκόμα πολύ μικρός.
Ἡ μητέρα τοῦ  καθώς καί ἡ εὐσεβής γιαγιά τοῦ Λωξάντρα, μετέδωσαν σέ αὐτόν καί στό δίδυμο ἀδελφό τοῦ Ἀλέξανδρο τά διδάγματα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Ἡ ἀνάγνωση τῶν βίων τῶν ἁγίων θέρμαινε ἀκόμα περισσότερο τήν πίστη τῶν δυό νεαρῶν. Ἰδιαίτερα ὁ βίος τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου μίλησε στίς καρδιές τους καί τούς δημιούργησε τήν ἐπιθυμία νά ἀφιερωθοῦν στό Θεό.
Σέ ἡλικία δεκατεσσάρων χρονῶν, τά δυό ἀδέλφια ἀναχώρησαν κρυφά ἀπό τόν κόσμο καί πῆγαν στήν Ἱερά Μονή Σταυροβουνίου. Ὁ πατέρας τους, ὅταν ἔμαθε γιά τήν ἀναχώρησή τους στό μοναστήρι, τούς ἐπισκέφθηκε καί τούς ἔδωσε τήν εὐχή του νά συνεχίσουν τό δρόμο πού διάλεξαν. Οἱ δυό ἔφηβοι εἶχαν βρεῖ στή μοναχική ζωή τήν ψυχική τους ἀνάπαυση.
Τό 1934  ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰορδάνου Τιμόθεος, ἐπισκέφθηκε τή μονή καί πρότεινε στόν ἡγούμενο πατέρα Βαρνάβα νά πάρει τά δίδυμα ἀδέλφια μαζί του στούς Ἁγίους Τόπους, ὅπου θά φοιτοῦσαν στό ἐκεῖ γυμνάσιο. Ὅπερ καί ἐγένετο. 
Οἱ δυό νέοι ἀκολούθησαν τόν Ἐπίσκοπο στά Ἱεροσόλυμα. Τό 1937 ἔλαβαν τό Μοναχικό Σχῆμα. Ὁ μέν Σοφοκλῆς πῆρε τό μοναχικό ὄνομα Φιλούμενος, ὁ δέ Ἀλέξανδρος ὀνομάστηκε Ἐλπίδιος
Μόλις ἀποφοίτησαν ἀπό τό γυμνάσιο, οἱ δρόμοι τούς χώρισαν. Ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἐλπίδιος ὑπηρέτησε σέ διάφορα μέρη ὡς ἱερέας (Ἀθήνα, Λονδίνο, Ὀδησσός, Κύπρος) καί κοιμήθηκε τό 1983 στό Ἅγιον Ὅρος, ἐνῶ ὁ ἀδελφός του Φιλούμενος παρέμεινε στά Ἱεροσόλυμα μέχρι τό τέλος τῆς ἐδῶ ζωῆς του.
Τό 1948 ὁ Ἅγιος προχειρίσθηκε σέ ἀρχιμανδρίτη. Ὅλη ἡ ζωή τοῦ ἦταν ἕνας διαρκῆς ἀγώνας γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Ἀπό τή μεγάλη του ταπείνωση, πολλές φορές προσποιούταν τό σαλό, γιά νά κρύψει τίς μεγάλες ἀρετές πού ὁ Θεός τοῦ εἶχε χαρίσει. 
Δέν ἤθελε οἱ ἄλλοι νά τόν ὑπολογίζουν ὡς ἅγιο, παρά τό ὅτι ἡ ἁγιότητα τῆς ζωῆς του δέν κρυβόταν εὔκολα. Δέν ἄφησε ποτέ τήν  ἁπλότητα καί τήν ταπεινότητα. Εἶχε πάρει πολύ ζεστά τόν πνευματικό ἀγώνα. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι γιά ὀκτώ χρόνια, δέν ἔφαγε καθιστός. 
Ἔτρωγε ὄρθιος καί μέσα σέ κατσαρόλα γιά ἄσκηση καί ἀποφυγή ὁποιασδήποτε «εὐχαρίστησης» πού θά τόν ἔφερνε μακριά ἀπό τή μεγαλύτερη εὐχαρίστηση, τήν ἐπικοινωνία μέ τό Θεό.
Τό 1979 στίς 8 Μαΐου, ὁρίστηκε νά διακονεῖ στό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Οἱ Ἑβραῖοι ἀπό τήν πρώτη στιγμή ἔδειξαν στόν ταπεινό ἐκεῖνο ἱερέα τίς δολοφονικές προθέσεις τους. 
Σχεδόν καθημερινά ἀπαιτοῦσαν νά βγοῦν ὁ σταυρός καί οἱ εἰκόνες, θεωρώντας τόν τόπο ὡς ἰουδαϊκό καί ὄχι χριστιανικό προσκύνημα. Μάταια ὁ πατήρ Φιλούμενος προσπαθοῦσε νά τούς ἐξηγήσει μέ τόν πράο τρόπο του, ὅτι τό προσκύνημα αὐτό ἀνῆκε στούς χριστιανούς γιά πολλούς αἰῶνες. 
Μάλιστα ἕνας Ἑβραῖος πήγαινε συνέχεια καί προσευχόταν στό ναό. Ὁ Ἅγιος, θέλοντας νά μήν προκαλέσει, σταματοῦσε τίς ἀκολουθίες καί συνέχιζε, ὅταν ὁ Ἑβραῖος ἔφευγε.
 Παρά τήν ἀκακία αὐτοῦ τοῦ γέροντα, οἱ Σιωνιστές δέν ὑποχωροῦσαν, ἀλλά τόν ἔβριζαν καί τόν ἀπειλοῦσαν. 
Παρότι φαινόταν ὅτι οἱ φανατικοί ἐχθροί του Χριστοῦ θά προέβαιναν σέ ἐγκληματικές πράξεις ἐναντίον του, ὁ πατήρ Φιλούμενος δέν σκέφθηκε νά ἀποχωρήσει καί νά τούς χαρίσει τό ἱερό προσκύνημα. Ἔμεινε πιστός στό διακόνημά του ,παρότι γνώριζε ὅτι αὐτό θά τοῦ στοίχιζε τήν ἴδια του τή ζωή.
Στίς 29 Νοεμβρίου, ἡμέρα μνήμης τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου τοῦ ἀρχαίου, προστάτη τοῦ νέου ἱερομάρτυρα, μία ὁμάδα φανατικῶν Ἑβραίων ἐπιτέθηκε μέ τσεκούρι στόν ἱερέα τοῦ Ὑψίστου καί τόν κατακρεούργησε. Οἱ βασανιστές του, ἔκοψαν τά τρία δάχτυλά του μέ τά ὁποία ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, σέ μία προσπάθεια νά τόν κάνουν νά ἀρνηθεῖ τή Χριστιανική Πίστη.
Ἡ ἐκκλησία καί τά ἱερά σκεύη εἶχαν ὅλα καταστραφεῖ. Φεύγοντας, οἱ Σιωνιστές πέταξαν χειροβομβίδα γιά νά καταστρέψουν  ὁλοκληρωτικά τό ὀρθόδοξο προσκύνημα. Τή στιγμή τῆς δολοφονίας ὁ ἀδελφός τοῦ Ἀγίου, πατήρ Ἐλπίδιος, ἄκουσε τή φωνή τοῦ μάρτυρα να τοῦ λέει: «Ἀδελφέ μου, με σκοτώνουν πρός δόξαν Θεοῦ. Σε παρακαλῶ μήν ἀγανακτήσεις».
Ἡ κηδεία τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου, ἔγινε στό ναό τῆς Ἁγίας Θέκλας στίς 4 Δεκεμβρίου τοῦ 1979 καί τό σῶμα τοῦ τάφηκε στό κοιμητήριο τῆς ἁγιοταφικῆς ἀδελφότητας. Τέσσερα χρόνια ἀργότερα, ἔγινε ἡ ἐκταφή του. Τό σκήνωμά του παρέμενε ἄφθαρτο καί εὐωδίαζε. 
Κατάλαβαν ὅλοι ὅτι ὁ Θεός μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐπιβεβαίωνε τήν ἁγιότητά του. Ξαναέκλεισαν τόν τάφο καί τόν ἄνοιξαν τά Χριστούγεννα τοῦ 1984 διαπιστώνοντας ὅτι τό σκήνωμα ἐξακολουθοῦσε νά εὐωδιάζει. Ἔπειτα τοποθέτησαν τό σῶμα του σέ γυάλινη λειψανοθήκη, ὅπου τίθεται μέχρι σήμερα.
Στίς 30 Αὐγούστου 2008 ἀνακηρύχθηκε Ἅγιος καί τό σκήνωμά του μεταφέρθηκε στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου του, τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Ἡ μνήμη τοῦ τιμᾶται στίς 29 Νοεμβρίου. Ὁ Θεός τόν ἀξίωσε νά ἑορτάζει τήν ἴδια μέρα μέ τόν προστάτη του.


Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος ἅ΄. Τῆς ἐρήμου πολίτην.


Τῆς Ὀρούντης τόν γόνον, νήσου Κύπρου τοῦ βλάστημα καί ἱερομάρτυρα νέον Ἰακώβ θείου Φρέατος, Φιλούμενον τιμήσωμεν, πιστοί, ὡς πρόμαχον τῆς πίστεως ἠμῶν, καί ἀήττητον ὁπλίτην Χριστοῦ τῆς ἀληθείας, πόθω κράζοντες? δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ ἀφθαρτίσαντι, δόξα τῷ σέ ἠμίν χειραγωγόν πρός πόλον δείξαντι!


Κοντάκιον.
Ἦχος πλ. δ΄. Τή Ὑπερμάχω.


Τόν ἀνατείλαντα ὡς ἄστρον νεαυγέστατον τή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀρτίως μέλψωμεν, μαρτυρίου ταίς ἀκτίσι καί θαυμασίων ταίς βολαίς νεοφανέντα ἱερόαθλον, οὗ ἠφθάρτισε τό σκήνωμα ὁ Ὕψιστος, πόθω κράζοντες χαίροις, μάκαρ Φιλούμενε.






Χαραλάμπους Χ. Άνδραλη

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Ταφή ή καύση;


© Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

http://www.romanity.org/mir/im/w.gifΗ ταφή των νεκρών είναι δομικό στοιχείο του ελληνορθόδοξου πολιτισμού και θεμελιώδης πρακτική της Ορθοδόξου παραδόσεως. Ιστορικά αποδεικνύεται πεπλανημένη και κυρίως παραπειστική η θέση, ότι η ταφή συνδέεται με τον εβραϊκό πολιτισμό, ενώ η καύση με τον ελληνικό. Το ορθό ιστορικά είναι, ότι υπήρχαν περιπτώσεις καύσεως των νεκρών στην ελληνική αρχαιότητα, αλλά ο κανόνας ήταν η ταφή τους. Κλασσικές αποδείξεις: ο τύμβος του Μαραθώνος, τα πάμπολλα ταφικά ευρήματα (σκελετούς ανακαλύπτουμε) ως σήμερα, ο επιτάφιος του Περικλέους (περιεφέρετο κλίνη κενή για τους μη ταφέντες στον πόλεμο), στους τάφους των Μυκηνών ανακαλύπτουμε σκελετούς, ο αββάς Σισώης το λείψανο (σκελετό) του Μ. Αλεξάνδρου είδε τον 4ο μ.Χ. αιώνα και το κλασσικότερο παράδειγμα η τραγωδία του Σοφοκλέους "Αντιγόνη", που έθαψε τον "προδότη", κατά τον Κρέοντα, αδελφό της (ήταν εξευτελισμός η μη ταφή του ανθρώπου και επιβαλλόμενη ποινή για τους προδότες).

http://www.romanity.org/mir/im/w.gifΗ καύση συνδέεται παντού (Ελλάδα, Ανατολή και Δύση) με υποτίμηση του σώματος και θεώρησή του ως κακού και, τελικά, περιφρόνησή του. Χριστιανικά το σώμα γίνεται "ναός" του Θεού, θεώνεται κατά χάριν μαζί με την ψυχή ("τό συναμφότερον") και συνδοξάζεται. Γι' αυτό ο Χριστός ετάφη και έκτοτε όλοι οι Χριστιανοί, Άγιοι και μη, από τον Πρόδρομο και τον Στέφανο ως σήμερα. Μέσω της ταφής σώθηκαν τα άφθαρτα και ακέραια λείψανα των Αγίων (ως οι άγιοι Σπυρίδων, Γεράσιμος, Διονύσιος κ.λ.π.), φανερώσεις της θεώσεως. Η Νεκρώσιμος Ακολουθία, από τα σημαντικότερα κείμενα της παγκοσμίου φιλολογίας, αναπτύσσει θεολογικά τη φυσική λύση του ανθρωπίνου σώματος, όπως φυσική (χάριτι Θεού) είναι και η σύστασή του από το "μη Είναι" στο "Είναι" (από την ανυπαρξία στην ύπαρξη).

http://www.romanity.org/mir/im/w.gifΧριστιανικά η αστασίαστη επί 20 αιώνες ταφή (μιλώ για την Ορθοδοξία) είναι, παρά τις δηλώσεις των μοντεριζόντων θεολόγων, "δόγμα" (διδασκαλία) πίστεως. Ανήκει δε, στα κατά τον Μ. Βασίλειο "άγραφα" της πίστεως, όπως το σημείον του σταυρού, η στροφή των ναών κατ΄ανατολάς, η τριπλή κατάδυση και ανάδυση στο Βάπτισμα κ.π.α., που δεν διετυπώθησαν γραπτώς ποτέ και εν τούτοις είναι μόνιμη και απαρασάλευτη ομολογία του Ορθοδόξου Σώματος, έχουν δε "την αυτήν ισχύν προς την ευσέβειαν". Το ίδιο και η ταφή. Κανείς θεολόγος, όσο "σπουδαίος" και αν φαίνεται, δεν μπορεί να γίνει κανόνας πίστεως, παρά μόνο η πράξη των Αγίων μας, όπως ο Μ. Βασίλειος.

http://www.romanity.org/mir/im/w.gifΠιστεύω όμως, ότι ο ισχυρότερος λόγος, για να μείνουμε στην παράδοση της ταφής οι σημερινοί Έλληνες, είναι ο πολιτιστικός. Η ταφή είναι αστασίαστο συστατικό του πολιτισμού μας.Πολιτισμός δε, είναι η πραγμάτωση χωροχρονικά της ψυχής μας. Όσοι , μέσα από βουδισμούς και ινδουϊσμούς ή ό,τι άλλο, οικοδόμησαν μέσα τους άλλη συνείδηση, δεν μπορούν να επιβάλλουν την άποψή τους στους πολλούς, διότι αυτό θα είναι όντως "φασιστική" και μη δημοκρατική στάση. Θα έλεγα μάλιστα, ότι αυτό ισχύει όχι μόνο με την ταφή των νεκρών μας, που συνδέθηκε με τόσες πρακτικές και έθιμα του λαού μας (καρδιά του πολιτισμού μας βάπτιση, γάμος, κηδεία-υπαρξιακά γεγονότα της ζωής), αλλά και με φαινομενικά ασήμαντα στοιχεία, όπως λ.χ. το σουβλάκι, το κοκορέτσι, η ρετσίνα κ.τ.ο. Οι Ευρωπαίοι Εταίροι μας θέλουν ένα - ένα να μας καταργήσουν (π.χ τό κοκορέτσι), για να τρώμε γερμανικά "χάμπουργκερ" και να πίνουμε ζεστή μπύρα Βαυαρίας. Αυτό, όσο και αν φαίνεται αστείο, αποκαλύπτει τη μόνιμη πρόεση κάποιων δικών μας, 2-3 αιώνες τώρα, να μεταστούμε ("εκ -στάση") σε άλλη ιστορική σάρκα, δίοτι ντρεπόμεθα για τη δική μας πολιτισμική σάρκα. Να γίνουμε κάτι άλλο. Καί ξέρουν πολύ καλά ότι "βγάλε- βάλε", δεν θα μείνει τίποτε, πνευματικό ή βιοτικό, που να κρατεί την ελληνική μας ταυτότητα. Αυτό είναι το υπ' αριθμόν 1 πρόβλημα και μέ την επιβολή τυχόν της καύσεως. Πορεία προς την πολιτική μας αποσύνθεση. Ο μεγάλος λαογράφος μας, καθηγητής Δημ. Λουκάτος, έχει δηλώσει: " Δεν έχουν ίσως τα λείψανα των νεκρών την ανάγκη μας, εμείς όμως την έχουμε πολύ. Τό κάψιμο θα ήταν ένας πλήρης αφανισμός μιάς ζωντανής συνέχειας και μιάς επικοινωνίας, πού τή θέλουμε"!

http://www.romanity.org/mir/im/w.gifΥπάρχει λύση στό προβλεπόμενο "πρόβλημα " (εδώ έχουμε καπιταλιστική δημιουργία προβλήματος εκεί που θα μπορούσε να ΜΗΝ υπάρχει) : Ήδη η ελληνική δικαιοσύνη, πρόσφτατα, έχει αποφανθεί: " η καθιέρωση της καύσης των νεκρών αντιβαίνει στη δημόσια τάξη καί στα χρηστά ήθη" (" Τα Νέα", 5.11.1992). Η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δύο φορές, επίσημα, έχει εκδηλώσει, ότι " η καύση αντίκειται στα θέσμια της Ορθοδόξου Εκκλήσίας". Αν, υπάρχει ουσιαστικό πρόβλημα, αυτό το δημιούργησε ο συνωστισμός μας στην πρωτεύουσα. Άν, λοιπόν, γνωρίζουμε τί σημαίνει πολιτική ταυτότητα καί έχουμε τη διάθεδη να τη σώσουμε, θά ενισχύσουμε κινήσεις, όπως οι ακόλουθες: δημιουργία νέων νεκροταφείων (κοιμητηρίων) εκτός των κατοικημένων περιοχών - μεταφορά των νεκρών μας στις επαρχίες μας, στη γενέτειρα γη. Το οικονομικό επιχείρημα αποδυκνείεται σαθρό, αφού η καύση απαιτεί τερλαστια έξοδα (ήδη υπάρχουν δημόσιες τοποθετήσεις σ' αυτό π.χ " Τα Νέα", 5.11.1992). Άς αφήσουμε δέ τους κινδύνους μολύνσεως από τα κρεματόρια, για τους οποίους έχουν γραφεί πολλά στο Εξωτερικό.

http://www.romanity.org/mir/im/w.gifΜία πρώτη, και μάλιστα πολύ φθηνή λύση, είναι η όντως "δημοκρατική". Να παύσει το εμπόριο ταφών από τους Δήμους. Δέν μπορεί μέσα σε μια ευνοούμενη χώρα άλλοι να διαθέτουην τεράστιους τάφους, διότι είναι πλούσιοι, και οι φτωχοί να καιγόμαστε (...και πεθαμένοι). Προτείνουμε κανονική ταφή ΟΛΩΝ και συγκέντωση των οστών σε μικρές λειψανοθήκες, σε αλλεπάλληλα επίπεδα, όπως λ.χ στο Κοιμητήριο του Δήμου Ζωγράφου. Αλλ' αυτό ισχύει για ΟΛΟΥΣ! Είναι ευνόητο πόσος χώρος εξοικονομείται.

http://www.romanity.org/mir/im/w.gifΗ δημοκρατική συνείδηση επιβάλλει, βέβαια, να δεχθούμε την ελέυθερη επιλογή καύσεως από τους μη ελληνορθόδοξα φρονούντες και σκεπτόμενους. Όχι όμως να την επιβάλουμε καί σ' όσους την αρνιούνται. Περιττό νά πώ, ότι είναι αδιανόητο συωειδητός ορθόδοξος έλληνας νά επιλέξει την καύση.

http://www.romanity.org/mir/im/w.gifΘά έλεγα, μάλιστα, και ο ευρύτερα χριστιανός. Όσοι ζητούν τήν επιβολή ( ιδού η δημοκρατικότητά τους) της καύσεως, εις βάρος της εθνικής μας παραδόσεως ανήκουν στους " εκτός ", που όμως θέλουν να νομοθετούν ...δημοκταρικότατα και για τους "εντός". Επειδή δέ κάποιοι επικαλούνται το παράδειγμα της Μ. Κάλας, δηλώνω ότι ούτε η μακαρίτισσα αοιδός, ούτε ο μακαρίτης Δ. Μητρόπουλος, που προηγήθηκε (1960), είναι μέτρα πίστεως και ελληνορθοδόξου συνειδήσεως. Άλλο η τιμή στην προσφορά των προσώπων καί άλλο η μίμηση των επιλογών τους.

Πηγή:http://www.i-m-attikis.gr/html/gr/mainpage/kaush1.htm


π. Θεόδωρος Ζήσης - Γιατί τιμούμε την Αγία Αικατερίνη


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Ιερό Ευχέλαιο


Οι περισσότερες δυστυχώς αναφορές που υπάρχουν στο διαδίκτυο αποπροσανατολίζουν παρά διαφωτίζουν και ενημερώνουν για το μυστήριο του ευχελαίου. Το Ιερό Ευχέλαιο είναι ένα από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας.

Για να ξεκαθαρίσουμε λίγο το τοπίο να πούμε ότι το Ευχέλαιο ΔΕΝ το κάνουμε:
Α) για να μας πάνε καλά τα πράγματα
Β) γιατί έχουμε αναποδιές
Γ) για το καλό
Δ) γιατί είναι ένας ακόμα λόγος να μαζευτούμε και να καλέσουμε κόσμο, να φάμε και να πιούμε (μετά την τέλεση του -αφού έτσι «βγάλαμε» την «υποχρέωση» και άρα είμαστε εντάξει)
Ε) για κοινωνικούς λόγους
Στ) γιατί έκανε και ο γείτονας
Ζ) γενικά γιατί έχουμε κάτι σημαντικό (εξετάσεις στο σχολείο, ταξίδι, αγώνα κλπ)
Η) για να κοινωνήσουμε χωρίς να εξομολογηθούμε, αφού ούτως ή άλλως συγχωρητική ευχή διαβάζει ο Ιερέας.

Πότε και γιατί το κάνουμε;

Το ιερό Μυστήριο του Ευχελαίου γίνεται κυρίως σε περιπτώσεις ασθενειών γιαυτό και Ο Ιερέας εύχεται: «Πάτερ Άγιε, ιατρέ των ψυχών καί των σωμάτων... ίασαι τον δούλον Σου... έκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής καί ψυχικής ασθενείας…»

Η πρώτη μας κίνηση είναι να συζητήσουμε το πρόβλημα ή το ζήτημα που μας απασχολεί με τον Ιερέα ή ακόμα καλύτερα με τον πνευματικό μας. Μόνο εκείνος είναι αρμόδιος να μας προτείνει τι είναι καλύτερο να γίνει αναφορικά με το πρόβλημα που θα του αναφέρουμε (αγιασμός, ευχή, λειτουργία, ευχέλαιο, εξομολόγηση κλπ).

Όπως όταν έχουμε ένα πρόβλημα υγείας και μετά από εξέταση στον γιατρό αυτός μονό μας συστήνει την κατάλληλη θεραπεία και φάρμακο, έτσι ακριβώς και στην περίπτωση του Ευχελαίου. Μόνο ο Ιερέας μπορεί να μας πει.

Απαιτείται κάποια προετοιμασία;

Βεβαίως. Πρέπει να προηγηθεί εξομολόγηση και νηστεία. Πρέπει να καθαριστούμε όσο το δυνατόν καλύτερα πρωτύτερα και να προσκαλέσουμε τουλάχιστον 2 Ιερείς για την τέλεση του. (επτά Ιερείς τελούν κανονικά το μυστήριο του Ευχελαίου. Επτά είναι καί τα Αποστολικά καί Ευαγγελικά αναγνώσματα, επτά είναι καί οί ευχές -ό αριθμός επτά σημαίνει πληρότητα). Κατ’ οικονομία σε έκτακτες περιπτώσεις μπορεί να γίνει και από έναν Ιερέα μόνο.

Αυτοί που θα προσκαλεστούν να παραστούν (συγγενείς, φίλοι) στο Ιερό Ευχέλαιο πρέπει να έχουν επίγνωση του μυστηρίου, διάθεση να συμπροσευχηθούν και να παρακαλέσουν απλά και ταπεινά. Πρέπει δε να έχουμε υπόψη μας την ευαγγελική ρήση «Ούχ ως εγώ θέλω, άλλ' ως Σύ»καθώς και την Κυριακή προσευχή «γενηθήτω το θέλημα Σου…» και τέλος να ζητάμε πρωτίστως την ίαση της ψυχής και μετά του σώματος.

Που είναι γραμμένο και ποιος μας λέει για το Ευχέλαιο;

Στην επιστολή του Ιακώβου. O Απόστολος Ιάκωβος, o Aδελφόθεος, στην επιστολή του λέει: «Εάν κάποιος είναι άρρωστος, να προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας να προσευχηθούν γι' αυτόν καί να τον αλείψουν με λάδι, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου…» (Ίακ. ε', 13-15).
«Ασθενεί τις εν υμίν; προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ’ αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν τω ονόματι του Κυρίου·…»

Τελικά τι δείχνει και τι σημαίνει το Ιερό Ευχέλαιο;

Μα, την άπειρη αγάπη της Εκκλησίας μας προς τον ασθενούντα συνάνθρωπο μας. Την διάθεση, το ενδιαφέρον την ουσιαστική βοήθεια και την συμμετοχή στον ανθρώπινο πόνο. Συμπάσχει, συμπροσεύχεται, εύχεται, ελπίζει στην ίαση του ασθενούς με την παράκληση προς στον Κύριο Ιησού Χριστό.

Να συμπληρώσουμε επίσης ότι το Ιερό Ευχέλαιο, είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για προσευχή και άφεση των συγγνωστών αμαρτημάτων μας:
"Το ιερό Ευχέλαιο γίνεται και επί υγιαινόντων για τη συγχώρηση των αμαρτημάτων που από άγνοια ή λήθη ή όσα εξ ανεπαρκείας δεν διακρίνει ως αμαρτήματα ο διαπράττων και τα όσα εκ καταπτώσεως αδυνατεί να εξαγορεύσει. Επίσης τελείται και επί ψυχικών ασθενειών και ως φυγαδευτικό δαιμόνων".

(Δημητρίου Κόκκορη:Ορθοδοξία και Κακοδοξία τ. Β, σελ.336-337).