Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Συναξάριον

24 Αυγούστου

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γεννήθηκε στὸ Μονοδένδρι τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ποὺ τοῦ ἔμαθαν τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό. Σὲ ἡλικία 20 χρόνων πῆγε στὸ Ἅγιο Ὄρος, γιὰ νὰ σπουδάσει στὸ σχολεῖο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου. Στὴν συνέχεια πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε καὶ ἱερέας.

Ὁ Κοσμᾶς ὅμως, δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει. Ἤθελε νὰ διδάξει ὅλους τοὺς σκλαβωμένους Ἕλληνες γιὰ τὸν Χριστό. Θεωροῦσε ὅμως τὸν ἑαυτό του ἀδύνατο γιὰ νὰ τὸ κάνει. Μὲ Θεία ὅμως φώτιση πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συνάντησε τὸν ἀδελφό του, Χρύσανθο, ὁ ὁποῖος ἦταν δάσκαλος. Αὐτὸς τὸν βοήθησε στὴν ρητορική, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ διδάξει.

Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ πῆρε τὴν ἄδεια τοῦ πατριάρχη, γύρισε στὴν Ἑλλάδα καὶ κυριολεκτικὰ τὴν ὄργωσε ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη. Ἀπ’ ὅπου πέρναγε πλῆθος πιστῶν «ραγιάδων», τὸν ἄκουγε μὲ πολλὴ προσοχή. Εἶναι χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ποὺ εἶπε κάποτε στὴν ὁμιλία του σ’ ἕνα χωριὸ: «Ἦρθα στὸ χωριό σας νὰ σᾶς κηρύξω τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Δίκαιο λοιπὸν εἶναι νὰ μὲ πληρώσετε γιὰ τὸν κόπο μου. Ὄχι ὅμως μὲ χρήματα, γιατί τί νὰ τὰ κάνω; Ἡ πληρωμή μου εἶναι νὰ βάλετε τὰ λόγια του Θεοῦ στὴν καρδιά σας γιὰ νὰ κερδίσετε τὴν αἰώνια ζωή».

Ἀπ’ ὅπου πέρασε ἐκτὸς ἀπὸ τὶς διδασκαλίες ποὺ ἔκανε, ἔκτιζε σχολεῖα, βοηθοῦσε τοὺς ἀπόρους καὶ γενικῶς ἔκανε πολλὰ καλά.
Τελικὰ ἐπειδὴ ἔκανε κακὸ στοὺς Τούρκους, συνελήφθη καὶ ἀπαγχονίστηκε τὸ 1779.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Θείας πίστεως, διδασκαλίᾳ, κατεκόσμησας, τὴν Ἐκκλησία, ζηλωτὴς τῶν Ἀποστόλων γενόμενος· καὶ κατασπείρας τὰ θεῖα διδάγματα, μαρτυρικῶς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Κοσμᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.Ὡς φωστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις ἅπασαν, Εὐαγγελίου διδαχαῖς, Κοσμᾶ Χριστοῦ Ἰσαπόστολε· διὸ ἀξίως γεραίρει τὴν μνήμην σου.


Μεγαλυνάριον.Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, Κοσμᾶ Θεοφόρε, εὐσεβείας ὑφηγητά, τοῦ Εὐαγγελίου ὁ θεηγόρος κῆρυξ, καὶ τῶν πιστῶν ἁπάντων, θεῖον ἀγλάϊσμα.

Σήμερα εορτάζουνε:

Ὁ Ἅγιος Εὐτυχὴς ὁ Ἱερομάρτυρας μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Θεολόγου, Ὁ Ἅγιος Τατίων ὁ Μάρτυρας, Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Λιμνιώτης, Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Διονυσίου τοῦ ἐκ Ζακύνθου, και Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Θαυματουργός (Ρῶσος † 1550).

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Συναξάριον

23 Αυγούστου


Ὁ Ἅγιος Λοῦππος ὁ Μάρτυρας

Γιὰ τὸν Ἅγιο αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ βιογραφικό του ὑπόμνημα στοὺς Συναξαριστές. Μόνο στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1617 ἀναγράφεται ὅτι ὁ μάρτυρας αὐτὸς ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ μπροστὰ στὸν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος μὲ διάφορες κολακεῖες προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν τὰ κατάφερε τὸν βασάνισε μὲ τὸν πιὸ φρικιαστικὸ τρόπο καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.Τὴν ἀπροσμάχητον, τοῦ Λόγου δύναμιν, Λοῦππε μακάριε, περιζωσάμενος, κατεπολέμησας στερρῶς, τὸν ἄρχοντα τῆς κακίας· σὺ γὰρ ὑπερέλαμψας, ἐν ἀγῶσιν ἀθλήσεως· ὅθεν καὶ ἀπέλαβες, τὸ βραβεῖον τῶν ἄθλων σου, πρεσβεύων ἐκτενῶς Ἀθλοφόρε, δοῦναι ἡμῖν πταισμάτων λύσιν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.Ὁπλίτης στερρός, Κρίου ἐχρημάτισας, ὀλέσας ἐχθρῶν, ἀθλητικῶς τὰς φάλαγγας· σὺ γὰρ τῷ θείῳ ἔρωτι, ὐπὲρ φύσιν ἀγῶνας διήνυσας, πρεσβεύων Χριστῷ τῷ Θεῷ, πανένδοξε Λοῦππε, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.Μάρτυς ἀκαθαίρετος τοῦ Χριστοῦ, Λοῦππε ἀνεδείχθης, ἐν ἀγῶσι καταβαλών, τῶν ἀντικειμένων, ἐχθρῶν τὰς παρατάξεις}διὸ καὶ ἐδοξάσθης, ἀξίως ἔνδοξε.


Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὁ Μάρτυρας Ἐπίσκοπος Σιρμίου


Ἡ ζωὴ τοῦ ὑπῆρξε ἀνάλογη μὲ τὴ θερμὴ πίστη του πρὸς τὸν Χριστό. Ἦταν ἐπίσκοπος Σιρμίου, πρωτεύουσας τῆς Παννονίας. Σὰν ποιμενάρχης ἦταν ἁγνός, δραστήριος, γεμάτος εἰλικρινὴ ἀγάπη γιὰ τὸ ποίμνιό του, τὸ ὁποῖο τόσο πολὺ ἀγαποῦσε, ὥστε ἦταν ἀποφασισμένος νὰ δώσει καὶ τὴν ζωή του γι’ αὐτό, σὰν γνήσιος μιμητὴς τοῦ ἀρχιποιμένα Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων». Δηλαδή, ὁ καλὸς ποιμένας παραδίδει τὴν ζωή του γιὰ νὰ ἀπομακρύνει κάθε κίνδυνο ἀπὸ τὰ πρόβατά του καὶ γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴ ζωή τους.
Ἀργότερα, ὁ Εἰρηναῖος καταγγέλθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς πόλης ὅτι παρέσυρε στὴ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ εἰδωλολάτρες. Τότε συνελήφθη καί, ὅταν ὁ ἡγεμόνας Πρόβος τὸν ρώτησε ἂν ἀληθεύει αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο τὸν κατηγοροῦν, αὐτὸς ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως προσευχήθηκε μπροστά του.
Ὁ ἡγεμόνας ἀμέσως τὸν φυλάκισε καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ τὸν μαστίγωσε, τὸν ἀποκεφάλισε καὶ ἔριξε τὸ κεφάλι του στὸν ποταμὸ Σαῦο.

Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Λουγδούνου



Ὁ ἔνδοξος αὐτὸς Ἱερομάρτυρας, ὑπῆρξε στὰ χρόνια του βασιλιὰ Μάρκου Αὐρηλίου (160). (Πιθανὸν νὰ γεννήθηκε στὴν Σμύρνη, περὶ τὸ 140, διότι σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ συγγράμματά του, λέει ὅτι, παιδὶ ἀκόμα γνώρισε τὸν ἐπίσκοπο Σμύρνης Πολύκαρπο. Ποιοῦ δάσκαλου ὅμως μαθητὴς ὑπῆρξε καὶ πὼς μπῆκε στὸν ἱερὸ κλῆρο δὲν γνωρίζουμε).
Ἦταν διάδοχος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἔκανε ἐπίσκοπος τῆς πόλης Λουγδούνου (σημερινῆς Λυών) τῆς Γαλλίας (μετὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ προκατόχου του Ποθεινοῦ). Αὐτὸς ὅπως λένε, συνέγραψε πολλὰ συγγράμματα κυρίως δογματικά. Καὶ μ’ αὐτὰ στήριξε πολλοὺς χριστιανοὺς στὴν ὀρθὴ πίστη, καὶ τοὺς γλίτωσε ἀπὸ τὶς πλάνες τῶν διαφόρων αἱρέσεων.
Τέλος, ἀποκεφαλίστηκε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Σεβῆρο, τὸ ἔτος 202, παίρνοντας ἔτσι τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.Ὡς σοφὸς Ἱεράρχης φερωνύμως ἐκήρυξας, τοῦ Εὐαγγελίου ἐν κόσμῳ, τῆς εἰρήνης τὰς χάριτας, παμμάκαρ Εἰρηναῖε ἱερέ, καὶ ἤθλησας στερρῶς ὑπὲρ Χριστοῦ· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν μελῳδικῶς, Ἱερομάρτυς κράζοντες· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν χάριν καὶ ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.Ὡς ἱερόν, ὑφηγητὴν τῆς χάριτος, καὶ εὐκλεῆ, τῆς ἀληθείας μάρτυρα, εὐφημοῦμεν καὶ βοῶμέν σοι, Εἰρηναῖε παμμακάριστε· Εἰρήνης πρὸς ὁδὸν Πάτερ κατεύθυνον, τοὺς πόθῳ προσιόντας τῇ πρεσβείᾳ σου, παρέχων ἡμῖν πταισμάτων ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, καὶ τῆς ἐν Λουγδούνῳ, Ἐκκλησίας ὑφηγητής· χαίροις Εἰρηναῖε, σοφὲ Ἱερομάρτυς, εἰρήνην ὁ βραβεύων, τοῖς σὲ γεραίρουσι.





Σήμερα εορτάζουνε: Ἀπόδοση ἑορτῆς κοιμήσεως Θεοτόκου, Ὁ Ἅγιος Πόθεινος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Λουγδούνου, Ὁ Ὅσιος Καλλίνικος , Οἱ Ἅγιοι 38 Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴ Θρᾴκη, Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος Ἐπίσκοπος Σάρδης, Ὁ Ὅσιος Νικόλαος ὁ Σικελιώτης, και Ὁ Ὅσιος Χαράλαμπος ὁ Νεοφανὴς

 

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Η ιστορία του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος,η λειτουργική του χρήση και τα χαρακτηριστικά του

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.


Ο Ποιητής του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα(Μ.Π.Κ)
Ο ποιητής λοιπόν του μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος είναι ο Θεόδωρος Β´ Δούκας Λάσκαρις, βασιλιάς τῆς αυτοκρατορίας τῆς Νικαίας, ποὺ ιδρύθηκε μετα την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως απο τους Φράγκους, σαν αντίσταση στην Φραγκοκρατία ποὺ επεβλήθηκε απὸ τὴν Δ´ Σταυροφορία κατὰ τὰ έτη 1204 – 1261.
Ὁ χρόνος άρα που γράφτηκε ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανόνας είναι ὁ ΙΓ´ μ.Χ. αιώνας καὶ συγκεκριμένα τὸ διάστημα των ετών 1204 – 1258 μ.Χ.που ἔζησε ὁ ποιητής του Θεόδωρος Β´ Λάσκαρις.
Ο Επιληπτικός Αυτοκράτορας
Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης ήταν γιος του Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη, και εγγονός του Θεοδώρου Α΄Λάσκαρη δημιουργού του κράτους της Νικαίας. Κληρονόμησε μια πολύ δυνατή αυτοκρατορία, και το ίδιο δυνατή την παρέδωσε στους διαδόχους του.
Ήταν πολύ μορφωμένος, και είχε πλούσια φιλοσοφική και θεολογική κατάρτιση. Δάσκαλοί του ήσαν οι Νικήφόρος Βλεμμύδης και Θεόδωρος Ακροπολίτης.
Όταν πάντρεψε την κόρη του με τον Νικηφόρο γιο του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ και της Θεοδώρας , του παραχωρήθηκαν το Δυρράχιο και τα Σέρβια.
Πάσχοντας από επιληψία βαριάς μορφής αδυνατούσε να ασκεί τακτικά τα καθήκοντά του και με το πέρασμα του χρόνου η επιδείνωση της υγείας του, του προκαλούσε έντονες εμμονές, στρέφοντας πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους εναντίον του.Ειδικότερα η συναισθηματική του αστάθεια εκφράζεται κυρίως «σαν κατάθλιψη η σαν διάχυση του συναισθήματος ¨..
Σε μια από το πλήθος των επιστολών του ,ιδιαίτερα αποκαλυπτικών του εσώτερου ψυχισμού του γράφει: «Ίδης τον παντάπασιν χαροπόν,κατηφή ,δεινόν ,συννοίας μεστόν και παντοίως τη λύπη τρωθέντα και τιτρωσκόμενον .Οίμοι τι εν εμοί γέγονεν!Ουδέν άλλο είποιμι ή ότι πάντως κάθαρσις ψυχικλή και ταπείνωσις σαρκική ίνα σώση ο πλάστης το συναμφότερον»(J.B.Papadopoulos)
Κάποτε στον δρόμο της Ιστορίας ,συναντήθηκε με το πρόσωπο της Θεοδώρας ,της Βασίλισσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου και σημερινής Αγίας και πολιούχου της Άρτας.
Η κόρη του Μαρία παντρεύτηκε τον Νικηφόρο ,τον πρωτότοκο γυιό του Μιχαήλ και της Θεοδώρας. Ο χαρακτήρας της Θεοδώρας , ,που είχε αποκτήσει «υπομονή αγίας και συνέίδηση ειρηνοποιού»(D.M.Nicol), αλλά και η Θεοτοκοφιλία της ήταν παραδειγματική και καταλυτική γι αυτόν.Και στις δύσκολες ώρες του συλλογικού βίου και του ατομικού πόνου έμαθε από την Θεοδώρα ,(που οι περιπέτειες της ζωής της έκαναν να κυλήσουν από τα μάτια της ¨θρόμβοι δακρύων» και να στραφεί προσευχητικά πολλές φορές προς το πρόσωπο της Θεοτόκου ) να στρέφει τα βλέμματα στην μορφή της Γιάτρισσας Παναγίας .Και να απευθύνει σε Αυτή κατανυκτικές επικλήσεις ,που εκφράζουν ένα έντονο ψυχικό άλγος.
Αποτέλεσμα αυτών των διαρκών προσευχητικών επικλήσεων του Θεοδώρου προς την Θεοτόκο είναι και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας που αυτός συνέθεσε.
Καθώς ή υγεία του χειροτέρευε o Θεόδωρος παραιτήθηκε από τον θρόνο της Νικαίας καί αποσύρθηκε στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, δπου καί έγινε μοναχός λίγο πρίν τόν θάνατο του. “Αφησε την τελευταία του πνοή τόν Αύγουστο τοΰ 1258 πρίν ή κατά τήν διάρκεια τού μεθεόρτου οκταημέρου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Ό Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σέ κάποια ύφεση της ασθενείας του πού διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός πού αποδόθηκε σέ θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.
Η Λειτουργική χρήση του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα.
Ό Κανόνας γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σέ ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των γύρω Μονών. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ό Κανόνας χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Μεγάλη Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου ή Μεγάλη Παράκλησις τελούνταν καθημερινά προς ίασή του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως του Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ή ακολουθία της Μεγάλης Παρακλήσεως ψάλλονταν καθημερινά μέχρι την ώρα του θανάτου του. Είναι επίσης εύλογο νά δεχθούμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και έγινε συνήθεια έκτοτε νά ψάλλεται ή ακολουθία κάθε Αύγουστο σε μνήμη του ποιητή της.
Λίγο πρίν από τον θάνατό του ζήτησε να εξομολογηθεί.Έπεσε στα πόδια του εξομολογητή και ¨δακρύων απλέτοις ρεύμασι την γήν εν ή κατέκειτο έπλυνεν ,ώστε και πηλόν γεγενήσθαι εκ τούτων …το «εγκατέλιπόν σε Χριστέ» συνεχώς επεφώνει»(Γ.Ακροπολίτης )
Η ίδια αυτή κραυγή ενός έντονου ψυχικού άλγους ξεπηδά και και μέσα από τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα , που σήμερα αντηχεί στους ναούς στα δειλινά του ελληνικού Δεκαπενταύγουστου ,συγκινώντας τους πιστούς με τους έξοχους στίχους του ,γεμάτους από βαθιά εσωτερική οδύνη και συντριβή.
«Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχήν και συμφορών νέφη την εμήνκαλύπτουσι καρδίαν»
. «Βλέψον ιλέω όμματί σου και επίσκεψαι την κάκωσιν ήν έχω»
Στίς 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει τήν Κωνσταντινούπολη γιά λογαριασμό τοϋ Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τοΰ 1204- Ή αναίμακτη ανάκτηση τής Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως σαν θαυματουργή παρέμβαση τής Θεοτόκου.
Ό Αυτοκράτορας για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις του Δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ τής 25ης Ιουλίου καί 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη καί μεταξύ αυτών ήταν και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανών τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως. ‘
Αλλά ή νέα Βασιλική Αυλή τοΰ Μιχαήλ,, βρέθηκε μπροστά στο εξής δίλλημα.
ΟΙ δύο βασιλικές δυναστείες τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως καί Μιχαήλ Παλαιολόγου βρίσκονταν σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ό Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιό του Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί ή Βασιλική Αυλή ακολουθίες πού θύμιζαν την δυναστεία του Θεοδώρου.
Η λύση βρέθηκε με την χρήση του παλιότερου Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο του μοναχού Θεοστήρικτου.
Ό Μεγάλος Παρακλητικός κανόνας παρέμεινε σε χρήση μόνο κατά την νηστεία τοϋ Δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος μέ την μνήμη του Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε νά εναλλάσσεται μέ τον Μικρό, ό όποιος διαδόθηκε έξ ϊσου ευρέως και χρησιμοποιείται πλέον καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου («εις πάσαν περίστασιν»).
Δέν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθηκε ή εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο. Είναι φυσικό να υποθέσουμε πώς αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και αφού ξεχάστηκαν οι διαφορές των δύο δυναστειών καθιερώθηκε ή εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο σαν εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
ΟΙ δύο Παρακλητικοί Κανόνες, Μικρός καί Μεγάλος, παρέμειναν άγνωστοι στους Ρώσους Όρθοδόξους πού παρέλαβαν τά ελληνικά λειτουργικά κείμενα μέχρι τόν ενδέκατο αιώνα μεταφρασμένα στην σλαβονική γλώσσα. Αυτό αποτελεί απόδειξη ότι οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες δεν περιελαμβάνονταν στα ελληνικά λειτουργικά βιβλία της εποχής εκείνης.
Β.Χαρακτηριστικά του Μ.Π.Κ.
Ὁ Μεγάλος Παρακλητικός Κανών, όπως γράφουν οι ερευνητές Νικόλαος Τωμαδάκης καὶ Ιωάννης Φουντούλης, έχει περισσότερο προσωπικὸ χαρακτήρα καὶ «αναφέρεται ειδικά στὰ παθήματα καὶ στις δυσμενείς περιστάσεις της ζωής του πολυπαθούς αὐτοῦ βασιλέως, ὁ ὁποίος έπασχε απὸ ανίατο ψυχικὸ νόσημα». Ἀναφέρει δὲ ὁ Τωμαδάκης ὅτι: «εαν ἡ περίπτωσις τοῦ Θεοδώρου Λασκάρεως προσαρμόζεται πρὸς την κατάθλιψη καὶ τὶς διακυμάνσεις της οργιζομένης καὶ αμαρτανούσης καὶ νοσούσης υπάρξεως των μυριάδων πιστών, αυτὴ ακριβώς είναι καὶ η αιτία της κατὰ τὰ τελευταία έτη της βυζαντινής αυτοκρατορίας εισαγωγής της ποιητικής αυτής συνδέσεως, δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, στὴν εκκλησιαστικὴ ακολουθία, προς λειτουργικὴ χρήση.
Η ποίηση του Μ.Π.Κανόνος ειναι έκφραση πόνου καὶ κραυγὴ αγωνίας πρὸς την Παναγία, που αυτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ αποτελοῦν ένδειξη μεγάλου ποιητή, ὅπως π.χ. «ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος», ἢ «ἵνα τὶ μὲ ἀπώσω ἀπὸ τοῦ προσώπου σου τὸ φῶς τὸ ἄδυτον καὶ ἐκάλυψέ με τὸ ἀλλότριον σκότος τὸ δείλαιον», ἢ «ἀλλ΄ ἐπίστρεψόν με καὶ πρὸς τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν σου τὰς ὁδούς μου κατεύθυνον, δέομαι» καὶ ἄλλα πολλά.
Εὰν συγκρίνωμε τώρα τὴν ποιητικὴ έκφραση του πόνου, της αγωνίας, της θλίψεως καὶ της κραυγαλέας οδύνης του Μ.Π.Κ. πρὸς την σύγχρονη εξομολογητικὴ ποίηση τῶν καιρών μας, θα διαπιστώσωμε τα εξής: ότι στην εξομολογητικὴ ποίηση του συγχρόνου κόσμου, ο ποιητής εκχέει προς τὸ κενό τον σπαραγμό της καρδίας του, το ἐσωτερικό του άλγος, χωρὶς να περιμένει από κανένα την διόρθωση της καταστάσεώς του, εφ΄ όσον δεν πιστεύει, ούτε ελπίζει σὲ κάτι. ‘Ετσι, ὁ ποιητής αυτὸς αφήνει ανοικτές τις πληγὲς της ψυχής του μὲ απόγνωση καὶ απογοήτευση, χωρὶς τὴν ελπίδα γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ασθενείας του. Ενώ ἀντίθετα η ποίηση του Μ.Π.Κ., όπως καὶ όλων των ύμνων της Εκκλησίας μας, παρὰ την έκφραση του πόνου, της θλίψεως, της ασθενείας, των πειρασμών καὶ των βασάνων, δεν κυριεύεται απὸ απόγνωση καὶ απελπισία, αλλὰ μὲ πίστη καὶ ελπίδα εκλιπαρεί την ευσπλαχνία καὶ την πρεσβεία της Υπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὸ θείο έλεος τοῦ Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μὲ θάρρος καὶ αισιοδοξία για να συνεχίσει τον ἀγώνα, με την βοήθεια εκείνων, για την διόρθωση όλων των δεινών του.

πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Τέχνη της Εικονογραφίας

Του Φώτη Κόντογλου


H πάντιμος τέχνη της Εικονογραφίας της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι μία ιερά τέχνη και λειτουργική, όπως είναι όλαι αι εκκλησιαστικαί τέχναι, όπου έχουν σκοπόν πνευματικόν. Αι άγιαι αυταί τέχναι δεν θέλουν να στολίσουν μόνον τον ναόν με ζωγραφικήν δια να είναι ευχ άριστος και τερπνός εις τους εκκλησιαζομένους, ή να τέρψουν την ακοήν των με την μουσικήν, αλλά να τους ανεβάσουν είς τον μυστικόν κόσμον της πίστεως με την πνευματικήν κλίμακα, όπου έχει διαβαθμίδας ήγουν σκαλούνια, τας ιεράς τέχνας, την υμνολογίαν, την ψαλμωδίαν, τήν οικοδομήν, την αγιογραφίαν και τας λοιπάς τέχνας, οπού συνεργούν, όλες μαζί, εις το να μορφωθή μέσα εις τας ψυχάς των πιστών ο μυστικός Πράδεισος, ο ευωδιάζων με πνευματικήν ευωδίαν. Δια τούτο, τά έργα των εκκλησιαστικών τεχνών της Ανατολικής Εκκλησίας είναι υπομνήματα εις τον θείον λόγον.


Η τέχνη των Εικόνων εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν λέγεται Αγιογραφία, ως ζωγραφούσα άγια πρόσωπα και αγίας υποθέσεις. Ο δε αγιογράφος δεν είναι απλώς ένας τεχνίτης όπου κάμνει μίαν αναπαραστατικήν ζωγραφιάν επάνω εις κάποια θέματα θρησκευτικά, αλλά έχει πνευματικόν αξίωμα και πνευματικ ήν διακονίαν, την οποίαν επιτελεί εις την εκκλησίαν, ως ο ιερεύς και ο ιεροκήρυξ.


Η λειτουργική Εικών έχει θεολογικήν ένοιαν. Δεν είναι, ως είπαμεν, μία ζωγραφιά οπου γίνεται διά να τέρπη τους οφθαλμούς μας, η ακόμα διά να μας ενθυμίζη απλώς τά άγια πρόσωπα, όπως γίνεται με τας εικόνας οπου έχομεν δια να φέρνωμεν εις την μνήμην μας τους αγαπημένους συγγενείς και φίλους μας, αλλά είναι κατά τέτοιον τρόπον ζωγραφισμένη, ώστε να μας υψώνη από τον φθαρτόν κόσμον τούτον, και να μας κάμνη να οσφρανθώμεν εκείνον τον καινόν αέρα της Βασιλείας του Θεού. Δια τούτο δεν έχει καμμίαν ομοιότητα με τας ζωγραφίας οπού παριστάνουν με υλικόν τρόπον κάποια πρόσωπα, ακόμα και Αγίους, όπως γίνεται εις την θρησκευτικήν τέχνην της Δύσεως. Εις την λειτουργικήν εικόνα τά άγια πρόσωπα εικονίζονται εν αφθαρσία.


Δι' αυτήν την αιτίαν, η λειτουργική τέχνη δεν αλλάζει κάθε τόσον μαζί με τά άλλα ανθρώπινα πράγματα, αλλά είναι αμετακίνητος όπως η Εκκλησία του Χριστού, την οποίαν εκφράζει. Η ιερά παράδοσις είναι ο πύρινος στύλος οπού την οδηγεί μέσα εις την έρημον του ασταθούς κόσμου. Τούτο ξενίζει τους ανθρώπους του αιώνος τούτου, οι οποίοι δεν είναι εις θέσιν να εισδύσουν εις τον βυθόν της πνευματικής θαλάσσης, αλλά κολυμβούν εις την επιφάνειαν των αισθήσεων, παρασυρόμενοι από τά ρεύματα και τάς δίνας των υδάτων.


Η λειτουργική τέχνη τρέφει τον πιστόν με πνευματικά οράματα και ακούσματα, διυλίζουσα τα εισερχόμενα δια των πυλών των αισθήσεων, φαιδρύνουσα την ψυχήν αυτού με τον ουράνιον οίνον, και δωρούμενη εις αυτόν την ειρήνην της διανοίας.


Η παρούσα βίβλος είναι τεχνική και παραστατική, και ημπορεί ο αναγνώστης να νομίση ότι είναι άσχετος προς την θεολογίαν. Πλήν ας γνωρίζη, ότι εις την Ανατολικήν Εκκλησίαν τά πάντα είναι πνευματικά. Ούτω και εις την τέχνην της αγιογραφίας γίνονται πνευματικά ακόμα και τα βάναυσα εργαλεία, και τά χρώματα, και οι τοίχοι, και αι σανίδες, και όλα τά υλικά πράγματα καθαγιάζονται δια της χάρητος του Αγίου Πνεύματος, γινόμενα όργανα μιάς αγίας τέχνης.


Η τεχνική γνώσις ταύτης της τέχνης δεν είναι μόνον μία μηχανική εργασία, αλλά μετέχει από την πνευματικότητα και αγιότητα εκείνον των πραγμάτων οπου θέλει να παραστήση. Δια τούτο, και το τεχνικόν λεκτικόν της αγιογραφ ίας, αι ονομασίαι των εργαλείων και η έκφρασις οπού έχει το κάθε πράγμα εις αυτήν, έχει θρησκευτικόν χαρακτήρα. Και αυτά τά υλικά οπού μεταχειρίζεται ο Αγιογράφος, είναι ευλογημένα, ταπεινά , εύοσμα, λεπτά. Ούτω, διά να κάμη κάρβουνα με τα οποία σχεδιάζη, μεταχειρίζεται ξύλον άσηπτον ξηράς λεπτοκαρυάς ή μυρσίνης. Δια να κάμη σανίδα επάνω εις την οποίαν θα ζωγραφίση την εικόνα, μεταχειρίζεται την κυπάρισσον, την καρυδέαν, την καστανέαν, την πεύκην ή άλλο δένδρον ευωδιάζον. Τα χρώματα είναι τά περισσότερα χώματα της γής οπού μοσχοβολούν όταν βραχούν από το νερόν, ιδίως εις την ζωγραφικήν του τοίχου, και ευωδιάζουν όπως τά βουνά κατά τά πρωτοβρόχια η ωσάν ένα καινούριον κανάτι με δροσερόν νερόν. Εις το αυγόν βάζει ο τεχνίτης και ολίγον όξος, δια να το διατηρήση. Τα βερνίκια μοσχοβολούν ωσάν θυμίαμα, και ο ασπαζόμενος την εικόνα αισθάνεται οσμ ήν ευωδίας πνευματικής. Τα υλικά της εικόνος είναι τά χρώματα οπού τα περισσότερα είναι χώματα, το αυγόν με το όξος, ο κηρός, το ρετσίνι των πεύκων, η εύοσμος σαντράκα, το μαστίχι, το μέλι, το κομμίδι της μυγδαλιάς. Με ένα σύντομον λόγον η αγιασμένη τούτη τέχνη δεν μεταχειρίζεται χονδροειδή και πηκτά υλικά, όπως η κοσμική ζωγραφική οπού μεταχειρίζεται λινέλαια κάκοσμα και χρώματα πηκτά και βούρτσες χονδρότριχες.


Όσον διά το λεκτικόν της αγιογραφικής τέχνης, είναι ωσάν να αναγινώσκη κανείς κάποιον συναξάρι ή άλλο βιβλίον της θρησκείας, όταν διαβάζη κανέν τεχνικόν βιβλίον οπου να διαλαμβάνη δι αυτήν την τέχνην. Ούτω, αναγινώσκει λόγια όπως είναι τά ακόλουθα: Φιαλόεσσα εκκλησία, σεμνοχρωμία, στύλβωμα, περί λινών,περί λινωχρών , περί πυρρωδισμού, περί προπλασμού, περί σαρκωμάτων, περί λαμμάτων, περί κινναβάρεως, ερμηνε ία των μέτρων, ιστορία, ιστορίζω τοίχον, περί χρυσώματος, περί λινοκοπίας, πώς να ποιήσης βαφήν να σστιλβώνεται, βάλε εις χυβάδαν ψυμμίθι με διάκρισιν, κατασταλακτή, όξος αγνόν, χρώμα θαυμασιώτατον, αγιοκέρι, προπλαστάρι, λαμματίζω, λαγαρίζω ασβέστην, άφησε να ψυχιάση ο ασβέστης, βάλε την όψιν, περί ομματοφρυδίων, περί γλυκασμού, περί γανώματος, καθάρισον με λαγοπόδι, χρυσοκονδυλιά και χρυσοκονδυλίζω, β άλε είς την χωνίαν, άρτυσε βαφήν, τά ομματόκλαδα, κατενώπιον. κ.ά.


Ομιλώντας διά τεχνικά πράγματα, οι αγιογράφοι μεταχειρίζονται πολλάκις λόγια θρησκευτικά και θεολογικά, ως είναι δια παράδειγμα τά ακόλουθα: <<γράψον τά ψυμμιθίας όχι με μόνον άσπρον, αλλά με ολίγην ώχραν, δια να είναι ταπειναί και κατανυκτικαί>>,ή <<οι βαφές έχουν ούτω πολλήν γλυκύτητα και ευσέβειαν>>, κ.ά.


Το κάλλος εις την λειτουργικήν ζωγραφικήν είναι κάλλος πνευματικόν, και ουχί σαρκικόν. Η τέχνη αύτη είναι νηστευτική και λιτή, εκφράζουσα τη πτωχεία τα πλούσια, και όπως είναι το Ευαγγέλιον και η Παλαιά Διαθήκη συνοπτικά και συντομολόγα, ούτω και η Ορθόδοξος αγιογραφία είναι απλή χωρίς περιττά στολίδια και ματαίας επιδείξεις.


Οι παλαιοί εκείνοι αγιογράφοι ενήστευαν, δουλεύοντας, και οπόταν άρχιζαν μ ίαν εικόνα, άλλαζαν τα εσώρουχά των, διά να είναι καθαροί έσωθεν και έξωθεν, και εργαζόμενοι έψαλλαν, δια να γίνεται το έργον των με κατάνυξιν και δια να μην μετεωρίζεται ο νούς των είς τα εγκόσμια.


Δι΄ αυτό, αι κατ' εξοχήν λειτουργικαί και κατανυκτικώτεραι Εικόνες φαίνονται δύσμορφοι εις όσους έχουν το πνεύμα του κόσμου τούτου, τά δε πρόσωπα δεν έχουν κατ' αυτούς <<είδος, ουδέ κάλλος>>, καθ' όσον <<το φρόνημα της σαρκός έχθρα εις Θεόν>>( Ρωμ. η΄ 7).<< Η σάρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το δε Πνεύμα κατά της σαρκός>>(Γαλ.ε΄,17). Εις τας ιεράς εικόνας <<η σάρξ εσταύρωται σύν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις>>. Το πνευματικόν κάλλος των είναι <<η καλή αλοίωσις>> οπου έλεγεν ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος ότι έβλεπεν εις τα νηστευτικά πρόσωπα των πνευματικών τέκνων του, κατά την νηστείαν της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.


Η Μυστική Πύλη, η κατ' Ανατολάς, είναι και έσται κεκλεισμένη δι' όσους καταγίνονται με την σαρκικήν γνώσιν, η οποία <<φυσιοί>>, ήγουν κάμνει υπερήφανον τον άνθρωπον, κατά τον απόστολον Παύλον. Ενώ , <<οφθαλμοί Κυρίου επί τους ταπεινόφρονας, του ευφράναι αυτούς>>.


Όσην ευλάβειαν και ταπείνωσιν και πίστιν είχαν οι αγιογράφοι οπού εποίησαν τας σεβασμίας και αγίας εικόνας, άλλην τόσην ευλάβειαν και ταπείνωσιν και πίστιν πρέπει να έχωμεν και ημείς οπού τάς προσκυνούμεν, δια να αξιωθώμεν την μυστικήν χάριν οπού διαχύνεται από αυτάς, κατά τους λόγους τούτους του Αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού, όπου λέγει:<<Της αυτής δυνάμεως δείται προφητεύουσί τε και ακροωμένοις προφητών, και ουκ αν ακούσει προφήτου, ότω μη αυτώ προφητεύσαν Πνεύμα την σύνεσιν των αυτού λόγων εδωρήσατο>>



Από το βιβλίο του "ΕΚΦΡΑΣΙΣ της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑΣ" τόμος 2ος, του εκδοτικού οίκου "ΑΣΤΗΡ" ΑΛ.& Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Β' έκδοσης Αθήνα 1960.

Συναξάριον

22 Αυγούστου


Ὁ Ἅγιος Ἀγαθόνικος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ


Ὁ μάρτυρας Ἀγαθόνικος ἦταν ἀπὸ τὴ Νικομήδεια, καὶ τὸν συνέλαβε ὁ κόμης Εὐτόλμιος, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν περιοδεία του στὸν Πόντο, ὅπου εἶχε πάει γιὰ νὰ καταδιώξει χριστιανούς, στὴν Κάρπη βρῆκε τὸν Ζωτικό, ποὺ τὸν θανάτωσε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του.

Ἐκεῖ ἔμαθε ὅτι ὁ πρίγκιπας τῆς πόλης ἔγινε χριστιανὸς ἀπὸ κάποιο Ἀγαθόνικο. Τότε, συνέλαβε τὸν πρίγκιπα καὶ τὸν Ἀγαθόνικο, καὶ ἀφοῦ τοὺς τιμώρησε μαζὶ μὲ ἄλλους χριστιανούς, κατόπιν ὅλους μαζὶ τοὺς ὁδήγησε στὸν βασιλιά, ποὺ βρισκόταν στὴ Θρᾴκη. Ἀλλὰ στὸ δρόμο, κοντὰ σὲ ἕνα χωριὸ ὀνομαζόμενο Ποταμός, σκότωσε τοὺς Ζήνωνα, Θεοπρέπιο, Ἀκίνδυνο καὶ Σεβηριανό, διότι ἀπὸ τὶς πολλὲς πληγὲς ποὺ εἶχαν στὰ πόδια τους, δὲν μποροῦσαν πλέον νὰ βαδίσουν. Ὅταν ἔφθασε στὸ χωριὸ Ἄμμους κοντὰ στὴ Σιλυβρία, μὲ βασιλικὴ διαταγὴ ἀποκεφάλισε, ἔτσι ὅπως τοὺς εἶχε δεμένους, τὸν Ἀγαθόνικο, τὸν πρίγκιπα καὶ τοὺς ἄλλους χριστιανούς.
Ἔτσι, ὅλοι ἀκολούθησαν τὸ παράδειγμα τοῦ ἐσφαγμένου Ἀρνίου, τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄξια θὰ συναριθμηθοῦν μ' αὐτοὺς ποὺ θὰ εἶναι «γεγραμμένοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου». Δηλαδή, μὲ αὐτοὺς ποὺ θὰ εἶναι γραμμένοι στὸ βιβλίο τῆς αἰώνιας ζωῆς τοῦ Ἀρνίου, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Νίκης τρόπαιον, κατὰ τῆς πλάνης, Ἀγαθόνικε, λαμπρὸν ἐγείρας, τῶν ἀφθάρτων ἀγαθῶν κατηξίωσαι· τοῦ γὰρ Δεσπότου ζηλώσας τὸν θάνατον, τῆς ἀθανάτου ζωῆς ὤφθης μέτοχος. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

ΚοντάκιονἮχος α’. Χορὸς ἀγγελικός.

Τὴν κλῆσιν ἀγαθήν, κεκτημένος θεόφρον, ἀνδρῶν τῶν πονηρῶν, ἀπεστράφης τὸ σέβας, μὴ πτήξας τὰ βάσανα, Ἀγαθόνικε ἔνδοξε· ὅθεν γέγονας, τῶν ἀγαθῶν κληρονόμος, καὶ ἀπέλαβες, σὺν τοῖς συνάθλοις ἀξίως, τὸν ἄφθαρτον στέφανον.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις ἈγαθόνικεἈθλητά, ὁ κληρονομήσας, τὰ οὐράνια ἀγαθά· ἐν οἷς συγχορεύων, σὺν τοῖς συναθληταῖς σου, μὴ παύσῃ μνημονεύων, τῶν εὐφημούντων σε.
Σήμερα εορτάζονται:

Ἡ Ὁσία Ἀνθοῦσα καὶ σὺν αὐτῇ, Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἱερομάρτυρας, Οἱ Ἅγιοι Εἰρηναῖος, Ὢρ καὶ Ὀρόψις οἱ Μάρτυρες, Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τῷ Πυρσῷ τῆς Εὐρυτανίας, και η Αγ. Αριάδνη η Βασίλισσα.

 

Η ιστορία ενός μολυβιού



Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:

- Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;
Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:

- Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.

Το παιδί, περίεργο, κοιταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.

- Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!
- Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο.

Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε "Θεό" και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του.

Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.

Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβύνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου.

Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.

Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.


Chris

ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ! . «Ὁ κόσμος τόσον θὰ πτωχεύση, ποὺ θὰ ζώνεται μὲ κληματσίδες».


1. «Αὐτὸ μιὰ μέρα θὰ γίνη Ρωμαίϊκο καὶ καλότυχος ὅποιος ζήση σὲ ἐκεῖνο τὸ βασίλειο».
(Συνήθιζε νὰ λέγη εἰς διάφορα μέρη τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα ἀπηλευθηρώθησαν).
2. Ὦ εὐλογημένο βουνό, πόσες ψυχὲς γυναικόπαιδα θὰ....
σώσης ὅταν ἔλθουν τὰ χαλεπὰ χρόνια!».
(Εἶπε τὴν προφητεία αὐτὴν ἐν Σιατίστῃ καὶ ἀλλαχοῦ ἀντικρύζων τὰ βουνά, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ἔγιναν κρησφύγετα τῶν γυναικοπαίδων).
3. «Καλότυχοι σεῖς, οἱ ὁποῖοι εὑρέθητε ἐδῶ πάνω εἰς τὰ ψηλὰ βουνά, διότι αὐτὰ θὰ σᾶς φυλάξουν ἀπὸ πολλὰ δεινά. Θὰ ἀκοῦτε καὶ δὲν θὰ βλέπετε τὸν κίνδυνο. Τρεῖς ὦρες ἢ τρεῖς μέρες θὰ ὑποφέρετε».
(Ἐλέχθη εἰς τὴν περιφέρειαν Σιατίστης).
4. «Τὸ ποθούμενο θὰ γίνη στὴν τρίτη γενεά. Θὰ τὸ ἰδοῦν τὰ ἐγγόνια σας».
(Ἐλέχθη ἐν Χειμάρρᾳ).
5. «Θἄρθη καιρὸς νὰ σᾶς πάρουν οἱ ἐχθροὶ σας καὶ τὴ στάχτη ἀπὸ τὴ φωτιά, ἀλλὰ σεῖς νὰ μὴν ἀλλάξετε τὴν πίστιν σας, ὅπως θὰ κάμουν οἱ ἄλλοι».
(Ἐλέχθη ἐν Σιατίστῃ).
6. «Σᾶς λυπᾶμαι γιὰ τὴν περηφάνεια, ὁποὺ ἔχετε. Τὸ ποδάρι μου ἐδῶ δὲν θὰ ξαναπατήση. Καὶ ἐὰν δὲν ἀφήσετε αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ κάνετε, τὴν αὐθαιρεσία καὶ ληστεία, θὰ καταστραφῆτε. Σὲ κεῖνο τὸ κλαρί, ποὺ κρεμᾶτε τὰ σπαθιὰ σας, θαρθῆ μιὰ μέρα ποὺ θὰ κρεμάσουν οἱ γύφτοι τὰ ὄργανά τους».
(Ἐλέχθη εἰς χωρίον Ἅγιος Δονάτος Σουλίου).
7. «Θἄρθουν οἱ κόκκινοι σκοῦφοι κι᾿ ὕστερα οἱ Ἄγγλοι ἐπὶ 54 χρόνια, καὶ κατόπιν θὰ γίνη Ρωμαίϊκο».
(Ἐλέχθη ἐν Κεφαλληνίᾳ περὶ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑπτανήσου).
8. «Τὰ ὅρια τοῦ Ρωμαίϊκου θἆνε ἡ Βωβοῦσα (ὁ ποταμὸς Ἀῶος)».
(Ἐλέχθη ἐν Παλαιᾷ Ἄρτη).
9. «Ἐκεῖθε θἄρθη τὸ Ῥωμαίϊκο».
(Τὴν προφητεία ταύτην εἶπεν ὁ Ἅγιος ἐν Πρεβέζῃ δεικνύων τὸ μέρος τῆς Στερεᾶς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ προήρχετο ὁ στρατὸς τῆς ἐλευθερίας. Ἡ προφητεία ἐπραγματοποιήθη τῷ 1912).
10. «Τὰ βάσανα εἶνε ἀκόμη πολλά. Θυμηθῆτε τὰ λόγιά μου· προσεύχεσθε, ἐνεργεῖτε καὶ ὑπομένετε στερεά. Ἕως ὅτου νὰ κλείσῃ αὐτὴ ἡ πληγὴ τοῦ πλατάνου, τὸ χωριό σας θἆνε σκλαβωμένο καὶ δυστυχισμένο».
(Ἐλέχθη εἰς Τσαραπλανά, τὸ σημερινὸν Βασιλικὸν τῆς Ἠπείρου. Ἡ πληγὴ τοῦ πλατάνου ἔκλεισε τῷ 1912, ἔτος ἀπελευθερώσεως τῆς Ἠπείρου).
11. «Πότε θαρθῆ τὸ ποθούμενον;», ἠρώτησαν τὸν Ἅγιον εἰς Τσαραπλανὰ τῆς Ἠπείρου. «Ὅταν σμίξουν αὐτά», ἀπήντησεν ὁ Ἅγιος δεικνύων δυὸ δενδρύλια.
(Τὰ δενδρύλια ἐμεγάλωσαν, ἐπάχυναν καὶ ἔσμιξαν τῷ 1912).
12. «Τὸ ποθούμενον θὰ ἔρθη ὅταν θαρθοῦν δυὸ πασχαλιὲς μαζί».
(Πράγματι τῷ 1912 αἱ ἑορταὶ Εὐαγγελισμοῦ καὶ Πάσχα συνέπεσαν).
13. «Ἅμα κλείση τὸ δένδρον καὶ κλεισθῆ μέσα τὸ παλούκι, τότε θὰ ἔλθη τὸ ποθούμενον. Θὰ γίνη κάποιο σημάδι καὶ νὰ μὴ φοβηθῆτε. Νὰ πηγαίνετε βασίλεμα ἡλιοῦ σ᾿ ἐκεῖνα τὰ βουνὰ (τῆς Ὁμάλιας καὶ τῆς Μερόπης), ὅπου θὰ γλυτώσουν πολλὲς ψυχές. Μαζί σας μὴ πάρετε τίποτε, μόνον τὶς ψυχές σας νὰ γλυτώσετε. Καὶ δὲν θὰ βαστάξη τὸ κακὸ περισσότερο ἀπὸ 24 ὦρες».
14. «Τὰ χωριὰ τοῦ κάμπου θὰ πάθουν χαλάστρα, ἐνῶ στὶς ποδιὲς τοῦ Κισσάβου θὰ κοιμηθοῦν σκλάβοι καὶ θὰ ξυπνήσουν ἐλεύθεροι».
(Ἐλέχθη ἐν Λαρίσῃ).
15. «Ἂν τὸ κυπαρίσσι αὐτὸ ξεραθῆ ἀπὸ τὴν κορυφή, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐλευθερωθῆ· ἂν ξεραθῆ ἀπὸ κάτω, δὲν θὰ ἐλευθερωθῆ».
(Ἐλέχθη ἐν Ζελενίτσᾳ (Πρασιά) τῆς Εὐρυτανίας).
16. «Μὲ δυσκολία θἄρθη».
(Ἐννοεῖται τὸ ποθούμενον).
17. «Ὅταν θὰ ἰδῆτε τὸ χιλιάρμενο στὴν Ἄσπρη θάλλασα, θἄρθη τὸ ποθούμενον».
18. «Ὅταν θὰ ἰδῆτε τὸ χιλιάρμενο στὰ ἑλληνικὰ νερά, τότε θἄρθη».
(Πρβλ. προηγουμένην).
19. «Ὅταν θὰ ἰδῆτε τὸ χιλιάρμενον στὰ ἑλληνικὰ ὕδατα, τότε θὰ λυθῆ τὸ ζήτημα τῆς Πόλης».
20. «Θἄρθη ξαφνικά. Νὰ ἔχετε ἕνα σακκούλι σιτάρι κρεμασμένο στὴ θύρα. Αὐτὸ θὰ σᾶς ἐμποδίση φεύγοντας. Μὴ τὸ ἀφήσετε. Νὰ τὸ πάρετε μαζὶ σας, γιὰ νὰ φᾶνε τὰ παιδιά σας».
21. «Στὴν Αὐλώνα θὰ γίνη χαλασμός. Θὰ ἔλθουν στρατεύματα νὰ ἐλευθερώσουν τὸν τόπο».
22. «Στὸ Μπουκορμὲ θὰ χυθῆ πολὺ αἷμα».
23. «Ὅταν ἀκούετε ὅτι ὁ πόλεμος ἄρχισε, τότε κοντὰ εἶνε».
24. «Ὅσα χωριὰ εἶνε κοντὰ σὲ δρόμο πολλὰ θὰ τραβήξουν».
25. «Ἡ Δρόπολις θὰ πάθη, διότι ὁ τόπος εἶνε γυμνός».
26. «Ἡ Δρόπολις θὰ εἶνε γεμάτη στρατεύματα».
27. «Θὰ χαθῆ ἡ σοδιὰ τῆς χρονιᾶς ἀπὸ τὴν εὔφορη Δρόπολι καὶ - μάνα μου! - αἷμα πολὺ ποὺ ἔχει νὰ χυθῆ».
28. «Λάκκοι καὶ βράχοι στὴ Δρόπολι θὰ εἶνε γεμάτοι φεύγοντας».
29. «Εἰς τὰ χωρία Πεπελη σεῖς ἄδικα θὰ φοβάσθε· τίποτε δὲν θὰ πάθετε. Μόνον τὰ παιδιά σας ποὺ θὰ εἶνε στοὺς δρόμους θὰ κλαῖτε».
30. «Οἱ ἀντίχριστοι θὰ φύγουν, ἀλλὰ θἄρθουν πάλι· ἔπειτα θὰ τοὺς κυνηγήσετε ἕως τὴν Κόκκινη Μηλιά».
31. «Θἄρθη ὅταν ἔρθουν δυὸ καλοκαίρια καὶ δυὸ πασχαλιὲς μαζί».
32. «Ξένος στρατὸς θὰ ἔλθη, Χριστὸ θὰ πιστεύη, γλώσσα δὲν θὰ ξέρη...».
33. «Θἄρθη καὶ μία φορὰ ἀσκέρι ξένο ποὺ τὸ Χριστὸ θὰ πιστεύη. Ἀλλὰ σεῖς δὲν θὰ τὸ ξέρετε».
34. «Μὲ ἄλλους θὰ κοιμηθῆτε καὶ μὲ ἄλλους θὰ ξημερώσετε».
35. «Θὰ ἰδῆτε τρεῖς φαμίλιες σ᾿ ἕνα σπίτι».
36. «Ἐσεῖς θὰ πᾶτε νὰ κατοικήσετε ἀλλοῦ καὶ ἄλλοι θαρθοῦν νὰ κατοικήσουν σὲ σᾶς».
37. «Θὰ δῆτε 40 ἄλογα νὰ τὰ δένουν σὲ ἕνα παλούκι».
38. «Πολλοὶ θὰ χάνωνται ἀπὸ τὴν πείνα».
39. «Οἱ πλούσιοι θὰ γίνουν πτωχοὶ καὶ οἱ πτωχοὶ θὰ πεθάνουν».
40. «Μιὰ χούφτα μάλαμα μία χούφτα ἀλεύρι».
41. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ οἱ Ρωμιοὶ θὰ τρώγωνται ἀναμεταξύ τους. Ἐγὼ συστήνω ὁμόνοιαν καὶ ἀγάπην».
42. «Θὰ ἰδῆτε καὶ τακτικὸ στρατό, θὰ ἰδῆτε καὶ ρέμπελο (ἀντάρτικο)· ἀπὸ αὐτοὺς πολλὰ θὰ ὑποφέρετε».
43. «Θὰ σᾶς ζητήσουν τὰ ντουφέκια· νὰ ἔχετε διπλά· νὰ δώκετε τὸ ἕνα καὶ νὰ κρατήσετε τὸ ἄλλο. Ἕνα ντουφέκι 100 ψυχὲς θὰ γλυτώση».
44. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ θὰ διευθύνουν τὸν κόσμο τὰ ἄλαλα καὶ τὰ μπάλαλα».
45. «Ἡ αἰτία τοῦ γενικοῦ πολέμου θὰ εἶνε ἀπὸ τὴ Δαλματία».
46. «Ἡ αἰτία τοῦ γενικοῦ πολέμου θἄρθη ἀπὸ τὴ Δαλματία. Πρῶτα θὰ διαμελισθῆ ἡ Αὐστρία καὶ ὕστερα ἡ Τουρκία».
47. «Ὁ χαλασμὸς θὰ γίνη ἀπὸ ἕνα κασσιδιάρη».
48. «Θὰ προσπαθοῦν νὰ τὸ λύσουν μὲ τὴν πέννα, μὰ δὲν θὰ μποροῦν. 99 φορὲς μὲ τὸν πόλεμο καὶ μία με τὴν πέννα».
49. «Ἂν βρεθοῦν 3 δυνάμεις σύμφωνες, τίποτε δὲν θὰ πάθετε».
50. «Ἂν τὸ ζήτημα λυθῆ μὲ τὸν πόλεμο, θὰ πάθετε πολλὲς καταστροφές· σὲ τρεῖς χῶρες μία θὰ μείνη...».
51. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ δὲν θὰ ἀκοῦτε (μαθαίνετε) τίποτε».
52. «Ὅ,τι σᾶς ζητοῦν, νὰ δίνετε· ψυχὲς μόνον νὰ γλυτώνετε».
53. «Ἂν βρίσκουν στὸ δρόμο ἀσήμι, δὲν θὰ σκύβουν νὰ τὸ πάρουν. Γιὰ ἕνα ὅμως ἀστάχυ θὰ σκοτώνωνται ποιὸς νὰ τὸ πρωτοπάρη...».
54. «Τὸ κακὸ θὰ σᾶς ἔρθη ἀπὸ τοὺς διαβασμένους».
55. «Ἢ τρεῖς μέρες ἢ τρεῖς μῆνες ἢ τρία χρόνια θὰ βαστάξη».
56. «Θἄρθη καιρὸς ποὺ δὲν θὰ ὑπάρχη αὐτὴ ἡ ἁρμονία ποὺ εἶνε σήμερα μεταξὺ λαοῦ καὶ κλήρου».
57. «Οἱ κληρικοὶ θὰ γίνουν οἱ χειρότεροι καὶ οἱ ἀσεβέστεροι τῶν ὅλων».
58. «Στὴν Πόλι θὰ χυθῆ αἷμα ποὺ τριχρονίτικο δαμάλι θὰ πλέξη (πλεύση)».
59. «Καλότυχος ὅποιος ζήσει μετὰ τὸ γενικὸ πόλεμο. Θὰ τρώγη μὲ ἀσημένιο κουτάλι...».
60. «Μετὰ τὸ γενικὸ πόλεμο θὰ ζήση ὁ λύκος μὲ τ᾿ ἀρνί».
61. «Θἄρθη πρῶτα ἕνα ψευτορωμαίϊκο· νὰ μὴ τὸ πιστέψετε· θὰ φύγη πίσω».
62. «Θὰ μαζωχτῆ τὸ χιλιάρμενο στὸ Σκάλωμα (Ἅγιοι Σαράντα) καὶ θἄρθουν κοκκινογέλεκοι, νὰ πολεμήσουν γιὰ σᾶς».
63. «Οἱ Τοῦρκοι θὰ φύγουν, ἀλλὰ θὰ ξανάρθουν πάλι καὶ θὰ φθάσουν ὡς τὰ Ἑξαμίλια. Στὸ τέλος θὰ τοὺς διώξουν εἰς Κόκκινη Μηλιά. Ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1/3 θὰ σκοτωθῆ, τὸ ἄλλο τρίτο θὰ βαπτισθῆ καὶ μονάχα τὸ 1/3 θὰ πάη στὴν Κόκκινη Μηλιά».
64. «Τόσα πολλὰ θὰ γίνουν, ποὺ οἱ μανάδες θὰ γεννήσουν πρόωρα ἀπὸ τὸ φόβο τους».
65. «Ζῶα δὲν θὰ μείνουν· θὰ τὰ φάνε. Φᾶτε καὶ σεῖς μαζὶ μ᾿ αὐτούς. Στὰ Τζουμέρκα θὰ πάρετε σπόρο».
66. «Σπίτια μεγάλα μὴ κάμετε. Λιάσες νὰ κάμνετε νὰ μὴ σᾶς ἔρχωνται μέσα».
67. «Θὰ σᾶς ἐπιβάλουν μεγάλο καὶ δυσβάστακτο φόρο, ἀλλὰ δὲν θὰ προφθάσουν».
68. «Θὰ βάλουν φόρο στὶς κότες καὶ στὰ παράθυρα».
69. «Θὰ ζητήσουν νὰ σᾶς πάρουν καὶ στρατιῶτας. Δὲν θὰ προφθάσουν ὅμως».
70. «Οἱ Τοῦρκοι θὰ μάθουν τὸ μυστικὸ 3 μέρες γρηγορώτερα ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς».
71. «Ὅταν ἀκούσετε ὅτι ὁ πόλεμος πιάστηκε ἀπὸ κάτω, τότε κοντὰ θὰ εἶνε».
72. «Ἂν ὁ πόλεμος πιαστῆ ἀπὸ κάτω, λίγα θὰ πάθετε· ἂν πιαστῆ ἀπὸ πάνω, θὰ καταστραφῆτε».
73. «Οἱ βράχοι καὶ οἱ λάκκοι θὰ εἶνε γεμάτοι κόσμο».
74. «Θἄρθη ξαφνικά· ἢ τὸ βόϊδι στὸ χωράφι ἢ τὸ ἄλογο στ᾿ ἁλώνι».
75. «Λυπηρὸν εἶνε νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ· σήμερον, αὔριον καρτεροῦμεν δίψες, πεῖνες μεγάλες ποὺ νὰ δίδωμεν χιλιάδες φλουριὰ καὶ νὰ μὴν εὑρίσκωμεν ὀλίγον ψωμί».
76. «Μετὰ τὸν πόλεμον οἱ ἄνθρωποι θὰ τρέχουν μισὴ ὥρα δρόμο, γιὰ νὰ βρίσκουν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν κάμνουν ἀδελφό».
77. «Ἀμπέλια μὴ φυτεύετε, διότι θὰ χαλάσουν καθὼς ἐκεῖνα στὴ Δρυϊνούπολι».
78. «Θὰ γίνη ἕνα χαρτοβασίλειο, ποὺ θὰ ἔχη μέγα μέλλον στὴν Ἀνατολή».
79. «Ὁ κόσμος τόσον θὰ πτωχεύση, ποὺ θὰ ζώνεται μὲ κληματσίδες».
80. «Ἡ αἰτία θὰ ἔλθη ἀπὸ τὰ Δελειατά».
81. «Ἡ Γαλλία θὰ ἐλευθερώση πολλὰ ἑλληνικὰ μέρη καὶ ἰδίως οἱ Ἰταλοί».
82. «Ἡ Γαλλία θὰ λευτερώση τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἤπειρο ἡ Ἰταλία».
83. «Ἀπὸ τρία μπουγάζια στενά, Κρά, Κράψη καὶ Μουζίνα, θὰ περνοῦν πολλὰ στρατεύματα γιὰ τὴν Πόλι. Καλὸν εἶνε τὰ γυναικόπαιδα νὰ βγοῦν στὰ βουνά. Θὰ σᾶς ρωτοῦν ἂν εἶνε μακρυὰ ἡ Πόλι· ἐσεῖς νὰ μὴ λέτε τὴν ἀλήθεια, διότι θὰ σᾶς κακοποιήσουν. Ὁ στρατὸς αὐτὸς δὲν θὰ φθάση στὴν Πόλι, στὴ μέση του δρόμου θὰ μάθη ὅτι ὁ πόλεμος ἐτελείωσε».
84. «Θὰ ἔρθη καιρός, ποὺ θὰ φέρη γύρες ὁ διάβολος μὲ τὸ κολοκύθι του».
85. «Θὰ βλέπετε νὰ πηγαίνουν ἄλλοι ἐπάνω καὶ ἄλλοι κάτω».
86. «Ἡ λευτεριὰ θἀρθῆ ἀπὸ κάτω ἀπὸ ὅπου χύνονται τὰ νερά».
87. «Ἀπὸ πάνω καὶ ἀπὸ τὴ σκάλα χαλασμὸ μὴ περιμένετε».
88. «Ἕνα ψωμὶ θὰ χαθῆ τὸ μισό, καὶ ἕνα ὁλόκληρο».
89. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ μιὰ γυναίκα θὰ διώχνη δέκα Τούρκους μὲ τὴ ρόκα».
90. «Τὸν Πάπαν νὰ καταράσθε, διότι αὐτὸς θὰ εἶνε ἡ αἰτία».
91. «Ὁ χαλασμὸς στὸν τόπο θὰ γίνη ἀπὸ ἕνα ὄνομα ἀξιωματούχου... (δυσανάγνωστον)».
92. «Πολλὰ χωριὰ θὰ καταστραφοῦν, οἱ τρεῖς χῶρες θὰ γίνουν μία».
93. «Νὰ ἔχετε τρεῖς θύρες· ἂν σᾶς πιάσουν τὴ μιά, νὰ φύγετε ἀπὸ τὴν ἄλλη».
94. «Πίσω ἀπὸ τὴ μιὰ θύρα νὰ κρυφθῆ κανείς, γλυτώνει· θὰ εἶνε βιαστικό».
95. «Νὰ παρακαλῆτε νὰ εἶνε μέρα καὶ ὄχι νύκτα, καλοκαίρι καὶ ὄχι χειμώνας».
96. «Οἱ ἄνθρωποι θὰ μείνουν πτωχοί, γιατί δὲν θἄχουν ἀγάπη στὰ δένδρα».
97. «Οἱ ἄνθρωποι θὰ καταντήσουν γυμνοί, γιατί θὰ γίνουν τεμπέληδες».
98. «Ἀπὸ ψηλά, μέσα ἀπὸ τὸ λιμάνι θἄρθη ὁ χαλασμός».
99. «Θὰ σᾶς ρίξουν παρὰ πολύ· θὰ σᾶς ζητήσουν νὰ τὸν πάρουν πίσω, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσουν».
100. «Ἐσεῖς θὰ σώσετε ἄλλους καὶ οἱ ἄλλοι ἐσᾶς».
101. «Ἐσεῖς θὰ φύγετε ἀπ᾿ τ᾿ ἀριστερὰ βουνά· ἀπὸ τὴ δεξιὰ μεριὰ ὄχι· ἀπὸ τὶς σπηλιὲς μὴ φοβάστε».
102. «Θἀρθῆ ξαφνικά· τ᾿ ἄλογα θ᾿ ἀπομείνουν ζεμένα στὶς δουλειές τους καὶ σεῖς θὰ φύγετε».
103. «Θἆνε ὄγδοος αἰώνας ποὺ θὰ γίνουν αὐτά».
104. «Νὰ κρυφθῆτε ἢ κοντὰ στὴν πόρτα ἢ κοντὰ στὴν πλάκα, ἂν εἶνε βιαστικὸ καὶ γρήγορο».
105. «Πολλὰ θὰ συμβοῦν. Οἱ πολιτεῖες θὰ καταντήσουν σὰν μπαράγκες».
106. «Θἀρθῆ καιρὸς ποὺ θὰ βγῆ ὁ καταραμένος δαίμονας ἀπὸ τὸ καυκί του».
107. «Θἀρθῆ μία φορὰ ἕνας ψευτοπροφήτης· μὴ τὸν πιστέψετε καὶ μὴ τὸν χαρῆτε. Πάλι θὰ φύγη καὶ δὲν θὰ μεταγυρίση».
108. «Θἀρθῆ καιρὸς ποὺ οἱ χριστιανοὶ θὰ ξεσηκωθοῦν ὁ ἕνας κατὰ τοῦ ἄλλου».
109. «Νἄχετε τὸ σταυρὸ στὸ μέτωπο, γιὰ νὰ σᾶς γνωρίσουν ὅτι εἶσθε χριστιανοί».
110. «Δὲν θὰ φτάση ὁ στρατὸς στὴν Πόλι· στὴ μέση του δρόμου θἄρθη τὸ μαντᾶτο, ὅτι ἔφθασε τὸ ποθούμενο».
111. «Πήγαινε καὶ στὸ δρόμο θ᾿ ἀνταμειφθῆς».
(Ἐλέχθη ἐν Δερβιστάνῃ περὶ τίνος, ὅστις εἰρωνεύθη τὸν Ἅγιον. Οὗτος μετ᾿ ὀλίγον ἐτραυματίσθη καθ᾿ ὁδὸν ὑπό τινος ἐχθροῦ του).
112. «Εἰπὲ εἰς τὰ εἴδωλα ἐκεῖνα νὰ μὴν ἔρθουν ἐδῶ, ἀλλὰ νὰ γυρίσουν εἰς τὰ ὀπίσω».
(Καθὼς ὁ Ἅγιος ἐδίδασκεν εἰς Ἄσσον τῆς Κεφαλληνίας, διέκοψε μίαν στιγμὴν τὸ κήρυγμά του καὶ ἀπέστειλεν ἕνα ἀκροατήν του εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἄρχοντος τοῦ τόπου εἰπὼν τοὺς λόγους τούτους. Οὗτος ἀπελθὼν εὗρε 4 κυρίας τῆς ἀριστοκρατίας ἀσέμνως ἐνδεδυμένας, «κατὰ τὸν τότε ἑνετικὸν συρμὸν ξεστήθωτες», αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἔλθουν καὶ νὰ παρακολουθήσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Ἁγίου).
113. «Φτιάνετε σπίτια τορνευτὰ καὶ δὲν πρόκειται νὰ κατοικήσετε σ᾿ αὐτά».
(Εἶπε τοὺς λόγους τούτους ὁ ἅγιος εἰς Ἄσσον τῆς Κεφαλληνίας, ὅταν μίαν ἡμέραν διήρχετο πρὸ μιᾶς νεοκτίστου οἰκίας. Μετ᾿ ὀλίγον ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται ἀπέθανον πλὴν μιᾶς μοναχῆς).
114. «Τὸ παιδὶ αὐτὸ θὰ προκόψη, θὰ κυβερνήση τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ δοξασθῆ».
(Ἐλέχθη περὶ τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη).
115. «Θὰ γίνης μεγάλος ἄνθρωπος, θὰ κυριεύσης ὅλη τὴν Ἀρβανιτιά, θὰ ὑποτάξης τὴν Πρέβεζα, τὴν Πάργα, τὸ Σούλι, τὸ Δελβίνο, τὸ Γαρδίκι καὶ αὐτὸ τὸ τάχτι τοῦ Κούτρ πασᾶ. Θὰ ἀφήσης μεγάλο ὄνομα στὴν οἰκουμένη. Καὶ στὴν Πόλι θὰ πᾶς, μὰ μὲ κόκκινα γένεια. Αὐτὴ εἶνε ἡ θέλησι τῆς θείας προνοίας. Ἐνθυμοῦ ὅμως εἰς ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐξουσίας σου νὰ ἀγαπᾶς καὶ νὰ ὑπερασπίζεσαι τοὺς χριστιανούς, ἂν θέλης νὰ μείνη ἡ ἐξουσία εἰς τοὺς διαδόχους σου».
(Ἐλέχθη ἐν Τεπελενίῳ περὶ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ).
116. «Θὰ βγοῦν πράγματα ἀπὸ τὰ σχολεῖα ποὺ ὁ νοῦς σας δὲν φαντάζεται».
117. «Θὰ δῆτε στὸν κάμπο ἁμάξι χωρὶς ἄλογα νὰ τρέχη γρηγορώτερα ἀπὸ τὸν λαγό».
(Ἐλέχθη ἐν Βουλιαράταις παρὰ τὴν Δρόπολιν).
118. «Θαρθῆ καιρὸς ποὺ θὰ ζωσθῆ ὁ τόπος μὲ μιὰ κλωστή».
(Ἐλέχθη ἐν Ἄσσῳ τῆς Κεφαλληνίας).
119. «Θαρθῆ καιρὸς ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ ὁμιλοῦν ἀπὸ ἕνα μακρυνὸ μέρος σὲ ἄλλο, σὰν νἆνε σὲ πλαγιανὰ δωμάτια, π.χ. ἀπὸ τὴν Πόλι στὴ Ρωσία».
120. «Θὰ δῆτε νὰ πετᾶνε ἄνθρωποι στὸν οὐρανὸ σὰν μαυροπούλια καὶ νὰ ρίχνουν φωτιὰ στὸν κόσμο. Ὅσοι θὰ ζοῦν τότε θὰ τρέξουν στὰ μνήματα καὶ θὰ φωνάζουν: Ἐβγᾶτε σεῖς οἱ πεθαμένοι νὰ μποῦμε μεῖς οἱ ζωντανοί».
121. «Τὸ κακὸ θὰ ἔλθη μέχρι τὸν Σταυρὸν καὶ δὲν θὰ μπορέση νὰ πάη κάτω. Μὴ φοβηθῆτε. Μὴ φύγετε ἀπὸ τὰ σπίτια σας».
(Ἐλέχθη εἰς τὴν περιοχὴν Πολυνερίου Γρεβενῶν. Πράγματι τῷ 1940 οἱ Ἰταλοὶ ἔφθασαν μέχρι τὴν τοποθεσίαν Σταυρός, ὅπου εἶχε κηρύξει ὁ Ἅγιος, καὶ ἐσταμάτησαν).
122. «Ὅταν θὰ πέση ὁ κλῶνος (ποὺ εἶνε στημένος ὁ Σταυρός), θὰ γίνη μεγάλο κακόν, ποὺ θὰ ἔλθη ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου θὰ δείξη ὁ κλῶνος· καὶ ὅταν θὰ πέση τὸ δένδρον, θὰ γίνη ἕνα μεγαλύτερον κακόν».
(Ἐλέχθη εἰς χωρίον Τσιράκι (σήμερον Ἅγιος Κοσμᾶς) Γρεβενῶν. Πράγματι τῷ 1940 ἔπεσεν ὁ κλῶνος καὶ ὁ Σταυρὸς πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἀλβανίας, ὅθεν ἐπετέθησαν οἱ Ἰταλοί, καὶ τῷ 1947 τὸ δένδρον, ὅτε ἡ περιοχὴ κατεστράφη ἐντελῶς λόγῳ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου).

Τα Ορθόδοξα Ονομαστήρια

Λίγες απλές και πτωχές, λίγες Αγιολογικές και Υμνολογικές σκέψεις, επί της Εορτής του Μεγάλου Αγίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου, του οποίου αναξίως όντως το όνομα φέρω, προσφέρω σαν ελάχιστον πνευματικό κέρασμα στην αγάπη σας. Πρωτίστως, θα έπρεπε πράγματι, “η να αλλάξω διαγωγή (και να αγιάσω ο ίδιος), η να αλλάξω όνομα”, σύμφωνα με την φωτισμένη εντολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου προς κάποιον υποτακτικό του στρατιώτη που έφερε και αυτός το ίδιο όνομά του.
Το όνομα που φέρουμε λοιπόν, αποτελεί μέρος της ταυτότητάς μας, όχι μόνο της πολιτικής, μα κυρίως, της Χριστιανικής Ορθόδοξης ταυτότητας, διότι είναι (και πρέπει μόνο να είναι) όνομα Ορθοδόξου Αγίου. Τα Ορθόδοξα Ονομαστήρια συνδεόνται άμεσα, όχι μόνο με τον Αγιο του οποίου το όνομα φέρουμε, αλλά με τον Ιδιο το Αγιο Πνεύμα, με την ίδια την Βάπτισή μας κατά την οποία λάβαμε αυτό το όνομά μας, όπου “ντυθήκαμε τον Χριστό, λάβαμε Πνεύμα Αγιο, φωτιστήκαμε, μυρωθήκαμε και αγιαστήκαμε”. Η Αγία μας Εκκλησία απαγαρεύει να δίδονται κατά την Βάπτιση, μη Ορθόδοξα ονόματα, για αυτό και καλούνται οι Ιερείς να επιμένουν και να πολεμούν νικώντες σε τέτοιες περιπτώσεις, ασχέτως πιέσεων, απειλών και των γνωστών επακολούθων που καπότε αμαυρίζουν το Μυστήριο.
Εχουμε λοιπόν λάβει όνομα Αγίου, η όνομα από γεγονός της ζωής του Χριστού, όπως την Ανάσταση, την Μεταμόρφωση κλπ. Την συγκεκριμένη ημέρα που γιορτάζει ο Αγιός μας, τελούμε την μνήμη της ημέρας της κοιμήσεως (του θανάτου) αυτού του Αγίου, όχι των γενεθλίων του. Εφ’όσον φέρουμε κάποιο όνομα Αγίου, γιορτάζουμε μόνο την ονομαστική μας εορτή και όχι τα γενέθλιά μας, τα οποία είναι καθαρώς ειδωλολατρική γιορτή και κατά την διάρκεια τέτοιας αμαρτωλής γιορτής και αμαρτωλού χορού αποκεφαλίστηκε ο ίδιος ο Αγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Εκτοτε η Ορθόδοξη Εκκλησία μας απαγόρευσε αυστηρώς τους πανηγυρισμούς, τους χορούς και τις διασκεδάσεις εν ονόματι των γενεθλίων μας, χωρίς όμως να αποτελεί αμαρτία μία κάποια απόδοση απλής ευχής η επίδοση προσευχής εκείνη την ημέρα, για τα αγαπητά μας πρόσωπα.
Πρώτον, γιορτάζει ο Αγιός μας και έπειτα μαζί του, τελευταίοι και εμείς. Κοντά στον βασιλικό, ποτίζονται και οι γλάστρες. Και όντως χωματένιες, πύλινες γλάστρες είμαστε που φέρουμε το μυρίπνοο άνθος του Αγίου, από τον Κήπο του Παραδείσου της Εκκλησίας μας, από το μέγα νέφος μαρτύρων, αγίων, πατέρων, οσίων και ομολογητών της Αγίας μας Πίστεως. Για αυτόν λοιπόν τον λόγο, ο ορθός, Ορθόδοξος τρόπος που θα γιορτάσουμε τον Αγιό μας, θα είναι ως εξής: θα προσπαθήσουμε πάση θυσία, εφ’όρου ζωής και αδιαλείπτου αγώνα να τον μιμηθούμε. “Εορτή Αγίου, μίμησης Αγίου” τρανώτατα ομολογούν οι ίδιοι οι Αγιοι Πατέρες μας.
Η ονομαστική μας Εορτή θα είναι διττή, διπλή και δίμορφη: α. Θεολογική, και β. Κοινωνική.
Α. Θεολογική, σημαίνει, να ξεκινήσουμε πάντοτε με τον Θεό. “Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού”. Θα πάμε λοιπόν πρωτίστως να δοξάσουμε τον Θεό στην Εκκλησία Του και να Τον δοξολογίσουμε “δι ευχών των Αγίων Του”. Θα τον ευχαριστήσουμε που μας χάρισε Αγίους και θα τον παρακαλέσουμε να συνεχίζει να μας χαρίζει Αγίους, μέχρι της Δευτέρας Του Παρουσίας, διότι τους έχουμε πολύ μεγάλη ανάγκη. Οχι μόνο για τις σημαντικότατες, ατελεύτητες πρεσβείες τους, αλλά διότι αυτοί θα προδρομίσουν τον Χριστό, θα τον δείξουν, θα Τον αποκαλύψουν σε μας και θα μας προειδοποιήσουν για τα αναπόφευκτα σημεία των καιρών. Αυτοί επεκτείνουν τον Χριστό, όπως λέγει ο Αγιος Αυγουστίνος, “οι Αγιοι είναι Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας”. Κάθε λοιπόν αιώνας, θα έχει και έναν τουλάχιστον (αν όχι και περισσότερους) πολύ μεγάλο Αγιο, η Μεγαλομάρτυρα, η χαρισματούχο Γέροντα, μεγάλο Ασκητή. Υμνολογώντας τον Αγιο, τιμώντας τον Αγιο, τιμούμε τον Χριστό τον Ιδιο, την Πηγή κάθε αγιότητας. Ολοι απολύτως οι Αγιοι, ακόμη και η ‘Παν-αγία’, αντλούν την αγιοσύνη τους από τον Χριστό, “το Φως το Αληθινό, που φωτίζει και αγιάζει πάντας ανθρώπους”. Οι Αγιοι είναι καθρέπτες της αγιότητας, αστέρια, φώτα ετερόφωτα, ενώ ο Χριστός είναι Φως, αυτόφωτος Ηλιος, ‘αυτόματο’, αυτοαίτιο Φως και Πηγή Αγιότητος. Χωρίς τον Πατέρα, τον Χριστό και το Αγιο Πνεύμα, δεν υπάρχει Αγιος, και χωρίς την Αγία, Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, δεν υπάρχει, και ούτε πρόκειται να υπάρξει, καμία ‘ανεξάρτητη’ αγιοσύνη. Ως προς την Ορθόδοξη Υμνολογία, όλοι οι Αγιοι και όλες οι Γιορτές αναιξεραίτως, έχουν συγκεκριμένο “Απολυτίκιο” το οποίο καλύπτει συνοπτικά, πτυχές, γεγονότα και κύρια σημεία του Βίου του Αγίου η της Εορτής καθ’εαυτής. Είναι μεγάλη ασέβεια και ντροπή προς τον Αγιό μας, όντως, να μην γνωρίζουμε καν το Απολυτίκιό του, εάν όχι μάλιστα από έξω, τουλάχιστον διαβαστά, σε κάθε περίσταση να το λέμε. Πηγαίνουμε λοιπόν στην Εκκλησία, από τον Εσπερινό ακόμη, που είναι σημαντικότατο μέρος της Θείας Λειτουργίας και που τελείται προς ιδιαίτερη τιμή του Αγίου. Εκκλησιαστικώς, η κάθε επερχόμενη ημέρα ξεκινά από το προηγούμενο απόγευμα της απερχόμενης ημέρας. Μετά από την τέλεση του Πανηγυρικού Εσπερινού, θα τελέσουμε και εμείς “θυσίαν εσπερινήν” και θα θυσιάσουμε από τον χρόνο μας, τον οικογενειακό η τον εργασιακό η τον προσωπικό, και θα διαβάσουμε τον βαρυσήμαντο Βίο του συγκεκριμένου εορταζομένου Αγίου η της Εορτής, με κάθε προσοχή και αφοσίωση. Θα αποκομίσουμε πολλά διδάγματα και θα καταστρώσουμε ιερό και μυστικό σχέδιο εφαρμογής της κατά πάντα βιώσιμης αγιοσύνης, του καθ’ όλα καθαρμού μας και αγιασμού μας. Ολά αυτά όμως χωρίς καμία επίδειξη, αυτοπροβολή και διαφημισμό μας. Δεν θα θεατρίζουμε προς δημιουργία εντυπώσεων και εφάμαρτη αποκόμιση συγχαρητηρίων και επαίνων. Την ίδια ημέρα, ανήμερα της Εορτής, θα πάμε πάση θυσία, (εκτός εάν υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος υγείας η άλλος έγκυρος λόγος, μια πράγματι “εύλογη αιτία”) στην ειδική αυτή Θεία Λειτουργία. Εάν πάλι δεν γίνεται αυτό, τουλάχιστον θα περάσουμε να ανάψουμε ένα κερί και ένα συγνώμη να αναπέμψουμε στο Θεό για το αναγκαίο, επιβεβλημένο παράπτωμα αυτό. Μπορούμε πάλι να ψάξουμε και να βρούμε την σχετική Ακολουθία του Αγίου μας και να την διαβάσουμε έπειτα κατ’ ιδίαν, συγκαταβατικώς βέβαια. Εκεί λοιπόν στην Θεία Λειτουργία, εάν μπορούμε, μόνο κατόπιν ευλογίας του Πνευματικού μας, έπειτα από το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, θα κοινωνήσουμε των Αχράντων Μυστηρίων, του Αγίου Σώματος και του Αγίου Αίματος του Χριστού. Ετσι, θα αφιερώσουμε την ημέρα μας, για την δόξα του Χριστού και την τιμή του Αγίου.
Β. Κοινωνική σημαίνει κυρίως, οικογενειακή, στην “Κατ’ οίκον εκκλησία”. Η ίδια η πιστή κοινωνία, αποτελεί μέρος της ευρύτερης οικογενείας και συγγενείας μας. Στην οικία μας, εκτός από την Εικόνα του Χριστού και της Παναγίας μας, οπωσδήποτε θα υπάρχει και η Εικόνα του Αγίου μας, αλλά όχι περιφρονητικά, σε μιαν απόμακρη, απλησίαστη και σκοτεινή γωνιά, αλλά χωρίς ντροπή, σε ξέχωρο, ειδικά αφιερωμένο μέρος. Επίσης, εάν μπορούμε, θα παραθέσουμε χαρμόσυνη τράπεζα για τα αγαπητά μας πρόσωπα και θα κάνουμε ότι μπορούμε, ει δυνατόν, να προσκαλέσουμε και κάποιον πτωχό, άστεγο, θλιμμένο η πονεμένο, να ευλογήσει με την παρουσία του, την τράπεζά μας. Εκεί θα είναι και ο Χριστός, μυστικώς ανάμεσά μας. Τράπεζα βέβαια απλή και ταπεινή. “Ουκ εν τω πολλώ το ευ”. Εκεί θα ψάλλουμε αρχικά, με ιδιαίτερη λαμπρότητα και άγια χαρά, το καθορισμένο, προσφιλές Απολυτίκιο. Οπωσδήποτε όμως, δεν θα καταλύσουμε κάποια νηστεία, χάριν της ονομαστικής μας Εορτής, έτω και εάν είμαστε Επισκόποι. Τα διάφορα ύπουλα και πονηρά “δεν πειράζει, γιορτάζει η ενορία, η το Μοναστήρι να ‘νε καλά, η έστω, η αμαρτία πάνω μου” δεν πρέπει ούτε καν να ακούγονται, ούτε να λέγονται για αστείο. Επίσης, δεν θα θυσιάσουμε ποτέ την Θεολογική πλευρά της Εορτής, χάριν της κοινωνικής πλευράς της. Δηλαδή, δεν θα πούμε, “α, κοίτα, δεν θα πάω Εκκλησία γιατί θα έχω κόσμο η πρέπει να προετοιμάσω” διότι αυτό είναι πρόφαση και αστήρικτη δικαιολογία. Αυτά όλα μπορούν να γίνουν ‘από βραδίς’, ενώ εμείς “την αγαθή μερίδα” πρέπει πάντα να διαλέγουμε. Το καλό και θεάρεστο είναι να βάζουμε μία ιεραρχική αξία και σειρά στα πράγματα, δίνοντας μεγαλύτερη σημασία στο πρωτεύον και μετά στο δευτερεύον. Επίσης, θα κάνουμε ότι μπορούμε, έστω και από το υστέρημά μας, να κάνουμε μια κάποια κρυφή ελεημοσύνη, είτε χρηματική, είτε με άλλο τρόπο, ο Θεός και ο εορταζόμενος Αγιος θα μας φωτίσει, να βρούμε κάτι. Οτι πάντως κάνουμε, θα το κάνουμε αποκλειστικά και μόνο προς δόξαν Θεού, ποτέ για “ανθρωπιστικούς λόγους” διότι αυτό είναι ‘της μόδας’ και είναι ειδωλολατρεία. Η αγάπη μας και η κοινωνική μας μέριμνα, η πρόνοια και η ανθρώπινη αληλεγγύη πρέπει να είναι πάντοτε Χριστοκεντρική, ποτέ όμως Ανθρωποκεντρική. Δεν είναι κακό να λέμε ταπεινά πως ότι κάνουμε για την αγάπη του Θεού το κάνουμε, επειδή μας το ζητά ο Επουράνιος Πατέρας μας, το κάνουμε, για να μην Τον λυπήσουμε. Τέλος, δεν θα τελέσουμε ποτέ Ονομαστήρια με χορούς, διασκεδάσεις και μεθύσια, με μπουζούκια και πιοτά, με τα παρεμφερή και τα παρακατιανά… Βλέπεις μερικούς, το δηλώνουν “σκεπτικιστές η ακόμη και άθεοι” αλλά όταν έρχεται η ονομαστική τους γιορτή γίνεται τότε “ξεφάντωμα τρελλό” άντε και “τα ρίχνουν στο ποτό και τα καίνε όλα” και μετά σου λέει “πιστεύω με τον τρόπο μου”. Δεν υπάρχει στην Ορθοδοξία αυτό, ούτε στέκει λογικά κάτι τέτοιο. Δεν είναι ο δικός μου η ο δικός σου τρόπος, αλλ’ ο τρόπος του Θεού, ο τρόπος της Αποκλειστικής, Αληθινής Εκκλησίας του Χριστού, ο Ορθόδοξος Τρόπος. Η δ’ αλλως, “ο τρόπος μας δολιότητος γέμει”, παράνομε, κοσμικοποιημένε “χριστιανέ” μου. Ακουε, άνθρωπέ μου, τον Λόγο του Θεού. “Τας εορτάς και τας νουμηνίας, εμίσησεν η ψυχή μου.” (Αμώς 5, 21) Φοβερός ο λόγος… Κλείνοντας θα προσθέσουμε και μία αναγκαία επεξήγηση. Δεν θα κολλάμε σε ένα στείρο, σκέτο, άχαρο και συνηθισμένο “Χρόνια πολλά”, η ουσία δεν είναι εκεί. Καλύτερα να είναι λίγα και καλά, με μετάνοια αληθινή, παρά να έιναι πολλά στην αμαρτία βουτηγμένα και απ’ το Θεό μακρυά. Και εάν θέλουμε να ξέρουμε κάτι, (διότι έχει ακουστεί και αυτό σαν πρόχειρο και επιπόλαιο επιχείρημα) όταν η Αγία μας Εκκλησία λέγει και εύχεται στον κάθε “Δεσπότη και Αρχιερέα ημών”, και στα Μοναστήρια ακόμη, στις Ιερές Ακολουθίες και τα Πατριαρχικά Τυπικά, αυτό το “Εις έτη πολλά” και “εις πολλά έτη Δέσποτα”, δεν το λέμε με κοσμική, μάταιη και επιπόλαιη έννοια, αλλά “φύλαγέ τον πάντα, Θεέ μου, για όσα χρόνια θα ζήσει, να ποιμάνει σωστά την Εκκλησία Σου, φύλαγε το Ποίμνιό του από την πλάνη και την αίρεση!” Και όπως πολύ σωστά ερμηνεύει και υπογραμμίζει ο Αγιος Γέροντας Παϊσιος, αυτό εννοεί, “εις πολλά ακόμα χρόνια μετανοίας, διότι ακόμη και οι Αρχιερείς μας δεν αποκλείονται της μετανοίας, γι’ αυτό να εύχεστε να τους δίνει ο Θεός μετάνοια και να λέτε ‘να παίρνει ο Θεός χρόνια από μένα και να δίνει σε αυτόν η σε κείνον. Οχι πως ο Θεός θα το κάνει και θα μας σμικραίνει την ζωή, αλλά εάν το λέμε με πίστη, τότε θα προσθέτει και άλλα ακόμη έτη και σ’ αυτόν που το λέει, και σε αυτόν που το δέχεται…”
Λοιπόν, να με συχγωράτε, και να παρακαλάτε, να μου δίνει ο Θεός χρόνια πολλά ακόμη, για την μετάνοια μου. Σας εύχομαι εκ βάθους, Χρόνια άγια, πνευματικά, χρόνια πολλά με Χριστό, χρόνια Εκκλησιαστικά, χρόνια μετανιωμένα, χρόνια πραγματικά αξέχαστα, χρόνια αγιασμένα. Χρόνια, όχι αναγκαστικά με υγεία, αλλά χρόνια εν Κυρίω ευπρόσδεκτα, χρόνια σωτηρίας! (Β’ Κορινθ. 6, 2)

- Νικόδημος Μοναχός

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Νοερά Προσευχή


Ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης δίδαξε την εργασία της Νοεράς προσευχής όχι μόνο στους Μοναχούς του Αγίου Όρους, αλλά ξεκινώντας από το Άγιον Όρος πήγε διδάσκοντας τη Νοερά προσευχή μέχρι τη Βλαχία, δηλαδή τη σημερινή Ρουμανία.

Επίσης ο λαμπρός της Θεσ/νίκης φωστήρας άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς όχι μόνο σε πολλές ομιλίες του παρακινούσε όλους τους χριστιανούς να προσεύχονται νοερά και με την καρδιά τους, αλλά και λόγον ολόκληρον έστειλε στους Ιωάννην και Θεόδωρον τους φιλοσόφους, που βρίσκονταν στον κόσμο, στον οποίο λόγο αποκάλυψε σ’ αυτούς όλα τα μυστήρια της Νοεράς προσευχής.

Ο Άγιος Διάδοχος λέει ότι ο σατανάς δε θέλει ποτέ να μάθουν οι Χριστιανοί και να πιστεύουν ότι αυτός βρίσκεται στην καρδιά και από εκεί τους πολεμάει, αλλά θέλει να νομίζουν ότι τους πολεμάει εξωτερικά. Κατόπιν τούτου οι περισσότεροι Χριστιανοί και ιδιαίτερα οι λογιώτατοι πολλές φορές πιστεύουν ότι οι λογισμοί έρχονται σ’ αυτούς όχι εσωτερικά, δηλαδή από την καρδιά, αλλά από τη λογική τους, δηλαδή τις σκέψεις τους και τούτο, για να μη μάθουν να πολεμούν το σατανά με την καρδιακή μνήμη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δηλαδή με τη Νοερά και καρδιακή προσευχή!.. «Τω δε Βασιλεί των αιώνων, αφθάρτω, αοράτω, μόνο σοφώ Θεώ, τιμή και δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ


«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με» της ιεράς Μονής Αγ. Διονυσίου Αγίου Όρους.²

Αγαπητοί μας αδελφοί.

Σαλπίζουμε εγερτήριο σάλπισμα.

Οι εχθροί μας δαίμονες δεν κοιμούνται και εργάζονται ακατάπαυστα να μας ρίξουν στις αμαρτίες και εξαιτίας αυτών και των παθών μας στα βάθη της κόλασης. Με άλλο τρόπο δεν μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε παρά μόνο με την προσευχή. Η ανάγνωση πνευματικών βιβλίων είναι καλή και ωφέλιμη η ανάγνωση ή παρακολούθηση των ακολουθιών της Εκκλησίας μας βοηθούν όσους έχουν τη δυνατότητα να τα κάνουν.

Για τους πολλούς όμως ένας τρόπος που μπορεί να αντικαταστήσει τους άλλους τρόπους προσευχής είναι με το κομποσχοίνι. Σε κάθε κόμπο επικαλείσαι το όνομα του Κυρίου Ιησού λέγοντας τη σύντομη ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με» ή απλώς « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με». Θα αρχίσεις με το : Δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν. Δόξα σοι ο Θεός, Βασιλεύ ουράνιε, Τρισάγιον, Παναγία Τριάς, Πάτερ ημών. Τον Ν’ ψαλμόν. Μια σύντομη αυτοσχέδια προσευχή μια φορά την ημέρα με σύντομη δοξολογία, ευχαριστία, εξομολόγηση, αίτηση αφέσεως των αμαρτιών σου, ενισχύσεως σου και των εν Χριστώ αδελφών σου στον αγώνα τον καλό, και προσευχή με κομποσχοίνι όπως παρακάτω:

Α’. Ο Εσπερινός με κομποσχοίνι ή με το ρολόι χωρίς κομποσχοίνι ( κομποσχοίνι των 300 κόμπων = τριακοσάρι, κομποσχοίνι των 100 κόμπων = εκαστοστάρι).

Τρία τρακοσάρια του Χριστού ή 15 λεπτά με το ρολόι.

Ένα τρακοσάρικο της Παναγίας ή 5 λεπτά με το ρολόι.

Ένα εκατοστάρι του Αγίου της ημέρας ή5 λεπτά με το ρολόι.

Ένα εκατοστάρι του Αγίου της Ενορίας ή 2 λεπτά με το ρολόι.

Ένα εκατοστάρι του Αγίου της εβδομάδος ή 2 λεπτά με το ρολόι.

Β’. Το Απόδειπνον, το ίδιο ως ο Εσπερινός με επιπλέον 2 τρακοσάρικα της Παναγίας ή 10 λεπτά με το ρολόι.

Γ’ Μεσονυκτικόν, τέσσερα τρακοσάρικα του Χριστού σε 15 λεπτά με το ρολόι και ένα τρακοσάρι της Παναγίας ή 5 λεπτά με το ρολόι.

Δ’. Όρθρος, εννέα τρακοσάρικα του Χριστού ή 1 ώρα με το ρολόι, τρία τρακοσάρικα της Παναγίας ή 15 λεπτά με το ρολόι. Από ένα εκατοστάρι του αγίου της ημέρας, της ενορίας και της εβδομάδος ως στον εσπερινό, ή από δύο λεπτά, και επιπλέον ένα τρακοσάρι των Αγίων Πάντων ή 5 λεπτά με το ρολόι.

Ε’. Θεία Μετάληψις, τέσσερα τρακοσάρικα του Χριστού ή 15 λεπτά. Ένα τρακοσάρικο της Παναγίας ή 5 λεπτά.

ΣΤ’. Παράκλησις στον Χριστό, την Παναγία ή σε Άγιο. Δύο τρακοσάρικα ή δέκα λεπτά.

Ζ’. Ώραι 1η, 3η, 6η και 9η, έξι τρακοσάρικα του Χριστού ή ½ ώρα, δύο τρακοσάρικα της Παναγίας ή 10 λεπτά.

Αν έχεις πολλή ελεύθερη ώρα ταξιδεύοντας στο λεωφορείο, ή οπουδήποτε βρίσκεσαι, αντί να πιάσεις κουβέντα με τον ένα ή τον άλλο, κοίταξε το ρολόι σου, κλείσου στον εαυτό σου και λέγε την ευχή όπως είπαμε πιο πάνω.

Με την συνήθεια, την ασταμάτητη προσοχή και την αδιάλειπτη προσευχή γίνεσαι δύσκολος στόχος του πονηρού. Μαζί με αυτά, η καλλιέργεια της αγάπης, της ευσπλαχνίας, της πίστης, της συμπόνοιας, της κατάνυξης, της αυτοκατηγορίας, της ελπίδας στον Θεό, της τακτικής εξομολόγησης και Θείας Κοινωνίας, αποκτάς ένα γερό οπλοστάσιο και καθιστάς τον εαυτό σου θωρακισμένο με την χάρη του Θεού και σχεδόν απρόσβλητον από τα θανατηφόρα βέλη του διαβόλου. Ο Κύριος είπε: «Άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Γι’ αυτό γνωρίζοντας την ασθένεια σου ταπεινώσου, και έχε εις τον Θεό την ελπίδα σου ίνα μη καταισχυνθής και δόξαζε κατά πάντα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας. Αμήν.

Στα κομποσχοίνια:

Του Χριστού λέμε: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με.

Της Παναγίας λέμε: Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με.

Του Αγίου της ημέρας: Άγιε… πρέσβευε υπέρ εμού.

Του Αγίου της ενορίας: Άγιε… πρέσβευε υπέρ εμού.

Του Αγίου της εβδομάδος: Άγιε… πρέσβευε υπέρ εμού.

*Δευτέρα: Άγιοι Αρχάγγελοι, πρεσβεύσατε υπέρ εμού.

Τρίτη: Βαπτιστά του Χριστού, πρέσβευε υπέρ εμού.

Τετάρτη και Παρασκευή: Σταυρέ του Χριστού, σώσον με τη δυνάμει σου.

Πέμπτη: Άγιοι Απόστολοι, πρεσβεύσατε υπέρ εμού και, Άγιε Νικόλαε, πρέσβευε υπέρ εμού.

Σάββατο: Άγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ εμού.

Κυριακή: Παναγία Τριάς (ο Θεός), ελέησον με.

Για τον Άγγελο Φύλακα: Άγιε Άγγελε μου, φύλαξε με.