Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Η όντως ανθρώπινη ανάγκη

Αναφέρεται στο Γεροντικό ότι ο αββάς Σισώης εκεί που καθόταν φώναξε με μεγάλη φωνή:

- Ω ταλαιπωρία!

Του λέγει ο μαθητής του:

- Τι έχεις πάτερ;

Κι απαντά ο Γέροντας:

- Ένα άνθρωπο ζητώ να συνομιλήσω και δεν βρίσκω…

Πόσο αληθινά είναι το ευαγγέλιο, οι πατέρες, οι βίοι των αγίων! Δεν κρύβουν την ανθρώπινη πραγματικότητα, που περιέχει τον πόνο, την αποτυχία, την αστοχία, την απογοήτευση, τη μοναξιά.
Θα περίμενε κανείς από ένα μεγάλο άγιο και ασκητή να μην έχει ανάγκη από ανθρώπινη παρουσία και παρηγοριά. Όμως αυτό εμπεριέχει την αίρεση του Μονοφυσιτισμού, που δεν αναγνωρίζει την ανθρώπινη φύση του Χριστού και κατ’ επέκταση θέλει τους ανθρώπους του Θεού χωρίς ανθρώπινες ανάγκες και αισθήματα.
Γι’ αυτό η Ορθοδοξία είναι ο τρόπος ζωής που μας ταιριάζει και μπορούμε να ζήσουμε, χωρίς να αλλοιωθούμε ως άνθρωποι – εικόνες Θεού.
Το πιο πάνω περιστατικό με τον αββά Σισώη, μας παρουσιάζει την ανθρώπινη ανάγκη για συνάντηση με άνθρωπο που μπορούμε να συνεννοηθούμε και να κοινωνήσουμε τις βαθύτερές μας ανάγκες. Κι απ’ ό,τι φαίνεται αυτό «δεν είναι μια ανάγκη» κατά τον π. Φιλόθεο Φάρο, ο οποίος αναφέρει το εξής στο βιβλίο του «Η αλλοίωση το Χριστιανικού ήθους»: «Ο άνθρωπος υπάρχει πραγματικά στο ποσοστό που συναντά τον άλλο με γυμνή ψυχή και μοιράζεται μαζί του τα πιο βαθιά του αισθήματα, είτε αυτά είναι απόγνωση, αμφιβολία, ανασφάλεια είτε είναι στοργή και τρυφερότητα. Μόνο όταν μοιράζεται με τον άλλο τα βαθύτερά του βιώματα, αρνητικά ή θετικά, κοινωνεί με τον άλλο και η ανάγκη της κοινωνίας με τον άλλο δεν είναι μια ανάγκη αλλά είναι η ανάγκη».
Η διαπίστωση της απουσίας ανθρώπου, όπου μπορούμε να ανοίξουμε την καρδιά μας και να εκφραστούμε άνετα, προκαλεί πόνο γιατί τονίζει τη μοναξιά μας. Όμως ο πόνος αυτός μπορεί να γίνει αφετηρία για προβληματισμό και ανάνηψη. Δεν φταίνε πάντα οι άλλοι για την κατάντια μας! Ο παραλυτικός της κολυμπήθρας της Βηδεσδά ήταν μόνος για 38 χρόνια! Πόσο άραγε παράξενος και εγωκεντρικός θα ήταν, ώστε για τόσα χρόνια να μην δημιουργήσει μια σχέση που θα τον βοηθούσε να μπει στο νερό και να θεραπευτεί;
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και η δυνατότητα να αρχίσουμε εμείς πρώτοι το δόσιμο του εαυτού μας, να ακούσομε τον άλλο, να συμπορευτούμε μαζί του. Έτσι αποκτάται η εμπειρία της αγάπης που «ου ζητεί τα εαυτής». Αρχίσαμε ήδη τη σχέση! Αρχίσαμε να βιώνουμε τη χαρά της κοινωνίας!
Οι στιγμές της μοναξιάς ως απομόνωσης και απουσίας σχέσης, μπορούν να γίνουν ή εμπειρία κόλασης ή εμπειρία γεύσης ζωής αιωνίου. Η ελευθερία και η επιλογή της πορείας είναι καθαρά προσωπική, γι’ αυτό και υπεύθυνη, ουσιαστική, φοβερή.


π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Φώτης Κόντογλου. Ἅγιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε». (26/11)

Αὔριο Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου, γιορτάζεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Νίκωνος «τοῦ Μετανοεῖτε». Τὸν εἴπανε «Μετανοεῖτε», ἐπειδὴ ἔλεγε συχνὰ στοὺς ἀνθρώπους νὰ μετανοήσουνε, ὅπως ἔκανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος.
Πατρίδα τοῦ ἤτανε κάποια χώρα τοῦ Πόντου ποὺ τὴ λέγανε Πονεμωνιακή.
Γεννήθηκε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς. Οἱ γονιοί του ἤτανε πλούσιοι, μὰ ὄχι μοναχὰ στὰ ὑλικὰ πλούτη μὰ καὶ στὰ πνευματικά.
Γιὰ τοῦτο τὸν ἀναθρέψανε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου». Καὶ ἐνῶ τὰ ἄλλα τὰ ἀδέρφια του καὶ οἱ φίλοι τοῦ ἤτανε παραδομένοι στὶς διασκεδάσεις καὶ στὰ ἱπποδρόμια, ὁ Νίκων ἀγαποῦσε τὴ θρησκεία, κ᾿ ἤτανε ταπεινὸς καὶ φρόνιμος σὲ ὅλα, λιγόφαγος, ἁπλὸς στοὺς τρόπους, σεμνολόγος, φυλάγοντας τὰ μάτια του νὰ μὴν μπεῖ μέσα του ὁ σαρκικὸς πειρασμὸς ποὺ χαλᾶ τὴν ἁγνότητα τῆς νεότητος.
Μιὰ μέρα τὸν ἔστειλε ὁ πατέρας του, ποὺ εἶχε πολλὰ κτήματα, νὰ ἐπιστατήσει ἀπάνω στοὺς ἐργάτες ποὺ δουλεύανε σ᾿ αὐτά, καὶ σὰν εἶδε τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρώτα ποὺ χύνανε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τόσο λυπήθηκε ἡ ψυχή του, ποὺ παράτησε παρευθὺς καὶ τὰ κτήματά του καὶ τοὺς γονιούς του καὶ τὴν πατρίδα τοῦ κ᾿ ἔφυγε χωρὶς νὰ γνωρίζει ποὺ πηγαίνει, ἀφοῦ γι᾿ αὐτὸν ὅλη ἡ οἰκουμένη ἤτανε τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ λόγο ποὺ λέγει «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς».

Ἀφοῦ πέρασε πολλοὺς τόπους ποὺ δὲν τὸν ἤξερε κανένας, ἔφταξε σ᾿ ἕνα βουνὸ ποὺ ἤτανε τὸ σύνορο ἀνάμεσα στὸν Πόντο καὶ στὴν Παφλαγονία καὶ ποὺ εἶχε κ᾿ ἕνα μοναστήρι λεγόμενο Χρυσὴ Πέτρα.
Σὰν εἶδε τὸ μοναστήρι ὁ Νικήτας, ἔνοιωσε μεγάλη χαρά.
Κι᾿ ὁ Θεὸς φώτισε τὸ γέροντα ἡγούμενο, ποὺ ἤτανε ἅγιος ἄνθρωπος, καὶ βγῆκε στὴν πόρτα καὶ καλωσόρισε τὸν Νικήτα καὶ τὸν ἀγκάλιασε σὰν πατέρας τὸ γυιό του καὶ τὸν κάλεσε μὲ τὄνομά του. Ὁ Νικήτας σὰν ἄκουσε τὸ γέροντα νὰ τὸν φωνάζει μὲ τὄνομά του χωρὶς νὰ τὸν ἔχει δεῖ ποτέ, φτεροκόπησε ἡ καρδιά του καὶ μπῆκε μαζὶ μὲ τὸν ἡγούμενο στὴν ἐκκλησία, καὶ τὴν ἴδια ὥρα τὸν κούρεψε μοναχὸ μὲ τὄνομα Νίκων.
Ἀπὸ κείνη τὴν ἡμέρα ξέχασε ὁλότελα πιὰ πὼς ζεῖ σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Τὴ μέρα δούλευε στὴν ὑπηρεσία ποὺ τὸν ἔβαλε ὁ γέροντάς του, καὶ τὴ νύχτα δὲν κοιμότανε, ἀλλὰ ἀγρυπνοῦσε μὲ προσευχὴ καὶ μὲ δάκρυα, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει νὰ μολευθεῖ ἡ νεανικὴ ψυχή του ἀπὸ κανέναν ἄσχημο διαλογισμὸ κι᾿ ἀπὸ τὴν πονηριὰ ποὺ μπαίνει τόσο εὔκολα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ τῆς μονῆς τὸν ἀγαπήσανε πολύ, γιατὶ ἤτανε ἀπερηφάνευτος, πρᾷος καὶ καλοκάγαθος. Δώδεκα χρόνια ἔζησε μέσα στὸ μοναστήρι τῆς Χρυσῆς Πέτρας. Στὸ μεταξὺ ὁ πατέρας του χάλασε τὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν βρεῖ, πλὴν μάταια κοπίασε.
Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔπαψε νὰ τὸν ψάχνει, ὁ ἅγιος παρακάλεσε τὸ γέροντά του νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ὅπως κ᾿ ἔγινε. Μὰ σὰν πέρασε τὸ ποτάμι Παρθένι, γύρισε κ᾿ εἶδε στὴν ἀντικρινὴ ἀκροποταμιὰ τὸν πατέρα του μὲ τὰ ἄλλα παιδιά του καὶ μὲ τὴ συνοδεία του, καὶ σὰν τὸν γνώρισε ὁ γέρος, ἄρχισε νὰ κλαίγει καὶ νὰ φωνάζει στὸν Νικήτα νὰ τὸν λυπηθεῖ καὶ νὰ γυρίσει στὸ σπίτι τους, κ᾿ ἤθελε νὰ πέσει στὸ ποτάμι.
Μὰ τὸν μποδίσανε οἱ δικοί του, γιατὶ εἶχε φουσκώσει τὸ ρεῦμα του ἀπὸ τὰ πολλὰ νερὰ ποὺ κατέβασε. Κι᾿ ὁ μακάριος Νίκων, σφίγγοντας τὴν καρδιά του, γύρισε κατὰ τὸν πατέρα του καὶ γονάτισε καὶ τὸν προσκύνησε, κ᾿ ὕστερα ἔστριψε πάλι καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του.

Πέρασε ἀπὸ βουνὰ ἔρημα, ἀπὸ κρεμνοὺς καὶ καταβόθρες. Τὰ ροῦχα του ἤτανε λερὰ καὶ τριμμένα, τὰ πόδια του ξυπόλητα. Βαστοῦσε μοναχὰ ἕνα ραβδὶ κ᾿ ἕνα σταυρό. Τρία χρόνια γυροβολοῦσε ἔτσι στὰ βουνὰ ποὺ ἤτανε λημέρια τῶν ληστῶν, κ᾿ ἔτρωγε χορτάρια.
Πολλὲς φορὲς τὸν συναπαντούσανε αὐτοὶ οἱ φονηάδες καὶ τὸν κλωτσούσανε. Μὰ σὰν εἴδανε πὼς στὴν κακία τοὺς ἀποκρινότανε μὲ ἀγάπη καὶ μὲ ταπείνωση, τὸν ἀγαπήσανε κι᾿ αὐτοὶ καὶ τὸν τιμούσανε σὰν ἅγιο.
Σὰν περάσανε τρία χρόνια ποὺ ἔζησε ἀπάνω στὰ βουνά, ἀποφάσισε νὰ κατέβει στὶς πολιτεῖες καὶ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴ μετάνοια. Ἤτανε τότε ὡς 36 χρονῶν, κατὰ τὰ 959 μ.X. Ἀφοῦ πέρασε βιαστικὰ τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς, μπαρκάρησε σ᾿ ἕνα καράβι γιὰ νὰ πάγη στὴν Κρήτη, στὰ 961 μ.X., ἐπειδὴ οἱ Ἄραβες εἴχανε ἀλλαξοπιστήσει τοὺς χριστιανοὺς μὲ τὸ σπαθί.
Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπόρεσε καὶ τοὺς γύρισε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ ὕστερα ἀπὸ ἑφτὰ χρόνια ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ πῆγε στὴν Ἐπίδαυρο στὰ μέρη τοῦ Δαμαλᾶ, κ᾿ ἐκεῖ κήρυξε τὴ μετάνοια κ᾿ ἔσωσε ψυχές. Ἀπὸ τὸν Δαμαλᾶ μπῆκε σ᾿ ἕνα καΐκι γιὰ νὰ πάγη στὴν Ἀθήνα.
Μαζὶ μὲ τὸ καΐκι ποὺ μπῆκε ὁ ἅγιος, ταξίδευε κ᾿ ἕνα ἄλλο γιὰ τὴν Ἀθήνα, καὶ περνώντας ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα βγήκανε οἱ ναῦτες νὰ πάρουνε νερό. Αὐτὸ τὸ νησὶ ἤτανε ἔρημο ἀπὸ τοὺς κουρσάρους. Ὁ ἅγιος εἶπε στοὺς καπετάνιους νὰ μὴ φύγουνε ἀκόμα ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα, γιατὶ θὰ πάθουνε.
Ὁ ἕνας καπετάνιος ποὖχε τἄλλο τὸ καΐκι δὲν τὸν ἄκουσε κ᾿ ἔφυγε, μὰ κεῖνος ποὖχε μέσα τὸν ἅγιο ἀπόμεινε. Μὰ τὸ καΐκι ποὺ ἔκανε πανιὰ τὸ πιάσανε οἱ κουρσάροι πρὶν φτάξει στὴν Ἀθήνα.
Σὰν ἔφτασε ὁ ἅγιος σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀρχαία πολιτεία, ποὺ ἦταν ἄλλη φορὰ φημισμένη στὸν κόσμο πλὴν τότε ἤτανε καταντημένη ἕνα χωριό, ἄρχισε τὸ κήρυγμα κ᾿ ἔφερε πολὺν καρπό, γιατὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἤτανε θεοφοβούμενοι.
Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα πῆγε στὴν Εὔβοια, καὶ μαζεύθηκε κόσμος πολὺς νὰ τὸν ἀκούσει. Καὶ μὲ τὴν ὀχλοβοή, ἕνα παιδὶ ποὺ εἶχε ἀνεβεῖ στὸ κάστρο μαζὶ μὲ τὸν ἄλλον κόσμο, παραπάτησε κ᾿ ἔπεσε, καὶ βάλανε τὶς φωνὲς κ᾿ ἔγινε μεγάλη σύγχυση κ᾿ οἱ γονιοὶ τοῦ παιδιοῦ καταριόντανε τὸν ἅγιο.
Μὰ ἐκεῖνος δὲν ταράχθηκε, ἀλλὰ τοὺς εἶπε ἥσυχα: «Τὸ παιδὶ ζεῖ, δὲν πέθανε». Κι᾿ ἀλήθεια τὸ παιδὶ σηκώθηκε ἀπάνω γελαστὸ σὰν νὰ πήδηξε ἀπὸ τὸ μπιντένι, κι᾿ οἱ γονιοί του κι᾿ ὅλος ὁ κόσμος πέσανε καὶ προσκυνούσανε τὸν ἅγιο, καὶ τὸ παιδὶ τοὺς ἔλεγε πὼς σὰν γλύστρησε καὶ βρέθηκε στὸν ἀγέρα, εἶδε ἐκεῖνον τὸν καλόγερο ποὺ φώναζε «Μετανοεῖτε» νὰ πετᾶ καὶ νὰ τὸ πιάνει στὴν ἀγκαλιά του ὡς ποὺ τὸ κατέβασε μαλακὰ στὴ γῆ.

Ὕστερα ἀπὸ τὸν Εὔριπο, πῆγε στὶς Θῆβες, κι᾿ ἀπὸ κεῖ στὸ βουνὸ Κιθαιρῶνα, ποὺ τὸ λέγανε τότε ὄρος τῆς Μυουπόλεως, κ᾿ ἐκεῖ ἀσκήτεψε μέσα σ᾿ ἕνα σπήλαιο, κοντὰ στὸ μέρος ποὺ βρίσκεται τὸ μοναστήρι, ποὺ ἔχτισε ὁ ὅσιος Μελέτιος ὕστερα ἀπὸ χρόνια, κι᾿ αὐτὸς Ἀνατολίτης.
Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὴν Κόρινθο, στὸ Ἄργος, στὸ Ναύπλιο, κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε ἄναβε στὶς καρδιὲς τὸν πόθο τῆς θρησκείας κ᾿ ἔκανε πολλὰ θαύματα, προπάντων ἔγιαινε ἀρρώστους ἀνθρώπους.

Ἀφοῦ πέρασε ὅλον τὸν Μοριᾶ, κ᾿ ἔφταξε ὡς τὴ Μάνη, πῆρε πάλι τὸ δρόμο γιὰ νὰ γυρίσει στὴ Σπάρτη, ἀπ᾿ ὅπου εἶχε περάσει. Μὰ πρὶν πάγει στὴ Σπάρτη, μπῆκε σ᾿ ἕνα σπήλαιο ποὺ βρισκότανε σὲ κάποιο ἔρημο μέρος ποὺ τὸ λέγανε «Μῶρον» καὶ κειτότανε ἄρρωστος καὶ θερμιασμένος.
Σὲ λίγες μέρες μαθεύτηκε τὸ καταφύγιό του καὶ μαζεύθηκε κόσμος πολύς σὲ κεῖνο τὸ σπήλαιο γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία του, καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι περιμένανε τὴ γιατρειά τους ἀπὸ τὸν ἄρρωστον.
Σὰν σηκώθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, πῆγε στὸ Ἀμύκλι, κ᾿ ἐπειδὴ ἐκείνη ὅλη τὴν περιφέρεια τὴ ρήμαξε τὸ θανατικὸ ἀπὸ λοιμικὴ ἀρρώστια κ᾿ εἶχε πιάσει τὸν κόσμο φόβος καὶ τρόμος, μαζεύθηκε πολὺς λαὸς καὶ πήγανε καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει στὴ Σπάρτη.
Ὁ ἅγιος τοὺς εἶπε πὼς θὰ παρακαλέσει τὸ Θεὸ νὰ πάψει τὴν ὀργή του, καὶ πὼς θὰ καθίσει στὴ Σπάρτη ὡς ποὺ νὰ πεθάνει. Σηκώθηκε λοιπὸν καὶ πῆγε στὴ Σπάρτη, καὶ σὰν ἐμπῆκε στὴν πολιτεία, πὼς σὰν φανερωθεῖ ὁ ἥλιος σκορπᾶ καὶ χάνεται ἡ ἀντάρα, ἔτσι καὶ σὰν φάνηκε ὁ ἅγιος ἔπαψε τὸ θανατικό, κι᾿ ὁ κόσμος ξεκουράσθηκε ἀπὸ τὴν ἀγωνία καὶ ἔπεσε σὲ μετάνοια.

Ἀπὸ τότε δὲν ἔφυγε πιὰ ἀπὸ τὴ Σπάρτη ὁ ἅγιος, κ᾿ ἡ πολιτεία τούτη ἔγινε ἡ δεύτερη πατρίδα του. Ἔχτισε μία μεγάλη ἐκκλησία στὄνομα τοῦ Σωτῆρος, ποὺ βρεθήκανε τὰ θεμέλιά της κοντὰ στὸ κάστρο τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, κι᾿ αὐτὴ ἡ διαβόητη πολιτεία ποὺ ἤτανε ξακουσμένη στὸν κόσμο γιὰ τὴν παλληκαριά της, καταστάθηκε ἡ καθέδρα τῆς Χριστιανοσύνης μὲ ἄρχοντά της τὸν πράον κ᾿ ἥμερον μαθητὴ τοῦ Κυρίου ποὺ δίδαξε στὸν κόσμο τὴν πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ τὴν εἰρήνη.
Στὸ μεταξὺ βαφτιζόντανε οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ ὑπήρχανε πολλοὶ σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη, καὶ πλήθαινε ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ ἦρθε καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Νίκωνα ἡ μέρα νὰ πληρώσει, σὰν ἄνθρωπος κι᾿ αὐτός, τὸ «κοινὸν χρέος τοῦ θανάτου», κι᾿ ἀρρώστησε.

Μάζεψε λοιπὸν γύρω στὸ κλινάρι του τὰ πνευματικὰ τέκνα του, καὶ τὰ εὐλόγησε καὶ τοὺς εἶπε πὼς σιμώνει τὸ τέλος του, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε πολλὲς συμβουλὲς καὶ τοὺς στερέωσε στὴν ἐλπίδα τοῦ Χριστοῦ, εἶπε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, εἰς χεῖρας σου παρατίθημι τὸ πνεῦμα μου» καὶ παρέδωσε τὴν καθαρὴ ψυχή του σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ γι᾿ αὐτὸν ὑπόφερε τόσους κόπους. Κοιμήθηκε στὰ 998 μ.X., στὶς 26 Νοεμβρίου, σὲ ἡλικία 75 χρονῶν.

Τὸ σκήνωμα γίνηκε προσκύνημα. Ὁ λαὸς τὸ τριγύρισε καὶ βούιζε ὅπως κάνουνε οἱ μέλισσες γύρω στὸ κουβέλι. Ὅλοι θέλανε νὰ πᾶνε κοντὰ στὸ λείψανο, καὶ πολλοὶ παίρνανε ἀπὸ εὐλάβεια κάποιο πρᾶγμα ἀπὸ πάνω του, ἄλλος ἕνα κομμάτι ροῦχο, ἄλλος λίγες τρίχες, ἄλλος ἔκοβε ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴ ζώνη του νὰ τἄχουνε γιὰ φυλαχτό.
Ὁ δεσπότης μὲ ὅλο τὸ ἱερατεῖο κηδέψανε τὸ τίμιο σκῆνος, ποὺ ἤτανε βαλμένο μέσα σὲ θήκη ἀκριβὴ κι᾿ ἀνάβρυσε ἅγιο μύρο, καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι γιάνανε, τυφλοί, στηθικοί, ὑδρωπικοί, παράλυτοι κι᾿ ἄλλοι ποὺ βασανιζόντανε ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ ἀπολυτίκιό του λέγει:

«Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων
θείαν λάρνακα τῶν Σῶν λειψάνων
ἀναβρύουσαν πηγᾶς τῶν ἰάσεων
καὶ διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεως
τοὺς Σοὶ προστρέχοντας, Πάτερ ἐκ Πίστεως.
Νίκων ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε
δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος».
Ἕνας εὐσεβὴς ἄρχοντας, λεγόμενος Μαλακηνός, τόσον ἀγαποῦσε τὸν ἅγιο Νίκωνα, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ζήσει χωρὶς νὰ βλέπει τὴν ὄψη του. Φώναξε λοιπὸν ἕνα ζωγράφο καὶ τοῦ παράγγειλε νὰ ζωγραφίσει τὸν ἅγιο, μὰ ἐπειδὴ ὁ ζωγράφος δὲν τὸν εἶχε δεῖ ποτέ, ὁ Μαλακηνὸς ἱστόρησε μὲ λόγια ὅσο μποροῦσε στὸ ζωγράφο τί λογῆς ἤτανε ἡ φυσιογνωμία του.
Ὁ ζωγράφος πῆγε στὸ ἐργαστήρι του κ᾿ ἔπιασε νὰ κάνει τὴν εἰκόνα, ἀλλὰ κοπίασε πολὺ χωρὶς νὰ μπορέσει νὰ τὸν ἐπιτύχει τὸν ἅγιο ὅπως ἤτανε. Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ καθότανε στενοχωρημένος, βλέπει νὰ μπαίνει ἕνας καλόγερος κοντός, νηστεμένος, μὲ μαλλιὰ μαῦρα κι᾿ ἀνακατεμένα, μὲ μαῦρα ἀχτένιστα γένια, μ᾿ ἕνα κουρελιασμένο παλιόρασο καὶ νὰ βαστᾶ ἕνα ραβδὶ μ᾿ ἕνα σταυρὸ στὴν ἄκρη, ποὺ τὸν ἔδωσε στὸ ζωγράφο νὰ τὸν φιλήσει.
Ὕστερα τὸν ρώτησε γιατί εἶναι στενοχωρημένος. Σὰν τοῦ εἶπε ὁ ζωγράφος τὴν αἰτία, τοῦ λέγει ὁ καλόγερος: «Κοίταξέ με, ἀδελφέ, καὶ ζωγράφισε τὴν εἰκόνα, γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἱστορίζεις μοιάζει μὲ μένα σὲ ὅλα». Σὰν τὸν κοίταξε καλὰ ὁ ζωγράφος ἀπόρησε, ἐπειδὴ ἤτανε ἴδιος ὅπως τὸν εἶχε περιγράψει ὁ Μαλακηνός.
Γύρισε λοιπὸν τὸ πρόσωπό του κατὰ τὸ σανίδι ποὺ ζωγράφιζε νὰ δεῖ ἂν μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο, ποὺ ἔκανε, καὶ βλέπει πὼς εἶχε τυπωθεῖ ὁ καλόγερος ποὺ τοῦ μιλοῦσε. Τὸν ἔπιασε φόβος καὶ φώναξε «Κύριε ἐλέησον», καὶ σὰν γύρισε νὰ τὸν ξαναδεῖ, δὲν εἶδε τίποτα.

Ὅπως τὸν εἶδε ὁ ζωγράφος, ἔτσι εἶναι ζωγραφισμένος ὁ ἅγιος Νίκων στὶς εἰκόνες ποὺ βρεθήκανε κανωμένες ἀπὸ παλιοὺς ἁγιογράφους. Ἡ πιὸ παλιὰ εἰκόνα του βρίσκεται στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ τῆς Λειβαδιᾶς ἱστορημένη μὲ ψηφιά, μὰ τὸν παριστάνει μὲ μαλλιὰ χτενισμένα.
Φαίνεται ὅμως πὼς πιὸ σωστὰ παραστήσανε τὴ φυσιογνωμία του οἱ ζωγράφοι ποὺ τὸν ζωγραφίσανε σὲ ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται κοντὰ στὰ μέρη τῆς Σπάρτης, ὅπως εἶναι στὸ Παληομονάστηρο τῆς Κρίτσοβας, ζωγραφισμένος στὰ 1267, στὴν Παναγία τὴ Χρυσαφίτισσα στὰ Χρύσαφα, στὸν ἅγιο Νικόλαο τῆς Ἀναβρυτῆς, στὴν ἐκκλησιὰ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸ χωριὸ Πέρπαινη, κι᾿ ἀλλοῦ.

Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλαιὲς καὶ μαστορικὲς εἰκόνες του εἶναι καὶ κείνη ποὺ βρῆκα στὴν Περίβλεπτο τοῦ Μυστρᾶ τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα γιὰ νὰ καθαρίσω καὶ νὰ στερεώσω τὶς παλιὲς τοιχογραφίες. Βρίσκεται κοντὰ στὴ μικρὴ τὴν πόρτα ποὺ μπαίνει κανένας στὴν ἐκκλησιά.
Ὁ ἅγιος εἶναι ζωγραφισμένος ὅπως τὸν ἱστορίζει τὸ συναξάρι του, μὲ βουλιασμένα τὰ μάγουλά του ἀπὸ τὴν κακοπάθηση, μὲ ζωηρὰ μάτια, μὲ μαῦρα μαλλιὰ ἀνακατεμένα κι᾿ ἀχτένιστα καὶ μὲ μαῦρα γένια.
Ἔτσι τὸν γράφει κι᾿ ὁ Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ στὴν «Ἑρμηνεία τῶν ζωγράφων»: «Νέος στρογγυλογένης, μακρότριχος, ἔχων τὰς τρίχας ἠγριωμένας». Λέγοντας «νέος» θέλει νὰ πεῖ μαυρομάλλης.


nektarios.gr

Άγιος Στυλιανός ο προστάτης των παιδιών


Από το βιβλίο: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ"
του Αρχ. Χαράλαμπου Δ. Βασιλόπουλου
Εκδόσεις: Ορθόδοξου Τύπου




Ο Αγιος Στυλιανός γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας , μεταξύ του 400 και 500 μ.Χ. Ήταν ευλογημένος από την κοιλιά της μητέρας του ακόμη. Όσο μεγάλωνε, τόσο με την Χάριν του Θεού γινόταν κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.
Από την παιδική του ηλικία έδειξε τα σπάνια προτερήματα της αγιασμένης ζωής του. Αν και ήταν και αυτός παιδί και νέος και έφηβος , μολο­νότι είχε κι εκείνος σάρκα , εν τούτοις δεν άφη­σε τις επιθυμίες να μολύνουν το πνεύμα και την ψυχή του. 


Ήταν αγνός , αγνότατος. Δεν άφησε επίσης να τον κυριεύσει κανένα γήινο πάθος. Δεν επέτρεψε στα πλούτη και στην φιλοπλουτία να κυριαρχήσουν στην ψυχή του και να την υποτάξουν στην φθορά και στην απώλεια.
Με την δύναμη και την Χάρη του Θεού πολέ­μησε όλα τα δολώματα της φθαρτής και πρόσκαι­ρης ζωής. Φιλοσόφησε με την αληθινή σοφία του Θεού και είδε πόσο πρόσκαιρος και τιποτένιος είναι ο υλικός τούτος κόσμος. Αποφάσισε έπειτα να βαδίσει με την επιθυμία της ψυχής του. 
Η ψυχή του τον καλούσε σε αγώνες ηθικούς και ωραίους. Τον καλούσε στην άσκηση της αρε­τής. Του έδειχνε τον δύσκολο και δύσβατο δρόμο της αιωνίας ζωής, της παντοτινής ευτυχίας.
H αγνή και πιστή καρδιά του υπάκουσε στην φωνή της ψυχής του. Και η πρώτη ενέργεια του ή­ταν να πουλήσει την περιουσία του και να την μοιράσει στους φτωχούς της Εκκλησίας. Και όταν δεν του είχε απομείνει τίποτε πια από την πατρική κληρονομία , γεμάτος ανακούφιση και χαρά , είπε:
«Πέταξα μια βαρειά άγκυρα , που με κρατού­σε δεμένο κοντά στις επιθυμίες του φθαρτού σώ­ματος. Πέταξα από πάνω μου την φθορά και την απώλεια. Τώρα ανοίγεται μπροστά μου πιο ευδιά­κριτος ό δρόμος της αληθινής ζωής. Απαλλαγμέ­νος , λοιπόν, ο Αγιος από τα φθαρτά, αλλά και συγχρόνως με ευτυχισμένη την καρδιά του, διότι μοίρασε τα πλούτη του σε φτωχούς δυστυχισμένους και σε θεάρεστα άλλα έργα , σκέφτεται πως θα ζήσει τιμιότερα και αγιώτερα τη ζωή του.

Πόσο ανώτερον κάμνει τον άνθρωπο η διδα­σκαλία του Χριστού , από τη διδασκαλία των φιλο­σόφων! Αυτό το βλέπωμε, εάν συγκρίνωμε την πράξη αυτή του Αγ. Στυλιανού με εκείνο που έκανε ένας αρχαίος φιλόσοφος, Κράτης ονόματι. Και εκείνος κατάλαβε ότι ο πλούτος είναι τύραν­νος. Τον δουλεύει ο άνθρωπος σαν αφεντικό του. 
Εί­ναι σκλαβωμένος ο άνθρωπος στον πλούτο του και είναι δεμένος. Δεν είναι ελεύθερος. Γι´αυτό και αυτός πήρε τα χρήματα του , ανέβηκε σ´ έναν πα­ραθαλάσσιο βράχο και από εκεί τα πέταξε στη θάλασσα , φωνάζοντας συγχρόνως: «Κράτης Κράτη τα ελεύθεροι». Εγώ δηλ. ο Κράτης με το να πετά­ξω τα λεφτά μου στη θάλασσα ελευθερώνω τον Κράτητα , τον εαυτόν μου.
Κι' o Κράτης ελευθερώθηκε μεν από τα χρή­ματα του , αλλά δέθηκε περισσότερο από τον εγωι­σμό του. Πέταξε τα χρήματα του για να του πούνε ένα «μπράβο». Οι οπαδοί του Χριστού όμως τα απο­χωρίζονται, και συγχρόνως κτυπούν τα πάθη τους και κυρίως τον εγωϊσμόν. 
Αγωνίζονται να ελευθε­ρωθούν από το τυραννικόν πάθος του εγωισμού , διότι και η φιλοπλουτία είναι παιδί του εγωισμού. Για να απαλλαγούν όμως από τα πάθη και τον εγωϊσμόν αρχίζουν ισόβιο αγώνα, έχοντας συγχρό­νως και τη Θεία Χάρη βοηθόν.
Ο Κράτης ένας ήταν αν που το έκαμε αυτό οδη­γούμενος από τη φιλοσοφία, οι Χριστιανοί όμως που το πετυχαίνουν εφαρμόζοντας την διδασκαλία του Χριστού είναι εκατομμύρια. Πράγματι σε κά­θε γενιά πόσα εκατομμύρια εγκαταλείπουν τα εγ­κόσμια και ζουν θεληματικά φτωχοί. Ένα από τα τρία προσόντα του μοναχού είναι η ακτημοσύνη. 
Όλα τα πλήθη των μοναστών «αποθέτουν πάντα όγκον» όχι για ένα κούφιο μπράβο , αλλά για να αποκτήσουν την Βασιλείαν του Θεού. Δίνουν τα γήινα και παίρνουν τα επουράνια. Δίνουν τα ρέοντα και παίρνουν τα μόνιμα και παντοτεινά. 
Αποθέτουν το βάρος του πλούτου για να μπορούν ελεύθεροι να τρέχουν για να εισέλθουν στην Βασιλείαν του Θεού. Έχουν υπ´όψει τους το «ως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την Βασιλείαν του Θεού», που είπε ο Κύριος. Πόσο λοιπόν ανώτερη είναι η διδασκαλία του Χριστού από την φιλοσοφίαν των ανθρώπων.
Με μοναδική πλέον περιουσία τα ενδύματα του, αρχίζει ένα σκληρό και αγωνιστικό στάδιο σύμφωνα με την διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Αφού, λοιπόν, με τις ευεργεσίες του, ανέβασε ο μακάριος Στυλιανός τον γήινο θησαυρό του στους ουρανούς, και τον ασφάλισε, πήγε σε ένα μονα­στήρι και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. 
Από τη στιγμή εκείνη καμμιά γήινη σκέψη, καμμιά υλική παρένθεση δεν μπορεί να τον απομακρύνει από την πίστη του και την προσευχή του. Τίποτε άλλο δεν φροντίζει και τίποτε άλλο δεν επιδιώκει, παρά μονάχα ό,τι είναι αρεστό στο άγιο θέλημα του Θεού. 
Αγωνίζεται πως να αρέσει στον Κύριο, πως να τελειοποιήσει την ψυχή του, πως να κερδίσει τον Παράδεισο. 
Καμμιά δική του θέληση , που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού , δεν βρίσκει θέση στην ζωή του. Η αυστηρή ασκητική του ζωή είναι απερίγρα­πτη. Η αγιότης του αρχίζει να αστράφτη. Η ταπει­νοφροσύνη του λαμποκοπάει. Η αγνότης του θαμ­πώνει. Η νηστεία του είναι αυστηρότατη. Η προσευ­χή του αληθινή επικοινωνία με τον Θεό.

Οι αγρυ­πνίες του είναι θαυμαστές. Τρεις στόχους έβαλε για σκοπό του να επιτύχει ως μοναχός: την ακτημοσύνη , την αγνότητα και την υπακοή. Τους τρεις αυτούς στόχους τους πέτυχε. Και στις τρεις αυτές αρετές πήρε, σαν να πούμε , άριστα ο Αγιος Στυλιανός. 
Την ακτημοσύνην του την είδαμε. Δεν κράτη­σε για τον εαυτό του από την περιουσία του τίπο­τε απολύτως. Ούτε φρόντισε ν' αποκτήσει ποτέ στη ζωή του κάτι τι και αυτός. Έζησε με φτώχεια και τελεία ακτημοσύνη.

Την αγνότητα του επίσης και την ηθικότητα του την κράτησε πολύ ψηλά. Κρατούσε την ψυχή του καθαρή «από παντός μολυσμού σάρκας και πνεύματος». Αγωνιζότανε στις επιθέσεις του ε­χθρού να μη τον αγγίξει η βρωμερή αμαρτία. 
Στο μυαλό του στριφογύριζαν πάντα τα λόγια τού Κυρίου μας που είπε: «Μακάριοι οι κα­θαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Ευτυχισμένοι δηλαδή και καλότυχοι είναι όσοι έχουν καθαρή την καρδιά τους από τη βρώμα της ανηθικότητος διότι αυ­τοί θ' αξιωθούν να δούνε το Θεό στη Βασιλεία των Ουρανών. 
Η υπακοή του στο Γέροντα του και τους άλ­λους ήταν παραδειγματική. Αγωνίστηκε σκληρά νά κόψει «το δικό του θέλημα», που στηρίζεται στον εγωισμό. Είναι πολύ δύσκολο να κόψη κανείς το θέλημα του. Αυτό το ξέρουν όσοι αγωνίζονται τον πνευματικόν αγώνα. 
Ο Αγιος Στυλιανός πολέμησε στο Μοναστήρι εκείνο σκληρά εναντίον των τριών εχθρών , της σάρκας , του κόσμου και του διαβόλου. Για να καταβάλει τον καθένα από αυτούς χρειάσθηκε πόλεμος πολυχρόνιος, σκληρός και ανύστακτος. Στις τρεις αυτές λέξεις κρύβονται ηρωισμοί και παλαίσματα υπεράνθρωπα.

Έτσι ο Αγιος Στυλιανός αποδεικνύεται λαμπρό αστέρι της ασκητικής ζωής. Γίνεται παράδειγμα σε νεότερους και παλαιότερους. Όλοι τον θαυμάζουν και τον προβάλλουν σαν παράδειγμα. Τον έχουν σαν πρότυπο μιμήσεως.
Άλλα η αυστηρότης εκείνη του ασκητικού βίου δεν του είναι αρκετή , θέλει να πλησιάσει περισσότε­ρο στην τελειότητα. Επιθυμεί, τώρα την πλήρη μόνωση τον αυστηρότατο ασκητισμό: τον αναχωριτισμό. Αποχαιρετάει τους αδελφούς μονα­χούς στο Μοναστήρι και αποσύρεται ο Αγιος μακρυά σε έρημο και ακατοίκητο μέρος. Εκεί στην έρημο κατασκηνώνει σ' ένα σπήλαιο.

Το νέο στάδιο της ασκητικής του ζωής είναι ουράνιας τελειότητος. Οι μέρες και οι νύχτες του κυλούν με λογισμούς, με σκέψεις και προσευχές για τον Τρισυπόστατο Θεό. Ψάλλει ολόψυχα το μεγαλείο του Θεού. Υμνεί την Αγία Τριάδα. Ζει ενωμένος με τον Θεό! Τίποτε δεν διασπά την θεϊκή του γαλήνη.
Όλα όσα βρίσκονται γύρω του και όσα προβάλλουν στον μακρυνό του ορίζοντα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποδείξεις του Δημιουργού. Μελέτα τα δημιουργήματα του Θεού και δυναμώνει πιο πολύ η πίστη του. Νοιώθει καλά εκείνο που λέγει ο Απόστολος Παύλος «Τα γάρ αόρατα του Θεό ο τοις ποιήμασι νοούμενα καθο­ράται ή τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης».

Ο σημερινός άνθρωπος , δεν έχει την ευκαιρία να βλέπει τα έργα το Θεό , που τον βοηθούν στο να πιστεύει στο Θεό. Ζεί χωμένος μέσα στις τερά­στιες πόλεις , μέσα στις πελώριες πολυκατοικίες ή στο θόρυβο των εργοστασίων. 
Απομακρύνθηκε έ­τσι από τη φύση , απομακρύνθηκε από τα δημιουρ­γήματα του. Βλέπει περιωρισμένα τα δικά του δη­μιουργήματα μόνον. Γι´αυτό απομακρύνεται από τον Θεό και λιγοστεύει η πίστη του συνεχώς.
 

Οι αστρονόμοι , οι οποίοι παρατηρούν συνεχώς τα ουράνια σώματα , τα πολυάριθμα άστρα , τα έρ­γα του Θεό , είναι ευσεβείς και θεοφοβούμενοι. Ο μεγάλος αστρονόμος Κέπλερ , όταν άκουε το όνο­μα του Θεού , σηκωνόταν όρθιος και έβγαζε το καπέλλο του.
Και ο ερημίτης Στυλιανός εκεί στην ησυχία της έρημου είχε τον καιρόν να παρατηρεί τα δημι­ουργήματα του Θεού και να φιλοσοφεί επάνω σ' αυτά. Έβλεπε τον Δημιουργόν σε όλα, διότι εσκέπτετο, ότι ήταν αδύνατον να γίνει μόνος του αυτός ο τρισμέγιστος κόσμος, τόσον ωραίος , σκόπιμος και αρμονικός. Έβλεπε τον Θεόν στα απειροπληθή άστρα του ουρανού , που στροβιλίζονται στο αχανές διάστημα με τόση ταχύτητα, αλλά και ακρίβειαν.
 

Έβλεπε τον Θεό στον γίγαντα της ημέρας τον ήλιο ο οποίος με το να κρατεί κανονική απόστασιν από την Γή, δίδει με την θερμότητα του ζωή στους ανθρώπους, τα ζώα και σ' όλην την γύ­ρω φύση. 
Έβλεπε τον Θεό στο νεράκι που κελλάριζε στις βρυσούλες του βουνού και τον δρόσιζε. Σκεφτόταν ότι το νερό αυτό ήταν κάτω στις θάλασσες και τους ωκεανούς και όμως η πανσοφία και παντοδυ­ναμία του Θεού το ανεβάζει στο βουνό. Το εξατμί­ζει , το κάνει αραιότατο και ανάλαφρο σύννεφο. 
Το μεταφέρει με τον αέρα στα βουνά, το κάνει ψηλή βροχούλα, το ραντίζει σε όλο το πρόσωπο της γης και την ποτίζει. Το εναποθηκεύει στα σπλάχνα των ορέων σε τεράστιες αποθήκες και το δίδει λίγο - λί­γο στις βρυσούλες , που τρέχουν συνεχώς! 

Έβλεπε τον Θεό στα αναρίθμητα ζώα τα μι­κρά και τα μεγάλα , που δημιούργησε ο Θεός «κατά γένος και κατά είδος». Κοίταζε την ποικιλίαν των δένδρων και των φυτών και σκεφτόταν, αν δεν τα έφτιαχνε αυτά ο Θεός , θα ήταν αδύνατον η ζωή των ανθρώπων και των ζώων. Διότι όλα αυ­τά τρέφονται από το φυτικόν βασίλειον.

Τα έβλεπε όλα αυτά και αναφωνούσε με τον Δαυίδ: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού ποίησιν δέ χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα». 
Ξεσπού­σε κατόπιν σε δοξολογία, λέγοντας: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε! Πάντα εν σοφία εποίησας. Επληρώθη η γη της κτίσεως Σου»!
 

Δύο βιβλία διάβαζε συνεχώς στην έρημο: το βιβλίο της φύσεως και το βιβλίον της Αγίας Γραφής. 
Η καρδιά του , η διάνοια του , η ψυχή του , όλη η ύπαρξης του είναι ολόθερμα δοσμένη στον Θεό. 
Θείο και ιερό ρίγος διαπερνά την ασκητική σάρκα του , καθώς η ψυχή του εμβαθύνει στο κάλ­λος της θείας Δημιουργίας. Το άγιο πάθος της αγάπης του οσίου Στυλια­νού προς το πανάγιο Όνομα του Θεού τον συγκλο­νίζει. 
Όλη η δύναμη του είναι συγκεντρωμένη στη θεία αυτή αγάπη. Εγκαταλείπει έτσι ο Αγιος το σαρκικό εγώ του. Παύει να φροντίζη για την τροφή του. Γίνεται όλος ακμή πνεύματος και ψυχής. Μπορεί να πει και αυτός «ζω δε ουκέτι εγώ, η δε εν εμοί Χριστός». 

Τρεφόταν με χόρτα της ερήμου. Και όταν δεν υπήρχαν αυτά, ο Θεός δεν τον άφηνε. Ο Θεός, που θαυματουργεί δια τους Αγίους και μέσω των Αγίων, δεν άφηνε τον σεβάσμιο όσιο να εξαντληθεί από την πείνα. Τον κράτησε στην ζωή στέλνοντας του τροφές με τους αγγέλους, όπως έστελνε και στους άλλους Αγίους, στον Προφήτη Ηλία, τον Άγιο Μάρκο τον Αθηναίο τον φιλόσοφο και λοιπούς.
Πολλά χρόνια έζησε τη σκληρή ζωή του αναχωρητού. Πάλεψε στην έρημο επί δεκαετίας ολό­κληρες σκληρά με τον διάβολο και τον εαυτό του. Πάλεψε να ξεριζώσει τα πάθη του , να από­κτησει τις αρετές και να φθάσει στην αγιότητα που θέλει ο Θεός, ο Οποίος είπε: «γίνεσθε Άγιοι , ότι Εγώ Αγιος ειμί».
 

Ο Δημιουργός ήθελε να ζήσει ακόμη ο Αγιος Στυλιανός , για να λαμποκοπάει με την αρετή του και να παραδειγματίζει με την αυστηρότητα της ασκητικής του ζωής. Ήθελε η έμψυχος εκείνη στήλη της εγκράτει­ας , ο φωτεινός λύχνος της ερήμου , να λάμψει σ' όλα τα πέρατα της γης. 
Ήθελε ο Θεός να φανούν οι ποικίλες αρετές του. Ο λύχνος όμως πρέπει να βρίσκεται ψηλά , για να φέγγει σ' όλους και όχι να κρύβεται και να χά­νεται η λάμψη του. Έτσι και εκείνοι , που φεγγο­βολούν με τις αρετές τους , τους φανερώνει ο Θεός για να γίνονται φως στο δρόμο της ζωής των άλ­λων. 
Έτσι και ο Αγιος Στυλιανός , αφού με τους σκληρούς ασκητικούς αγώνας του στολίστηκε με τις αρετές και ήταν σαν λαμπάδα , με το γλυκό και ζεστό φως , αφού έφθασε σε ύψη δισθεώρητα αρε­τής, μπορούσε να χύσει στο λαό το ιλαρό φως της αγιότητός του , προς δόξαν Θεού και σωτηρίαν αν­θρώπων. 
Ο δίκαιος Θεός θα έδειχνε ακόμη στον κόσμο πως αντιδοξάζει εκείνους , που λατρεύουν το όνο­μα Του και Τον δοξάζουν.

Διαδόθηκε , λοιπόν, η φήμη του Αγίου Στυλια­νού παντού. Πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη συνέρρεαν μ' ευλάβεια προς τον Άγιον για να θαυ­μάσουν την αγιότητα του και ν' αποκομίσουν ψυχι­κά και σωματικά αγαθά. 
Η αγία του μορφή , τα σοφά του λόγια , οι προτροπές του άλλαξαν την ζωή πολλών ανθρώπων. Πολλοί ήταν εκείνοι που γοητευμένοι από την ασκητικότητα του , εγκατέ­λειπαν τον κακό εαυτό τους και μετανοούσαν και αναγεννιόνταν ψυχικά. 
Συγκινητικές ήταν οι εκδηλώσεις των Χριστια­νών που τον επισκέπτονταν στην έρημο, εκεί στο ασκητήριο του. Ήξερε να γαληνεύει τις ταραγμένες ψυχές. Κοντά του έτρεχαν και άλλοι ασκητές για να ενι­σχυθούν με τα λόγια του και την λάμψη του στο σκληρό ασκητικό βίο. 
Εγνώριζεν ο Αγιος Στυλιανός , ότι για να κερδίσει κανείς την Βασιλεία των Ουρανών πρέπει να έχει την ψυχή του, σαν την ψυχή των μικρών παι­διών. 

Του έκαναν εντύπωση τα λόγια του Κυρίου: «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία ου μη εισέλθητε εις την Βασιλείαν των Ουρα­νών». «Των γαρ τοιούτων εστίν, η Βασιλεία του θεού», των μικρών παιδιών δηλαδή που είναι αθώα. 
Ήξερε, ότι τα παι­διά έχουν αγγελικές ψυχές. Το κτυπάει ο πατέρας του και πάλι πηγαίνει σ' αυτόν. Τον κτυπάει ο φί­λος του και δεν του κρατάει κακία , αλλά σε λίγο πάλιν παίζουν μαζί. Ενώ οι μεγάλοι το κρατούν σαν κα­μήλα μέσα τους. Γι´αυτό ήθελε να τα βοηθάει, να τα προστατεύει τα παιδιά. Και στην αγία του εκείνη επιθυμία ο Παντο­γνώστης Θεός του έδωσε την Χάρη Του, να μπορεί να κάνει θαύματα.

Ο Θεός βράβευσε το ιερό του αίσθημα και του έδωσε την θαυματουργική δύναμη να θεραπεύει τα ασθενεί παιδιά. Μητέρες από κον­τινά και μακρινά μέρη, με φορτωμένα στους ώμους ανάπηρα και άρρωστα παιδιά έτρεχαν , με πόνο καί πίστη, κοντά στον Άγιο για να ζητήσουν την θεραπείαν των παιδιών τους. 
Μέρες ολόκληρες βάδιζαν μέσα σ' έρημα μέρη για να βρουν την δοξασμένη από τον Θεό ασκη­τική σπηλιά του Αγίου Στυλιανού. Και όταν έφθασαν εκεί, με δάκρυα στα μάτια έπεφταν στα πόδια του Γέροντα ασκητή, δόξαζαν τον Θεό, που τον συνάντησαν και τον παρακαλού­σαν να γιατρέψει τα παιδιά τους. 
Ο Αγιος Στυλιανός γεμάτος καλωσύνη και συμπόνοια έπαιρνε τ' άρρωστα νήπια στα χέρια του και με μάτια δακρυσμένα παρακαλούσε το Θεό να τα γιατρέψει. Ο Δεσπότης των Ουρανών άκουγε την ολόψυ­χη προσευχή του και ο Αγιος θαυματουργούσε. Παιδιά άρρωστα εύρισκαν την υγειά τους.

Πα­θήσεις διαφόρων ειδών εξαφανίζονταν. Μπροστά στη δύναμη του Θεού καμιά αρρώστια δεν μπο­ρούσε ν' αντισταθεί. Μανάδες έκλαιγαν από χαρά έξω από το ασκητήριο του. Και άλλες καταφιλούσαν με σεβα­σμό και ευγνωμοσύνη το χέρι του Αγίου γέροντα, δοξάζοντας τον Θεόν. 
Δοξολογούσε κι' εκείνος ακατάπαυστα το Άγιο Όνομά Του και τον ευχαριστούσε για τα θαύ­ματα αυτά , που τον αξίωνε να κάνει. Έπειτα γεμάτος στοργή κοίταζε τα αθώα πλασματάκια που είχαν λυτρωθεί από την αρρώστια. 
Ένα γλυκό χαμόγελο , χαμόγελο αγγελικό άνθιζε στο πρόσωπο του σεβασμίου ασκητού. Τα θαύματα όμως αυτά γινόταν γνωστά σ' όλα τα μέρη και κόσμος πολύς έτρεχε στον Άγιο Στυλιανό για να τον παρακαλέσει να γιατρέψει από κάποια ασθένεια τα παιδιά του.

Έτσι δόξαζε ο Αγιος Θεός το όνομα του ο­σίου Στυλιανού που αφιέρωσε την ζωή του για την δό­ξα του Θεού. 'Αλλά δεν ήταν μόνο τα θαύματα της θεραπεί­ας των παιδιών που δόξαζαν το όνομα του ταπει­νού Αγίου Στυλιανού. 
Ο Αγιος απέκτησε φήμη ως θαυματουργού, διότι έκανε τους άτεκνους εύτεκνους, με την προσ­ευχή του. Με την προσευχή του Αγίου Στυλιανού πολλές στείρες τεκνοποιούσαν. Πολλοί πιστοί Χριστιανοί με την ευλογία του, αν και ήταν άτεκνοι πρωτύτερα , απέκτησαν ωραία και γεμάτα υγεία παιδιά.
Πολλοί μάλιστα καλοί Χριστιανοί και μετά την κοίμηση του, επικαλούμενοι το όνομα του Αγίου και ζωγραφίζοντες σαν τάμα την εικόνα του , α­πέκτησαν παιδιά, αν και είχαν χάσει την ελπίδα πια να τεκνοποιήσουν.

Εν' τω μεταξύ απ' όλα τα μοναστήρια πήγαι­ναν στον γέροντα ασκητή για να ευφρανθούν κον­τά του , το άρωμα της αγιότητας του. Μοναχοί και ασκητές ζητούσαν από τον Άγιο δάσκαλο συμβουλές, για το πως πρέπει να αντιμε­τωπίζουν τους πειρασμούς και πως να επιβάλλουν την γαλήνη στα κοινόβια τους. Όλοι τον έβλεπαν σαν πρότυπο αγίας ασκητι­κής ζωής. Η προσωπικότητα του ήταν γεμάτη τα­πεινοφροσύνη και άστραφτε από ουράνιο κάλλος.
Και εκείνος ακούραστος με αγγελική γαλήνη τους δίδασκε , τους καθοδηγούσε , τους γέμιζε την καρδιά , τους στερέωνε στην πίστη, τους διέλυε τις αμφιβολίες. Ειρήνευε με τις συμβουλές του από μακριά όσα μοναστήρια είχαν εσωτερικές διχόνοιες. 


Έτσι έζησε κι έτσι δόξασε το όνομα του Θεού και δοξάσθηκε από τον Ουράνιο Πατέρα ο Αγιος Στυλιανός. Όταν έφθασε σε βαθειά γεράματα , έστειλε ο Θεός τους Αγγέλους Του και πήραν την αγίαν του ψυχή , για να την αναπαύσουν από τους πολύ­χρονους κόπους , τις στερήσεις και την σκληρότητα της ασκητικής ζωής. Κοιμήθηκε , λοιπόν, ο Αγιος πλήρης ημερών και αρετών.
Που τον έθαψαν , δεν γνωρίζουμε , ούτε διεσώθηκαν άλλα στοιχεία από την κουρασμένη και αγιασμένη ζωή του. Εμεινε όμως το όνομα του. Τον σέβεται και τον τιμά όλη η Ορθόδοξη Χριστιανωσύνη. 
Τον επικαλούνται στις ανάγκες τους και προπάντος για τα άρρωστα παιδιά τους. Κτίζουν στο όνομα του μεγαλοπρεπείς Ναούς. Στην Αθήνα υπάρχουν τουλάχιστον δύο Ναοί του Αγίου Στυλιανού στον Γκύζη και στον Καρρέα. Τα θαύματα του Αγίου συνεχίζονται και μετά την κοίμηση του. Και σήμερα ο Αγιος Στυλιανός εξακολουθεί να είναι προστάτης των παιδιών. Λένε μάλιστα, ότι από την λέξη «στυλώνει» που σημαίνει «στηρίζει τη υγεία των παιδιών».
 Ο Αγιος εικονογραφείται με ένα νήπιο σπαργανωμένο στην αγκαλιά του που συμβολίζει , ότι είναι ο προστάτης των νηπίων. Η μνήμη του Αγίου Στυλιανού εορτάζεται στις 26. Νοεμβρίου.

Επίλογος
Οπως είδαμε ο Αγιος Στυλιανός είναι προ­στάτης των μικρών παιδιών. Και είναι αλήθεια , ότι οι γονείς τρέχουν στον Αγιο να τα θεραπεύσει από τις διάφορες ασθένειες του σώματος. 

Δεν τρέ­χουν όμως στον Άγιο να τα προστατέψει και από τις ασθένειες της ψυχής. Τα παιδιά πάσχουν από ελαττώματα και πά­θη. 
Είναι κακοκέφαλα και ατίθασα, νευρικά και ανάποδα. Τα επηρεάζει ο Σατανάς και τα παρακι­νεί στο κακό και την αμαρτία. Τα κάνει αγνώρι­στα στο σπίτι. Κινδυνεύουν επίσης τα παιδιά από τους κακούς και φαύλους ανθρώπους , καθώς και από τις κακές παρέες. Παρασύρονται και παίρ­νουν τον κακό δρόμο.

Αι λοιπόν, σ' αυτές τις περιπτώσεις πρέπει οι γονείς να καταφεύγουν στον Άγιο Στυλιανό. Είναι πρόθυμος να τα βοηθεί , να τα προστατεύει και να τα θεραπεύει όχι μόνον σωματικά, άλλα και ψυ­χικά , αρκεί φυσικά να κάνει και εκείνος που τον παρακαλεί το καθήκον του. 
Αλλά και εκτός της ειδικής αυτής περιπτώσε­ως , η ζωή του μας καλεί και εμάς να εργασθούμε τα έργα της ευσέβειας, της σωφροσύνης, της δικαι­οσύνης , της ελεημοσύνης. 
Μας καλεί στην θερμή πίστη , αν θέλουμε να δούμε Θεού πρόσωπο κατά την ημέρα της Κρίσεως. Μας καλεί να ζήσωμε με έργα το θέλημα του Θεού για να παραλάβουν και τη δική μας την ψυχή οι άγγελοι και να την οδηγή­σουν στην αιώνια ευτυχία και μακαριότητα των Ουρανών. ΑΜΗΝ.  

egolpion.com

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Ἡ νηστεία. Μεγάλου Βασιλείου

Πολύτιμο δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ νηστεία. Θεσμὸς πανάρχαιος, ποὺ διατηρήθηκε σὰν πατρικὴ κληρονομιὰ κι ἔφτασε μέχρι τὶς μέρες μας.
        Δεχθεῖτε τη λοιπὸν μὲ χαρά. Δεχθεῖτε οἱ φτωχοὶ τὴ σύντροφό σας. Δεχθεῖτε οἱ ὑπηρέτες τὴν ἀνάπαυσή σας. Δεχθεῖτε οἱ πλούσιοι αὐτὴ πού σᾶς σώζει ἀπὸ τὸν κίνδυνο τοῦ κορεσμοῦ καὶ νοστιμίζει ὅσα ἡ συνεχής ἀπόλαυση ἀνοσταίνει.
        Οἱ ἄρρωστοι δεχθεῖτε τὴ μητέρα τῆς ὑγείας. Οἱ ὑγιεῖς τὴν ἐξασφάλιση τῆς εὐεξίας. Ρωτῆστε τοὺς γιατρούς, καὶ θὰ σᾶς ποῦν πὼς τίποτα δὲν εἶναι τόσο ἀμφίβολο κι ἀβέβαιο ὅσο ἡ ὑγεία. Γι’ αὐτὸ οἱ συνετοὶ μὲ τὴ νηστεία προσπαθοῦν νὰ διατηρήσουν τὴν ὑγεία τους καὶ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὸ συντριπτικὸ φορτίο τῆς παχυσαρκίας.
        Μὴν ἰσχυρίζεσαι πὼς δὲν μπορεῖς νὰ νηστέψεις, φέρνοντας σὰν πρόφαση ἀρρώστια ἢ σωματικὴ ἀδυναμία, ἀφοῦ, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, σ’ ὅλη σου τὴ ζωὴ ταλαιπωρεῖς τὸ σῶμα σου μὲ τὴν πολυφαγία. Γνωρίζω πολὺ καλὰ πὼς οἱ γιατροὶ ἐπιβάλλουν στοὺς ἀρρώστους μᾶλλον λιτὴ δίαιτα καὶ νηστεία παρὰ ποικιλία καί ἀφθονία τῶν φαγητῶν.
        Ἄλλωστε, τί εἶναι εὐκολότερο γιὰ τὸ σῶμα, νὰ περάσει τὴ νύχτα μ’ ἕνα ἐλαφρὸ δεῖπνο ἢ νὰ πέσει στὸ κρεβάτι βαρὺ ἀπ’ τὴν πολυφαγία; Μπορεῖ ν’ ἀναπαυθεῖ ἔτσι ἢ θὰ στριφογυρίζει παραφορτωμένο καὶ ταλαίπωρο; Ποιό πλοῖο μπορεῖ νὰ κυβερνήσει εὐκολότερα ἕνας καπετάνιος καὶ νὰ τὸ σώσει σὲ μιὰ θαλασσοταραχή, τό βαρυφορτωμένο ἢ ἐκεῖνο πού ἔχει τὸ κανονικὸ του φορτίο; Τὸ βαρυφορτωμένο δὲν θὰ τὸ βυθίσει μιὰ μικρὴ τρικυμία; Ἔτσι καὶ τὰ σώματα, ὅταν ταλαιπωροῦνται μὲ τὴν πολλὴ τροφή, εὔκολα ὑποκύπτουν στὶς ἀρρώστιες. Ἐνῶ ὅταν τρέφονται ἐλαφρά, διατηροῦν τὴν καλὴ τοὺς ὑγεία.


 Ἂς παρακολουθήσουμε ὅμως ἱστορικὰ τὴν ὑπόθεση τῆς νηστείας, γιὰ νὰ δοῦμε πόσο ἐκτιμήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους καὶ πόσα καλὰ προξένησε.
        Ὁ θεόπτης Μωυσῆς μετὰ ἀπὸ νηστεία σαράντα ἡμερῶν τόλμησε ν’ ἀνεβεῖ στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ καὶ νὰ παραλάβει τὶς πλάκες τῶν δέκα ἐντολῶν (Ἐξ. 24:18). Δὲν θὰ ἔπαιρνε τὸ θάρρος νὰ πλησιάσει τὴν κορυφή, ποὺ κάπνιζε ἀπὸ τὴ θεία παρουσία, ἂν δὲν εἶχε ὁπλιστεῖ μὲ τὴ νηστεία. Νήστεψε, κι ἔτσι μπόρεσε νὰ συνομιλήσει μὲ τὸ Θεό.
        Ὁ προφήτης Σαμουὴλ ὑπῆρξε καρπὸς τῆς νηστείας. Ἡ μητέρα του Ἄννα, ἀφοῦ νήστεψε, προσευχήθηκε στὸ Θεὸ καὶ Τοῦ ζήτησε ἕνα παιδί, μὲ τὴν ὑπόσχεση νὰ τὸ ἀφιερώσει σ’ Ἐκεῖνον. (Α΄ Βασ. 1:11).
        Τὸν μεγάλο ἥρωα Σαμψών, τί ἦταν ἐκεῖνο πού τὸν ἔκανε ἀκαταμάχητο; Ἡ νηστεία! Μὲ τὴ νηστεία συνελήφθη στὰ σπλάχνα τῆς μητέρας του. Ἡ νηστεία τὸν γέννησε. Ἡ νηστεία τὸν θήλασε. Ἡ νηστεία τὸν ἀνέθρεψε. Ἡ νηστεία ἐκείνη, ποὺ ὅρισε ὁ ἄγγελος: «Τὸ παιδί, ποὺ θὰ γεννηθεῖ, δὲν θὰ πρέπει νὰ γευθεῖ κανένα ἀπὸ τὰ προϊόντα τοῦ ἀμπελιοῦ. Δὲν θὰ πιεῖ κρασὶ οὔτε κανένα ἄλλο δυνατὸ ποτό». (Κριτ. 13:14).
        Ἡ νηστεία γεννάει προφῆτες. Ἐνισχύει τοὺς δυνατούς. Σοφίζει τοὺς νομοθέτες. Ἐξοπλίζει τοὺς ἥρωες. Γυμνάζει τοὺς ἀθλητές. Ἀποκρούει τοὺς πειρασμούς. Συγκατοικεῖ μὲ τὴ νηφαλιότητα καὶ τὴν ἁγνότητα. Στοὺς πολέμους κάνει ἀνδραγαθήματα καὶ στὸν καιρὸ τῆς εἰρήνης διδάσκει τὴν ἡσυχία. Ἁγιάζει τοὺς ἀφιερωμένους καὶ τελειοποιεῖ τοὺς ἱερεῖς. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πλησιάσει τὸ Θυσιαστήριο καὶ νὰ τελέσει τή Θεία Λειτουργία, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχει νηστέψει.
        Μετὰ ἀπὸ νηστεία σαράντα ἡμερῶν ἀξιώθηκε ὁ προφήτης Ἠλίας ν’ ἀντικρύσει τὸν Κύριο. (Γ΄ Βασ. 19:8-18). Χάρη στὴ νηστεία ἀποδείχθηκε ἰσχυρότερος ἀπὸ τὸ θάνατο καὶ ἀνέστησε τὸ πεθαμένο παιδὶ (Γ΄ Βασ. 17:21-23). Χάρη στὴ νηστεία ἐμπόδισε τὸν οὐρανό νά βρέξει γιὰ τριάμιση χρόνια (Γ΄ Βασ. 17:1, 18:1). Κι αὐτό, γιὰ νὰ μαλακώσει τὴ σκληροκαρδία τῶν Ἰσραηλιτῶν, ποὺ εἶχαν παραδοθεῖ στὴν ἀσέβεια καὶ στὴν παρανομία. Ἔτσι προκάλεσε σ’ ὁλόκληρο λαὸ ὑποχρεωτικὴ νηστεία, μέχρι νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπανορθώσουν τὴν ἁμαρτία, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν καλοπέραση καὶ τὸν μαλθακὸ βίο.
        Ὁ προφήτης Δανιήλ, ποὺ γιὰ ἕνα εἰκοσαήμερο δὲν γεύθηκε ψωμὶ οὔτε ἤπιε νερὸ (Δαν. 10:2-3), δίδαξε καὶ τὰ λιοντάρια ἀκόμα νὰ νηστεύουν. (Δαν. 6:16-22). Τὰ πεινασμένα λιοντάρια δὲν τὸν κατασπάραξαν, σὰν νὰ εἶχε σῶμα ἀπὸ πέτρα ἢ χαλκὸ ἢ ἄλλο σκληρὸ ὑλικό. Ἡ νηστεία δυνάμωσε τὸ σῶμα τοῦ προφήτη καὶ τὸ ἔκανε ἀπρόσβλητο ἀπὸ τὰ δόντια τῶν θηρίων, ὅπως ἡ βαφὴ κάνει τὸ σίδερο ἀπρόσβλητο ἀπὸ τὴ σκουριά.

*

        Ἡ νηστεία ἐνισχύει τὴν προσευχή. Γίνεται φτερὸ στὴν πορεία της πρὸς τὸν οὐρανό. Εἶναι μητέρα τῆς ὑγείας, παιδαγωγὸς τῆς νιότης, στολίδι τῶν γηρατειῶν. Εἶναι συνοδοιπόρος τῶν ταξιδιωτῶν καὶ ἀσφάλεια τῶν συγκατοίκων.
        Ὁ ἄνδρας δὲν ἀμφιβάλλει καθόλου γιὰ τὴ συζυγικὴ πίστη τῆς γυναίκας του, ὅταν τὴ βλέπει νὰ συζεῖ μὲ τὴ νηστεία. Ἡ γυναίκα δὲν λιώνει ἀπὸ ζήλεια, ὅταν βλέπει τὸν ἄνδρα της νὰ νηστεύει.
        Ποιὸς ζημιώθηκε ποτὲ ἀπὸ τὴ νηστεία; Ὑπολόγισε τὴν οἰκονομικὴ κατάσταση τοῦ σπιτιοῦ σου σὲ μιὰ μέρα νηστείας. Ὑπολόγισε την καὶ σὲ μιὰ συνηθισμένη μέρα. Θὰ διαπιστώσεις ἔτσι εὔκολα, πόσο μεγάλο κέρδος ἔχεις μὲ τὴ νηστεία.
        Σκέψου πὼς ἀκόμα καὶ οἱ ἐφοριακοὶ ἀφήνουν τοὺς φορολογουμένους νὰ ζήσουν λίγο καιρὸ ἥσυχοι καὶ ἀνενόχλητοι. Ἂς ἐπιτρέψει λοιπὸν καὶ ἡ σάρκα μιὰ μικρὴ ἀνάπαυλα στὸ στόμα. Ἂς κάνει μιὰ μικρὴ ἀνακωχὴ αὐτή, πού, ὅταν χορτάσει, φιλοσοφεῖ γύρω ἀπὸ τὴν ἐγκράτεια, ἐνῶ, ὅταν πεινάσει, ξεχνάει ὅσα δέχτηκε πρίν.
        Ὅποιος νηστεύει, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ δάνεια οὔτε χρειάζεται νὰ πληρώνει τόκους. Ἡ νηστεία γίνεται ἀφορμὴ νὰ εὐφραίνεται ὁ ἄνθρωπος. Γιατί ὅπως ἡ δίψα κάνει γλυκὸ τὸ πιοτὸ καὶ ἡ πείνα εὐχάριστο τὸ τραπέζι, ἔτσι καὶ ἡ νηστεία κάνει ἀπολαυστικὰ τὰ φαγητά.
        Ἂν θέλεις λοιπὸν νὰ ‘ναι εὐχάριστο τὸ τραπέζι σου, δέξου τὴν ἀλλαγὴ τῆς νηστείας. Ἂν ὅμως εἶσαι πάντα κυκλωμένος ἀπὸ πλούσια φαγητά, ἀδικεῖς τὸν ἑαυτό σου, γιατί ἐξαφανίζεις τὴν ἀπόλαυση μὲ τὴν ἄμετρη φιληδονία.
        Τίποτα δὲν ὑπάρχει, ποὺ νὰ μὴν περιφρονηθεῖ μὲ τὴ συνεχή ἀπόλαυσή του. Ἐνῶ, ἀντίθετα, συχνὰ ἐπιθυμοῦμε ἐκεῖνα τὰ φαγητά, ποὺ σπάνια γευόμαστε. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Δημιουργός μας ἐπινόησε τὴν ποικιλία στὴ ζωή μας, ὥστε νὰ νιώθουμε τὴν ἀπόλαυση ὅλων τῶν ἀγαθῶν Του. Παρατήρησε τί συμβαίνει στὴ φύση: Ὁ ἥλιος δὲν εἶναι λαμπρότερος μετὰ τὴ νύχτα; Ὁ ὕπνος δὲν εἶναι γλυκύτερος μετὰ τὴν ἀγρυπνία; Ἡ ὑγεία δὲν εἶναι περισσότερο ἐπιθυμητὴ μετὰ τὴ δοκιμασία τῆς ἀρρώστιας; Ἔτσι καὶ τὸ τραπέζι γίνεται περισσότερο εὐχάριστο μετὰ τὴ νηστεία. Αὐτὸ μάλιστα ἰσχύει γιὰ ὅλους. Καὶ γιὰ τοὺς πλουσίους, ποὺ ἔχουν ἄφθονα φαγητά, καὶ γιὰ τοὺς φτωχούς, ποὺ διαθέτουν λιγότερη τροφή.

*

        Νὰ θυμᾶσαι καὶ νὰ φοβᾶσαι τὸ παράδειγμα τοῦ πλουσίου τῆς παραβολῆς (Λουκ. 16:19-31). Οἱ συνεχεῖς ἀπολαύσεις τὸν ὁδήγησαν στὴν αἰώνια κόλαση. Ὁ πλούσιος αὐτὸς δὲν κατηγορήθηκε γιὰ καμιὰ ἀδικία. Ἐξαιτίας ὅμως τῶν ἀνέσεων καὶ τῆς τροφῆς ποὺ ἀπολάμβανε, καθὼς καὶ τῆς ἀδιαφορίας του γιὰ τὴ φτώχεια τοῦ Λαζάρου, τιμωρήθηκε τόσο σκληρά. Ἡ νηστεία καὶ ἡ ὑπομονὴ στὶς κακοπάθειες δὲν ἦταν, ἀντίθετα, ἐκεῖνες πού χάρισαν τὴν ἀνάπαυση στὸ Λάζαρο; Ἡ παραβολὴ δὲν ἀναφέρει γι’ ἄλλες ἀρετές του, παρὰ μόνο γι’ αὐτές, ποὺ, σὰν δυὸ φτερά, τὸν ὕψωσαν καὶ τὸν ἀνέπαυσαν στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ.
        Πρόσεξε λοιπὸν κι ἐσύ, μήπως, ἐνῶ τώρα πίνεις εὐχάριστα ποτὰ καὶ ἀποστρέφεσαι τὸ νερό, ἀργότερα ἱκετεύεις γιὰ μιὰ μονάχα σταγόνα του, ὅπως ὁ πλούσιος. Κανεὶς δὲν ἔπαθε τίποτα πίνοντας νερό. Κανεὶς δὲν μέθυσε. Κανεὶς δὲν ἔνιωσε πονοκέφαλο ἢ ζάλη. Ἐνῶ, ἀντίθετα, ἡ κακὴ χώνεψη, ποὺ ἀναγκαστικὰ ἀκολουθεῖ τὰ συμπόσια, δημιουργεῖ φοβερὲς ἀρρώστιες.

*

        Ἡ ζωὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἦταν μιὰ συνεχής νηστεία. Δὲν εἶχε οὔτε κρεβάτι οὔτε τραπέζι οὔτε κτήματα οὔτε ζῶα οὔτε ἀποθῆκες τροφίμων οὔτε τίποτ’ ἄλλο, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ θεωροῦνται ἀπαραίτητα γιὰ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ὅμως ὁ Κύριος διακήρυξε πὼς ἦταν «ὁ σπουδαιότερος ἀπ’ ὅσους γέννησαν ποτὲ γυναῖκες» (Ματθ. 11:11).
        Ἡ νηστεία ἀνέβασε στὸν τρίτο οὐρανὸ καὶ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ τὴν ἀπαρίθμησε ἀνάμεσα στὰ καυχήματα γιὰ τὶς θλίψεις του (Β΄ Κορ. 11:27).
        Γιὰ ὅλες ὅμως τὶς ἀρετὲς, κορυφαῖο τύπο καὶ ὑπογραμμὸ ἔχουμε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ὁ Κύριος, λοιπόν, μετὰ ἀπὸ νηστεία σαράντα ἡμερῶν, ἄρχισε τὸ ἔργο του ἐδῶ στὴ γῆ (Ματθ. 4:2). Πρῶτα ὀχύρωσε καὶ ἐξόπλισε μὲ τὴ νηστεία τὴ σάρκα, ποὺ πῆρε γιὰ χάρη μας, κι ὕστερα δέχθηκε τοὺς πειρασμοὺς τοῦ διαβόλου. Παρόμοια κι ἐμεῖς, μὲ νηστεῖες ἂς ἑτοιμαζόμαστε κι ἂς προγυμναζόμαστε στοὺς ἀγῶνες ἐναντίον τῶν πνευματικῶν ἀντιπάλων.
        Σὲ μιὰν ἀμφίβολη πολεμικὴ συμπλοκή, ἡ παρουσία κάποιου συμμάχου στὸ πλευρὸ τοῦ ἑνὸς ἐμπολέμου προκαλεῖ τὴν ἧττα τοῦ ἄλλου. Λοιπόν, τὸ πνεῦμα καὶ ἡ σάρκα βρίσκονται σὲ ἐμπόλεμη κατάσταση. Μὲ ποιό θὰ συμμαχήσεις; Ἂν συμμαχήσεις μὲ τὴ σάρκα, θὰ ἐξασθενήσεις τὸ πνεῦμα. Ἐνῶ ἂν συμμαχήσεις μὲ τὸ πνεῦμα, θὰ ὑποδουλώσεις τὴ σάρκα. Ἀφοῦ θέλεις νὰ ἰσχυροποιήσεις τὸ πνεῦμα σου, δάμασε τὴ σάρκα μὲ τὴ νηστεία. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Ὅσο ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος (δηλαδὴ ἡ σάρκα) φθείρεται, τόσο ὁ ἐσωτερικὸς (δηλαδὴ τὸ πνεῦμα) ἀνανεώνεται» (Β΄ Κορ. 4:16).
        Ὁ Μωυσῆς, γιὰ νὰ πάρει τὴ νομοθεσία γιὰ δεύτερη φορά, χρειάστηκε καὶ δεύτερη νηστεία (Ἐξ. 34:28).
        Οἱ Νινευΐτες, ἂν δὲν εἶχαν νηστέψει οἱ ἴδιοι καὶ τὰ ζῶα τους, δὲν θὰ εἶχαν γλυτώσει τὴν καταστροφὴ (Ἰων. 3:4-10).
        Ἀλλὰ καὶ τὸν Ἡσαῦ, τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐξευτέλισε καὶ τὸν ἔκανε δοῦλο τοῦ ἀδελφοῦ του; Δὲν ἦταν ἕνα φαγητό; Γι’ αὐτὸ καὶ μόνο πούλησε τὰ πρωτοτόκια του (Γεν. 25:29-34)!
        Ποιοί, πάλι, ἄφησαν τὰ πτώματά τους στὴν ἔρημο; Δὲν τ’ ἄφησαν ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιζήτησαν τὴν κρεοφαγία καὶ τὴν καλοπέραση τῆς Αἰγύπτου (Ἀριθ. 11:33-34); Ὅσο δηλαδὴ οἱ Ἰσραηλίτες ἔμεναν ἱκανοποιημένοι μόνο μὲ τὸ μάννα, νικοῦσαν τοὺς ἐχθρούς τους καὶ κανεὶς τους δὲν ἀρρώσταινε. Ὅταν ὅμως θυμήθηκαν τὶς χύτρες μὲ τὰ κρέατα καὶ νοστάλγησαν τὴ δουλεία στὴν Αἴγυπτο, τιμωρήθηκαν. Πέθαναν στὴν ἔρημο καὶ δὲν ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας.
        Δὲν φοβᾶσαι κι ἐσὺ τὸ παράδειγμα αὐτό; Δὲν σκέφτεσαι μήπως μὲ τὴν πολυφαγία ἀποκλειστεῖς ἀπὸ τὴν οὐράνια γῆ τῆς ἐπαγγελίας;
        Ἡ ἀπόλαυση ἄφθονης καὶ λιπαρῆς τροφῆς δημιουργεῖ στὴν ψυχὴ ἀναθυμιάσεις, πού, σὰν ἕνα πυκνὸ σύννεφο καπνοῦ, ἐμποδίζουν τὸ νοῦ ν’ ἀντικρύσει τὶς ἐλλάμψεις τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
        Ἡ νηστεία εἶναι ἰσχυρὸ ὅπλο ἐναντίον τῶν δαιμόνων. «Αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ γένος δὲν μπορεῖ νὰ διωχθεῖ μὲ κανένα ἄλλο μέσο, παρὰ μόνο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία», εἶπε ὁ Κύριος στὴν περίπτωση τοῦ δαιμονισμένου νέου (Μάρκ. 9:29).
        Μὲ τὴν τρυφή, τὴ μέθη καὶ τὰ διάφορα καρυκεύματα ἐξάπτεται καὶ κάθε εἶδος ἀκολασίας. Τὸ κυνήγι τῆς ἀπολαύσεως μεταβάλλει τοὺς λογικοὺς ἀνθρώπους σὲ ἄλογα ζῶα.
        Ἡ κραιπάλη προκαλεῖ καὶ φρικτὲς διαστροφές. Γίνεται αἰτία ν’ ἀναζητοῦν οἱ ἀκόλαστοι τὴ γυναίκα στὸν ἄνδρα καὶ τὸν ἄνδρα στὴ γυναίκα.
        Ἡ νηστεία ρυθμίζει καὶ τὴν ἔγγαμη ζωή. Ἐμποδίζει τὴν ἀσυδοσία καὶ ἐπιβάλλει σύμφωνη ἐγκράτεια, γιὰ ν’ ἀφοσιωθοῦν οἱ σύζυγοι στὴν προσευχή.

*

        Μὴν περιορίζεις ὅμως τὴν ἀρετὴ τῆς νηστείας μόνο στὴ δίαιτα. Ἀληθινὴ νηστεία δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀποχὴ ἀπὸ ὁρισμένα φαγητά, ἀλλὰ ἡ ἀποξένωση ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες: Νὰ μὴν ἀδικήσεις κανένα. Νὰ συγχωρήσεις τὸν πλησίον σου γιὰ τὴ λύπη πού σοῦ προξένησε, γιὰ τὸ κακὸ πού σοῦ ἔκανε, γιὰ τὰ λεφτὰ πού σοῦ χρωστάει. Διαφορετικά, μολονότι δὲν τρῶς κρέας, τρῶς τὸν ἴδιο τὸν ἀδελφό σου. Μολονότι ἐγκρατεύεσαι στό κρασί, δέν ἐγκρατεύεσαι στὶς κακολογίες. Μολονότι νηστεύεις ὥς τὸ βράδυ, ξοδεύεις τὴν ἡμέρα σου στὰ δικαστήρια.
        Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀναφέρει: «Ἀλίμονο σ’ αὐτοὺς ποὺ μεθᾶνε χωρὶς κρασί» (Ἡσ. 28:1). Τέτοια μέθη εἶναι π.χ. ὁ θυμός, ποὺ κάνει τὴν ψυχὴ νὰ παραφρονήσει. Εἶναι ἐπίσης ὁ φόβος, ποὺ παραλύει τὴ διάνοια. Γενικά, κάθε πάθος ποὺ ζαλίζει τὸ νοῦ, εἶναι καὶ μιὰ μέθη. Ὁ ὀργισμένος μεθάει μὲ τὸ πάθος του. Δὲν σκέφτεται ποιούς ἔχει μπροστά του. Σὰν νὰ πολεμάει μέσα στὴ νύχτα, ἁρπάζει τὸ καθετί, σκοντάφτει στὸν καθένα. Δὲν ξέρει τί λέει, βρίζει, χτυπάει, ἀπειλεῖ, ὁρκίζεται, κραυγάζει.
        Ἂν λοιπὸν θέλεις νὰ νηστέψεις πραγματικά, πρέπει ν’ ἀποφεύγεις ὅλα τὰ πάθη.
        Πρόσεξε καὶ κάτι ἄλλο: Νὰ μὴ γίνει ἡ αὐριανὴ νηστεία ἀφορμὴ κραιπάλης σήμερα. Μὴν καταστρέφεις μὲ τὴ σημερινὴ ἀσυδοσία τὴν αὐριανὴ ἐγκράτεια. Ὅταν κανεὶς θέλει νὰ συνάψει γάμο μὲ μιὰ σεμνὴ γυναίκα, δὲν βάζει πρωτύτερα στὸ σπίτι του παλλακίδες καὶ πόρνες. Γιατί ἡ νόμιμη γυναίκα δὲν ἀνέχεται νὰ συγκατοικεῖ μὲ τὶς παράνομες καὶ διεφθαρμένες.
        Ἔτσι λοιπὸν κι ἐσύ. Μὲ τὴν προσδοκία τῆς νηστείας, μὴ δέχεσαι τὴν ἀκόλαστη μέθη, ποὺ εἶναι μητέρα τῆς ἀναισχυντίας, φίλη τοῦ αἰσχροῦ ἀστείου, ἕτοιμη γιὰ κάθε ἀνηθικότητα. Ἡ νηστεία καὶ ἡ προσευχὴ δὲν θὰ κατοικήσουν μέσα σὲ ψυχὴ ποὺ ἔχει μολυνθεῖ μὲ τὴν κραιπάλη. Ὁ Κύριος δέχεται στὰ θεῖα σκηνώματα αὐτὸν ποὺ νηστεύει. Ἀποστρέφεται ὅμως σὰν βέβηλο καὶ ἀνίερο τὸν ἄσωτο. Ἂν λοιπὸν ἔρθεις αὔριο ἐδῶ καὶ μυρίζεις κρασί, πῶς θὰ λογαριάσω σὰν νηστεία τὴν κραιπάλη σου; Ποῦ θὰ σὲ κατατάξω; Στοὺς μέθυσους ἢ στοὺς ἐγκρατεῖς ; Ἡ μέθη ποὺ προηγήθηκε, σὲ παρουσιάζει μέθυσο, ἐνῶ ἡ δίαιτα ποὺ ἄρχισες, νηστευτή. Μὲ τὰ λείψανα τῆς μέθης, ἡ νηστεία σου γίνεται ἀνώφελη. Καὶ ἂν ἡ ἀρχὴ εἶναι ἀνώφελη, κινδυνεύει ἀνώφελο νὰ καταλήξει καὶ τὸ σύνολο.
        Ἡ νηστεία δὲν ἀσκεῖ ἐπίδραση μόνο στὰ ἄτομα. Ἐπηρεάζει καὶ ὁλόκληρη τὴν κοινωνία. Συμμορφώνει καὶ καθησυχάζει σύντομα ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἐπιβάλλει σιγὴ στὰ ξεφωνητὰ καὶ τὶς κραυγές, ἐξορίζει τοὺς τσακωμοὺς καὶ τὶς διαμάχες, ἀπομακρύνει τὴν κατάκριση καὶ τὴν καταλαλιά.
        Ποιοῦ δασκάλου ἡ παρουσία σταματάει τόσο γρήγορα τὶς ἀταξίες καὶ τὸ θόρυβο τῶν παιδιῶν; Μόλις ἐμφανιστεῖ ἡ νηστεία, κάθε ταραχὴ στὴν πόλη αὐτόματα σταματάει.
        Ποιὸς μπορεῖ νὰ συνεχίζει τὸ γλέντι καὶ τὴ διασκέδαση σὲ καιρὸ νηστείας; Ποιὸς μπορεῖ νὰ συνδυάσει τὴ νηστεία μὲ ἀσελγεῖς χορούς; Τὰ ἄπρεπα γέλια καὶ τὰ πορνικὰ τραγούδια καὶ οἱ ἔξαλλοι χοροὶ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν πόλη, μόλις φτάσει ἡ νηστεία σὰν ἕνας αὐστηρὸς δικαστής.
        Ἂν ὅλοι ἄκουγαν τὶς συμβουλὲς τῆς νηστείας, θὰ ἐπικρατοῦσε τέλεια εἰρήνη σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. Δὲν θὰ ξεσηκωνόταν τὸ ἕνα κράτος ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Δὲν θὰ εἴχαμε πολεμικές συμπλοκές οὔτε κατασκευαστές ὅπλων. Δὲν θὰ ὑπῆρχαν δικαστήρια οὔτε φυλακές. Οἱ ἐρημιὲς δὲν θὰ φιλοξενοῦσαν κακοποιοὺς οὔτε οἱ πόλεις συκοφάντες οὔτε οἱ θάλασσες πειρατές.
        Ἂν κυριαρχοῦσε ἡ νηστεία, ἡ ζωή μας δὲν θὰ ἦταν γεμάτη στεναγμούς. Γιατί αὐτὴ θὰ δίδασκε σ’ ὅλους ὄχι μόνο τὸν περιορισμὸ τῆς σπάταλης ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα κακά. Θὰ δίδασκε τὴν ὁλοκληρωτικὴ φυγὴ καὶ ἀποξένωση ἀπὸ τὴ φιλαργυρία καὶ τὴν πλεονεξία, ἀπὸ τὴ φιλοδοξία καὶ τὴ φιληδονία. Ἂν ἀπαλλαγοῦμε ἀπ’ αὐτά, θὰ ζοῦμε μὲ εἰρήνη καὶ ἁγιασμό.
        Ἀφοῦ λοιπὸν τέτοια ἀγαθά μᾶς προσφέρει ἡ βασίλισσα αὐτὴ τῶν ἀρετῶν, ἂς τὴ δεχτοῦμε χωρὶς καμιὰ κατήφεια, χωρὶς κανένα γογγυσμό. Ὅλοι πρόθυμα ἂς τιμήσουμε τὸ πνευματικὸ τραπέζι πού μᾶς παραθέτει ἡ νηστεία, ἐξαγνίζοντάς μας καὶ προετοιμάζοντάς μας γιὰ τὴν αἰώνια θεία εὐφροσύνη τοῦ παραδείσου.


Ἀπό τό βιβλίο :
«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»,
Τόμος A΄(Τεύχη 1-10), A΄ Ἔκδοση 2002.
Ἐκδόσεις: Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.

Άγιος Νείλος: Περί προσευχής, 153 κεφάλαια. Μέρος Β'

6. Να χρησιμοπειείς τα δάκρυα για την πραγμάτωση κάθε αιτήματος. Γιατί χαίρεται πολύ ο Δεσπότης σου, όταν προσεύχεσαι με δάκρυα.

7. Αν χύνεις άφθονα δάκρυα στην προσευχή σου, μην το παίρνεις καθόλου επάνω σου, σαν τάχατες να στέκεις πιο ψηλά απ’τους πολλούς. Γιατί με δάκρυα έχει αποχτήσει δύναμη η προσευχή σου, για να μπορέσεις πρόθυμα να ομολογήσες τις αμαρτίες σου και να εξευμενίσεις το Δεσπότη. Μη μετατρέψεις λοιπόν σε πάθος ό,τι αποτελεί προφύλαξη από τα πάθη, για να μην παροργίσεις πιο πολύ αυτόν, που έχει δώσει τη χάρη.

8. Πολλοί χύνοντας δάκρυα για τις αμαρτίες τους, επειδή ξέχασαν το σκοπό των δακρύων, κατάντησαν σε τρέλα ξεφεύγοντας απ’αυτόν.

9. Στάσου επίμονα και προσευχήσου έντονα και σιχάσου τις συνομιλίες των φροντίδων και των λογισμών. Γιατί σε ταράζουν και σε συγχύζουν για να σε κάνουν άτονο.

10. Όταν σε ιδούν οι δαίμονες πρόθυμο να προσευχηθείς αληθινά, τότε βάζουν με τέχνη μέσα σου σκέψεις μερικών πραγμάτων τάχατες αναγκαίων και ύστερ’από λίγο σε κάνουν να τα ξεχάσεις κινώντας έτσι το νού σε αναζήτησή τους. Κι ο νούς μη βρίσκοντάς τα πέφτει σε κατάσταση αθυμίας και λύπης. Όταν όμως σταθεί σε προσευχή, του θυμίζουν αυτά, που αναζητούσε και είχε στη μνήμη του, με το σκοπό να κινηθεί ο νούς για απόχτηση της γνώσης τους και να χάσει την καρποφόρα προσευχή.

11. Αγωνίσου να κρατάς το νού σου την ώρα της προσευχής κουφό και άλαλο. Έτσι θα μπορέσεις να προσευχηθείς.

12. Όταν σε συναντήσει πειρασμός ή ολοένα σε ερεθίζει διάθεση αντιλογίας με σκοπό να κινήσεις την οργή σου εναντίον του σατανά ή να βγάλεις άναρθη κραυγή, θυμήσου την προσευχή και την κρίση, που γίνεται όσο αυτή διαρκεί, και παρευθύς θα ηρεμήσει η άτακτη κίνηση μέσα σου.

13. Όσα κάνεις για να αμυνθείς εναντίον του αδελφού σου, που σε έχει αδικήσει, όλα θα σου γίνουν σκάνδαλο την ώρα της προσευχής.

14. Η προσευχή είναι βλάστημα πραότητας και αοργησίας.

15. Η προσευχή είναι προβολή χαράς και ευχαριστίας.

16. Η προσευχή είναι προφύλαγμα από λύπη και αθυμία (κακοκεφιά).

17. Πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασε την αξία τους στους φτωχούς (Ματθ. ιθ΄ 21) και φορτωμένος το σταυρό απαρνήσου τον εαυτό σου (Ματθ. ις΄ 24), για να μπορέσεις να προσευχηθείς απερίσπαστα.

18. Αν θέλεις να προσεύχεσαι αξιέπαινα, να απαρνιέσαι κάθε στιγμή και κάθε ώρα τον εαυτό σου και πάσχοντας τα πάνδεινα να στοχάζεσαι βαθιά πάνω στην προσευχή.

19. Θα βρείς τον καρπό της όποιας δυσχέρειας υπομένεις, φιλοσοφώντας την την ώρα της προσευχής.

20. Αν λαχταράς να προσευχηθείς όπως πρέπει, να μην πικραίνεις καμιά ψυχή. Αλλιώς άδικα τρέχεις.

21. Άφησε το δώρο σου, λέει το ιερό Ευαγγέλιο, μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα συμφιλιώσου με τον αδερφό σου (Ματθ. ε΄24) και τότε θα προσευχηθείς χωρίς καμιά ταραχή. Γιατί η μνησικακία αμαυρώνει και αδυνατίζει το ηγεμονικό της ψυχής, το νου, και σκοτίζει τις προσευχές σου.

22. Όσοι σωριάζουν λύπες και μνησικακίες μέσα τους, μοιάζουν μ’αυτούς, που βγάνουν νερό από το πηγάδι και το αδειάζουν σε τρύπιο πιθάρι.

23. Αν είσαι υπομονετικός, θα προσεύχεσαι με χαρά.

24. Όταν προσεύχεσαι όπως πρέπει, θα συναντήσεις τέτοια πράγματα, που να σου φαίνεται πως μ’όλο σου το δίκαιο πρέπει να εξοργιστείς. Δεν υπάρχει όμως δικαιολογημένος θυμός εις βάρος του διπλανού μας. Γιατί αν καλοεξετάσεις, θα βρείς πως είναι δυνατό και δίχως θυμό να τακτοποιηθεί μια χαρά το ζήτημα. Κάνε λοιπόν ό,τι περνάει από το χέρι σου για να μην ξεσπάσεις σε θυμό.

25. Κοίτα μήπως νομίζοντας ότι γιατρεύεις τον άλλο, αποδειχτείς εσύ ο ίδιος αγιάτρευτος και βάζεις εμπόδια στην προσευχή σου.

26. Αν αποφεύγεις το θυμό, θα βρείς κα συ έλεος και θα φανείς φρόνιμος και θα λογαριαστείς κι εσύ ανάμεσα σ’εκείνους που προσεύχονται.

27. Αν αρματώνεσαι ενάντια στο θυμό, δεν πρέπει να ανέχεσαι καμιά επιθυμία. Γιατί αυτή δίνει υλικό στο θυμό κι αυτός με τη σειρά του ταράζει το νοητό (νοερό) μάτι, βλάφτοντας πολύ την πνευματική κατάσταση, που μέσα μας δημιουργεί η προσευχή.

28. Μην προσεύχεσαι μόνο με την εξωτερική στάση, αλλά παρακίνα το νού σου να έρχεται σε συναίσθηση της πνευματικής προσευχής με πολύ φόβο.

29. Μερικές φορές ευθύς ως πας για προσευχή, θα προσευχηθείς καλά. Κι άλλοτε πάλι, κι αν ακόμα κουραστείς πολύ, δε θα πετύχεις το σκοπό αυτό. Και τούτο για να ζητήσεις ακόμη πιο πολύ προσευχή και, αφού τη λάβεις να μη φοβάσαι μη τυχόν και σου αρπάξουν το κατόρθωμα.

30. Όταν έρθει άγγελος, μονομιάς φεύγουν όλοι όσοι μας ενοχλούν και βρίσκεται ο νούς σε πολλή άνεση καθώς προσεύχεται σωστά. Άλλοτε όμως, όταν μας έρχεται ο συνηθισμένος πόλεμος, χτυπιέται και αγωνίζεται ο νούς και δεν του επιτρέπεται κεφάλι να σηκώσει, γατί έχει πιά αποκτήσει την ποιότητα λογής λογής παθών. Όμως ζητώντας πιο πολύ θα βρεί. Κι αν χτυπάει την πόρτα, θα του ανοίξουν (πρβλ. Ματθ. ζ΄8).

31. Μην προσεύχεσαι να γίνουν τα δικά σου θελήματα, γιατί χωρίς άλλο δε συμφωνούν με του Θεού το θέλημα. Να προσεύχεσαι μάλλον καθώς διδάχτηκες λέγοντας «γενηθήτω το θέλημα σου εν εμοί» (πρβλ. Λουκ.κβ΄42). Και για κάθε πράγμα με τον ίδιο τρόπο να ζητάς να γίνεται το δικό του θέλημα. Γιατί θέλει ο Θεός το αγαθό κι αυτό, που συμφέρει στην ψυχή σου. Εσύ οπωσδήποτε δεν θα το ζητάς αυτό.

32. Πολλές φορές στην προσευχή μου ζήτησα να γίνει αυτό, που εγώ νόμιζα καλό. Και επέμεινα στο αίτημα εκβιάζοντας ασυλλόγιστα το θέλημα του Θεού μη αναθέτοντας σ’αυτόν να οικονομήσει ό,τι εκείνος ξέρει για συμφέρον μου. Και όμως, όταν έλαβα ό,τι ζητούσα δυσανασχέτησα πολύ, επειδή δε ζήτησα να γίνει μάλλον το θέλημα του Θεού. Δεν ανταποκρίθηκε δηλαδή στις προσδοκίες μου ό,τι του ζήτησα.

33. Τι είναι αγαθό παρά ο Θεός; Ας αναθέσουμε λοιπόν σ’αυτόν όλα μας τα ζητήματα κι όλα θα πάνε καλά για μας. Γιατί αυτός, που είναι αγαθός, είναι οπωσδήποτε και αγαθών δωρεών χορηγός.

34. Μη λυπάσαι, όταν δεν παίρνεις από το Θεό αμέσως ό,τι ζητάς. Γιατί θέλει να σε ευεργετήσει ακόμα πιο πολύ, αν μένεις αφοσιωμένος σ’αυτόν με την επίμονη προσευχή. Και τι άλλο είναι ανώτερο από τη συναναστροφή σου με το Θεό και από την απασχόλησή σου με τη μαζί του επικοινωνία;

35. Απερίσπαστη προσευχή είναι ύψιστη νόηση του νού.

36. Η προσευχή είναι ανάβαση του νού προς το Θεό.

37. Αν ποθείς να προσευχηθείς, απαρνήσου τα πάντα, για να κληρονομήσεις το πάν.

38. Προσευχήσου πρώτα να γίνεις καθαρός από τα πάθη. Προσευχήσου δεύτερο να απαλλαγείς από την άγνοια και τη λήθη. Προσευχήσου τρίτο να γλιτώσεις από κάθε πειρασμό και εγκατάλειψη.

39. Ζήτα στην προσευχή σου μόνο τη δικαιοσύνη του Θεού και τη βασιλεία του (Ματθ.ς΄33), δηλαδή την αρετή και τη γνώση. Κι όλα τα υπόλοιπα θα σου προστεθούν.

40. Είναι δίκαιο να μην προσεύχεσαι μόνο για τη δική σου κάθαρση, αλλά και για κάθε συνάνθρωπό σου, για να μιμηθείς τον αγγελικό τρόπο προσευχής.



filokaliakainipsis.blogspot.com