Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017


My beloved spiritual children in Our Risen Lord and Our Only True God and Our Only True Savior,



   When a flower's stem is cut, it is abruptly severed from its support system-namely, the roots of the plant.  This is a shock to the flower's system.  Normally, a flower gets water and minerals from the soil through the roots.  Once the stem is cut, there is no way for the plant to get minerals from the soil.  Even though the flower is placed in water, it is not enough to feed the plant.  Without the necessary minerals and nutrients the flower will wilt with no water to help keep it upright, and the flower will die.

   Similarly, a person who cuts himself from our Lord and Savior Jesus Christ and His Church, inevitably, will. just as the cut flower, die spiritually.  The Church is a living, dynamic organism, the living Body of our Lord and Savior Jesus Christ.  It is the support system for all Christian believers.  In it, the believer, receives divine nourishment, the word of God, the Living Water, Christ.  Our Savior says clearly: "Abide in Me, and I in you.  As the branch cannot bear fruit of itself, unless it abides in the vine, neither can you, unless you abide in Me...If anyone does not abide in Me,  he is cast out as a branch and he is withered; and they gather them and throw them into the fire, and they are burned (St. John 15:4-6).  Life flows from the Vine to the branches, from Christ to the believers.

   Saint Porphyrios says that the true religion is based on our love of God, not on the form but on substance of this love.  He calls it Eros or love with passion.  He says when we have this kind of love for God we receive His Life-Giving grace.  We live in His Light.  Man, animals and plants, all need light to live and grow, without it there is only death.

   Through the Church we become united with the True Light, the Light of the world.  Through the Mysteries (Sacraments) Christ penetrates our inner being.  This includes the purification of Baptism, anointing of Holy Chrism, and our partaking of Him in Holy Communion.  Saint Nicholas Cabasilas says that it is by the medium of the Holy Mysteries that "Christ comes us to us and dwell in us; He is united to us and grows into one with us. 

   Humans, as well as, the animals and plants, need constant food to continue on living.  Jesus said to them, "I am the bread of life.  He who comes to Me shall never hunger, and he who believes in Me shall never thirst." "Those who eat my flesh and drink my blood have eternal life.  Jesus reemphasizes that He is the Bread of Life.  He makes it abundantly clear that He is the living bread come down from heaven.  He deepens the message and makes it more graphic saying the living bread is His flesh and unless we eat it and drink of His blood, we have no life in us.

   This Heavenly Bread, the Holy Eucharist,  can only be given in the Church.  There is no Eucharist outside the Church.  The Living Bread that bestows eternal life can be found only within the Church of Christ. 

   When one cuts himself from the Church, he or she, is destined to die spiritually.  There is life outside the Church, away from Christ.  Our support system is the Holy Church.  In it we find all the nourishment that we need to continue on living.  "Oh, taste and see that the Lord is good".  When we eat His Body and drink His Blood, we receive His divine life and abide in His salvation, receiving forgiveness, healing, transformation, and the power of the Holy Spirit.  It is also what binds us together one with another as the Church.  Saint Paul reminds us when he says, "We how are many are one body, for we all partake of the one bread" (1 Cor. 10:17).  The Holy Eucharist is thus the source of our common unity in Christ.

   There is no time to loose.  It is never too late to return home.  Our Lord awaits your return and so, are we.

We sincere and unconditional love for you,

+Father George

Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Πρέπει να συμμετέχουμε στις «Εορτές της Μητέρας», κτλ;

Νικόλαος Γεωργαντώνης


Χριστός Ανέστη!!!

Παρατηρείται σήμερα ότι κάθε μέρα είναι αφιερωμένη σε κάποια «εορτή» και να τρέχει όλος ο κόσμος να την «εορτάσει». Έτσι έχουμε την ημέρα κατά του Καρκίνου, της Γυναίκας, κατά της Βίας, την εορτή της μητέρας, κ.α.

Αν το δούμε με καθαρή, αγαθή πρόθεση, φαίνεται ότι έχουν ωραίο θέμα αυτές οι εορτές και ότι διακατέχονται από πραγματική αγάπη. Αλλά αν ρίξουμε μια πιο κοντινή ματιά, θα δούμε ότι αυτές οι εορτές δεν εναρμονίζονται καθόλου με την Ορθόδοξη Παράδοση μας. Λ.χ. η εορτή της Μητέρας, στην Ορθόδοξη Παράδοση μας, εορτάζεται με την εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου. Να σημειωθεί ότι είναι μεγάλο λάθος να θυμόμαστε μια εορτή μόνο κατά την ημέρα που εορτάζεται.

Το πνεύμα του Οικουμενισμού που διακατέχεται από το συγκρητιστικό πνεύμα, θέλει να αποδεσμεύσει τον Ορθόδοξο Χριστιανό από τη Παράδοση του και να δημιουργήσει μια νέα Παράδοση. Ουσιαστικά, μετέχοντας σε αυτές τις «εορτές», μετέχουμε στο όλο πνεύμα του Οικουμενισμού. Μας λέει ο Απ. Παύλος, «στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’επιστολής ημών[1] Δεν είναι καθόλου τυχαίος ο λόγος του Αποστόλου Παύλου γιατί η Παράδοση ενυπάρχει στην Αγ. Γραφή και το αντίστροφο. Για αυτό, μην υιοθετούμε ξένες παραδόσεις έτσι γιατί «φαίνονται ωραία» ή «ε, δεν βλάπτουν και σε τίποτα». Οι μικρές και ασήμαντες λεπτομέριες δημιουργούν τα μεγαλύτερα προβλήματα στη ζωή μας. Έχει εισέλθει τόσο πολύ η Δυτική (άθεη) σκέψη που δύσκολα καταλαβαίνουμε το Ορθόδοξο από το ξένο.

Ας μην ξεφεύγουμε από αυτά που διδαχθήκαμε. Να τα μελετάμε και να μεταλαμπαδεύουμε στις επόμενες γενεές, ανόθευτα. Το Φώς της Αναστάσεως να φωτίζει και να μας στηρίζει όλους! Αμήν!

[1] Πρ. Θεσσαλονίκης 2, 15

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017





Εν Πειραιεί τη 27η Απριλίου 2017




    Όπως και άλλοτε, σε παλαιότερη ανακοίνωσή μας, επισημάναμε, ένα από τα μεγαλύτερα εκκλησιολογικά και εορτολογικά προβλήματα που αντιμετώπισε η αρχαία Εκκλησία κατά την διάρκεια των τριών πρώτων αιώνων της ιστορίας της, ήταν το πρόβλημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα. Κατά την χρονική αυτή περίοδο δεν υπήρχε σ’ όλες τις τοπικές εκκλησίες γενική ομοιομορφία εορτασμού του, ως προς την ακριβή ημερομηνία. Μάλιστα κατά τον 2ο αιώνα η ασυμφωνία αυτή έλαβε σοβαρές διαστάσεις, που οδήγησε σε έριδα μεταξύ των εκκλησιών της Μικράς Ασίας και της Ρώμης επί των ημερών του επισκόπου Σμύρνης αγίου Πολυκάρπου, (168 μ. Χ. περίπου) και του Πάπα Ρώμης Ανικήτου, (155-166μ.Χ.). Οι Μικρασιάτες εόρταζαν το Πάσχα μαζί με το εβραϊκό στις 14 του εβραϊκού μήνα Νισάν, (ο μήνας Νισάν είχε διάρκεια 29 με 30 ημέρες και συμπίπτει την περίοδο μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου), και γι’ αυτό ονομάζονταν «Τεσσαρεσκαιδεκατήτες». Αντίθετα οι Ρωμαίοι εόρταζαν το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την εαρινή ισημερία. Επειδή λοιπόν υπήρχε κίνδυνος να δημιουργηθεί σχίσμα, μετέβη στη Ρώμη ο άγιος Πολύκαρπος περί το 154, για να συζητήσει το θέμα με τον Πάπα, ωστόσο δεν υπήρξε λύσις. Τη λύση έδωσε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325), η οποία καθόρισε συνοδικά και απόλυτα δεσμευτικά για όλες τις Εκκλησίες τον χρόνο κοινού εορτασμού της κορυφαίας αυτής εορτής. Όπως είναι γνωστό, ορίστηκε ως χρόνος εορτασμού, η πρώτη Κυριακή, μετά την πρώτη πανσέληνο, μετά την εαρινή ισημερία, με την απαραίτητη προϋπόθεση να έχει προηγηθεί ο εορτασμός του εβραϊκού Πάσχα. Ο 1ος Κανόνας της εν Αντιοχεία Συνόδου, (341), ο οποίος διασώζει το γράμμα και το πνεύμα του απολεσθέντος σχετικού Ιερού Κανόνος της Α΄ Οικουμενικής τονίζει ρητά την παραπάνω προϋπόθεση: το «(μη) μετά Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα». Στον μη συνεορτασμό του Πάσχα με τους Εβραίους αναφέρονται επίσης και οι «Διαταγές των Αποστόλων»: «Δει υμάς αδελφοί τους τω Χριστού εξηγορασμένους τιμίω αίματι, τας ημέρας του Πάσχα ακριβώς ποιείσθαι μετά πάσης επιμελείας μετά τροπήν ισημερινήν…μηκέτι παρατηρούμενοι μετά ιουδαίων εορτάζειν. Ουδεμία γαρ κοινωνία  ημίν νυν προς αυτούς…» (Ε΄ 17, ΒΕΠΕΣ 2,89).

Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από άρθρο στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», (9.4.2017), με τίτλο: «Η ΕΑΡΙΝΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ», του διακεκριμένου αστροφυσικού επιστήμονος κ. Δ. Σιμοπούλου, επ. Δ/ντού του Ευγενιδείου Πλανηταρίου. Σύμφωνα με τον κ. καθηγητή: «Στις 11 Απριλίου, τον ουρανό μας θα στολίσει η πρώτη εαρινή πανσέληνος, η πρώτη δηλαδή πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία. Γι’ αυτόν τον λόγο, άλλωστε, όλες οι χριστιανικές Εκκλησίες (περιλαμβανομένης φέτος και της Ορθοδόξου) την επόμενη Κυριακή θα γιορτάσουν το Πάσχα, αφού ακολουθούν τις εντολές της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συγκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 325 μ. Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας….». Στη συνέχεια παραθέτει απόσπασμα από σύγγραμμα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου, ο οποίος είχε επισημάνει ότι: «... αξιοσημείωτον τυγχάνει το γεγονός ότι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, θελήσασα να ορίση την ημέραν εορτασμού του Πάσχα, δεν ώρισε μήνας και ημέρας του Ιουλιανού Ημερολογίου, αλλ’ έθετο ως σταθεράν βάσιν του υπολογισμού την εαρινήν ισημερίαν, δηλ. ώρισε τα κατά τον εορτασμόν ουχί ημερομηνιακώς, αλλ’ αστρονομικώς, και τούτο διότι το κανονικώς ενδιαφέρον δεν είναι η ημερομηνία, αλλ’ η ισημερία». Και συνεχίζει: «Για να βρούμε επομένως την ημερομηνία της εορτής του Πάσχα ενός τυχόντος έτους, αρκεί να γνωρίζουμε ποια είναι η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου και στη συνέχεια να βρούμε την πρώτη Κυριακή που ακολουθεί μετά την πανσέληνο αυτή. Με άλλα λόγια, η διαφορά του εορτασμού του Πάσχα που συνήθως υπάρχει μεταξύ Ορθοδόξων και Δυτικών δεν αφορά κάποια δογματικά θέματα της χριστιανικής θρησκείας».

   Εδώ ο κ. καθηγητής δεν ακριβολογεί. Δεν είναι μόνον  η εαρινή ισημερία και η πανσέληνος, που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν, αλλά και ο μη συνεορτασμός του χριστιανικού με το εβραϊκό Πάσχα, όπως και  ο μη εορτασμός του χριστιανικού πριν από το εβραϊκό Πάσχα.

 Παρά κάτω κάνει λόγο για τον κύκλο του Μέτωνος και για την διαφορά εορτασμού του Πάσχα των Ορθοδόξων με το Πάσχα των παπικών: «Η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία, παρόλο που όπως είπαμε έχει αποδεχθεί από το 1924 το νέο Γρηγοριανό Ημερολόγιο για τις ακίνητες εορτές, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να χρησιμοποιεί το Ιουλιανό Ημερολόγιο αλλά και τον κύκλο του Μέτωνος για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Έτσι πολλές φορές, αντί να γιορτάζουμε το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης, εμείς το γιορτάζουμε μετά τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο. Μερικές φορές μάλιστα το γιορτάζουμε τη δεύτερη Κυριακή της δεύτερης πανσελήνου της άνοιξης, αντί της πρώτης Κυριακής μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο που όρισε η Σύνοδος της Νικαίας. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι και το γεγονός της διαφοράς που έχουν συνήθως στον εορτασμό του Πάσχα οι ανατολικές και δυτικές Εκκλησίες».

   Και στο σημείο αυτό πιστεύουμε, ότι δεν ακριβολογεί ο κ. καθηγητής. Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας εορτάζει το Άγιο Πάσχα με ακρίβεια, σύμφωνα με την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, προσαρμοσμένο στο Ιουλιανό ημερολόγιο, μετά την απαράδεκτη ημερολογιακή αλλαγή του 1924. Το πασχάλιο έμεινε ανέγγιχτο, διότι εάν εθίγετο, όχι απλά θα δημιουργούσε εορτολογική διάσπαση και στις κινητές εορτές, αλλά και θα παρέβαινε την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής. Αντίθετα η Δύση κατά τον 16ον αιώνα, (1582), επί Πάπα Γρηγορίου του ΙΓ΄ υιοθέτησε το νέο ημερολόγιο, (το Γρηγοριανό), το οποίο αντικατέστησε το λανθασμένο Ιουλιανό, ως προς την εαρινή ισημερία. Σύμφωνα με το Ιουλιανό, η εαρινή ισημερία μετατοπιζόταν κατά μία μέρα κάθε 128 χρόνια, γεγονός μη επιθυμητό, ενώ σύμφωνα με το Γρηγοριανό, η εαρινή ισημερία μετατοπίζεται μόλις μία ημέρα κάθε 3.300 χρόνια. Οι Ρωμαιοκαθολικοί όμως μαζί με την αλλαγή του ημερολογίου συμμετέβαλαν και τον Πασχάλιο Κανόνα, κατά τρόπον, που αντιβαίνει προς τον σχετικό Κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Και τούτο διότι έκτοτε έπαυσαν να παρακολουθούν το εβραϊκό Πάσχα. Εορτάζουν μεν το Πάσχα κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, χωρίς όμως να λαμβάνουν υπ’ όψιν, αν έχει προηγηθεί ο εορτασμός του εβραϊκού Πάσχα. Επειδή δε οι μεταγενέστεροι Ραβίνοι έχουν αλλάξει επίσης το παλαιό εβραϊκό πασχάλιο, το αποτέλεσμα είναι ότι συχνά το Πάσχα των Λατίνων να προηγείται του εβραϊκού, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τον όρο της Α΄ Οικουμενικής, ο οποίος προβλέπει να εορτάζεται το Πάσχα των χριστιανών πάντοτε μετά το εβραϊκό.

   Βεβαίως γνωρίζουμε, ότι υπάρχει πρόβλημα με το λανθασμένο Ιουλιανό, ημερολόγιο, όπως και με το πρόβλημα λόγω του κύκλου του Μέτωνος. Ωστόσο για μας τους Ορθοδόξους προέχει, σε σχέση με την ημερολογιακή ακρίβεια, η εορτολογική ενότητα όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, έστω στις κινητές εορτές και βέβαια στο Πάσχα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προτιμά χάριν της ενότητος και της πιστής τηρήσεως των ιερών συνοδικών θεσπισμάτων να εορτάζομε το Πάσχα έστω και με εσφαλμένη χρονολογία: «Πανταχού τη Εκκλησία μετ’ ακριβείας επόμεθα, την αγάπην και την ειρήνην προτιμώντες απάντων. Ει γαρ και εσφάλετο η Εκκλησία, ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ήν, όσον έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος τούτου …Ουδέ γαρ η Εκκλησία χρόνων ακρίβειαν οίδεν. Αλλ’ επειδή παρά την αρχήν πάσιν έδοξε τοις πατράσι διηρημένοις ομού συνελθείν και ταύτην ορίσαι την ημέραν, την συμφωνίαν πανταχού τιμώσα και την ομόνοιαν αγαπώσα, κατεδείξατο το επιταχθέν» (Εις τους τα πρώτα Πάσχα νηστεύοντας, PG 48,870-872).

   Η αλλαγή του ημερολογίου από τους παπικούς και η συνεπακόλουθη αλλαγή του Πασχαλίου έφερε, κατά θεία οικονομία, και ένα θετικό αποτέλεσμα: Το να μην συνεορτάζουμε οι Ορθόδοξοι το Πάσχα τις περισσότερες φορές με τους Παπικούς την ίδια ήμερα. Αυτός ο μη κοινός συνεορτασμός έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με τους Ιερούς Κανόνες και τους αγίους Πατέρες, οι οποίοι καθώς απαγόρευαν τις συμπροσευχές με αιρετικούς, κατά μείζονα λόγον απαγόρευαν κάθε εορτολογική (επι)κοινωνία με τους αιρετικούς και επομένως κοινό συνεορτασμό του Πάσχα. Ο απαράβατος δηλαδή όρος της Α΄ Οικουμενικής: το «(μη) μετά Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα», ισοδυναμεί με το ιεροκανονικό και αγιοπατερικό παράγγελμα: «μη μετά αιρετικών-ετεροδόξων επιτελείν το Πάσχα».

  Τα όσα αναφέραμε παρά πάνω, ασφαλώς δεν σημαίνουν ότι αμφισβητούμε την επιστημονική- αστρονομική εγκυρότητα των παρατηρήσεων του κ. καθηγητή. Απλώς ο κ. καθηγητής είδε το θέμα μόνον από αυστηρή επιστημονική σκοπιά, ενώ το θέμα έχει και την εκκλησιολογική του διάσταση, την οποία φυσικό είναι  να μην γνωρίζει ο κ. καθηγητής, η οποία όμως, (εκκλησιολογική διάσταση), είναι πολύ ουσιώδης, σύμφωνα με όσα επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως είδαμε προηγουμένως.

   Κλείνοντας, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή του πιστού λαού του Θεού, όταν διαβάζουν παρόμοια δημοσιεύματα, τα οποία συχνά δεν απηχούν τη γνώμη της Εκκλησίας, επειδή εξετάζουν τα πράγματα με μια μονομέρεια, να καταφεύγουν στην Εκκλησία. Η αγία μας Εκκλησία, δια των θεοφόρων Πατέρων, έχει λύσει τα προβλήματα αυτά και ακολουθεί όχι τις υποδείξεις του κάθε επιστήμονος, αλλά το συμφέρον της σωτηρίας του εκκλησιαστικού πληρώματος. Υπέρτατος σκοπός και έργο της Εκκλησίας δεν είναι η διακονία της επιστήμης και της ιστορίας, (τις οποίες σέβεται απόλυτα), αλλά η διακονία της σωτηρίας των ανθρώπων, η οποία θα πρέπει να είναι και το ζητούμενο από όλους μας. Εν προκειμένω, ο εορτασμός του Πάσχα είναι για μας ο εορτασμός των επινικίων του θανάτου μας, του θανάτου της αμαρτίας και του παλαιού ανθρώπου, με τον θάνατο του Κυρίου μας και ο εγκαινιασμός της νέας βιωτής μας, η οποία καταυγάζεται από το ανέσπερο φως της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και επιμένει η Εκκλησία μας να μας δείξει την αβυσσαλέα διαφορά του δικού μας Πάσχα με το εβραϊκό, το οποίο είναι μια μακρινή ανάμνηση μιας ενθετικής απελευθέρωσης, σκιά και αχνή προτύπωση  του  δικού μας αιωνίου  και κοσμοσωτηρίου χριστιανικού Πάσχα.


Εκ του Γραφείου επί τω Αιρέσεων και των Παραθρησκειών









Εν Πειραιεί τη 24η Απριλίου 2017




   Είναι πράγματι ενδεικτικό της σύγχρονης ακαδημαϊκής θεολογίας να  επιχειρεί να πρωτοτυπήσει, ακροβατώντας και να χαράξει δικούς της δρόμους, με σκοπό να γίνει αρεστή στον σύγχρονο αποστατημένο άνθρωπο. Είχε απόλυτο δίκαιο ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όταν έλεγε ότι είναι πολύ επικίνδυνο να καταπιάνεται ο καθένας με θέματα θεολογικά και να επιχειρεί να θεολογήσει, χωρίς προηγουμένως να έχει απεκδυθεί τον παλαιόν άνθρωπον. Το θεολογείν ανήκει στους αγίους της Εκκλησίας μας, οι οποίοι πέρασαν από την κάθαρση στον φωτισμό και από τον φωτισμό στην θέωση. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι μπορούμε να θεολογούμε, είτε στον χώρο του δόγματος, είτε στον χώρο του ήθους και της ζωής της Εκκλησίας, εφ’ όσον ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες μας. Η θεολογία δεν είναι ανθρώπινη ανακάλυψη, αλλά αποκάλυψη Θεού. Και ό, τι αποκαλύπτει ο Θεός είναι πλήρες και τέλειο, μη επιδεχόμενο προσθήκες, ή αφαιρέσεις, ή βελτιώσεις.

   Αυτές τις μεγάλες αλήθειες φαίνεται να μην έχουν συνειδητοποιήσει επαρκώς κάποιοι σύγχρονοι ακαδημαϊκοί θεολόγοι οι οποίοι, επιχειρούν να πρωτοτυπήσουν και να θεολογήσουν με μοναδικό εφόδιο την σκέψη τους. Το αποτέλεσμα είναι ο λόγος τους να έχει κενά, ασάφειες, ή εκφράσεις, που μπορούν εύκολα να παρερμηνευτούν, ή τέλος, το χειρότερο, να επιχειρούν να υπερβούν τους Πατέρες, να τους περιθωριοποιήσουν ως αναχρονιστικούς.

   Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από πρόσφατο δημοσίευμα του περιοδικού «Σχεδία» (αριθμ.21,1-4-2017), με τίτλο: «Ο Χριστός είναι ο μέγας ερωτικός». Πρόκειται για συνέντευξη του καθηγητή της Δογματικής στο Α.Π.Θ. κ. Χρυσόστομου Σταμούλη στον δημοσιογράφο κ. Σπύρο Ζωνάκη.

    Ο υπότιτλος του άρθρου δίνει το «στίγμα» του πλαισίου μέσα στο οποίο κινείται η όλη συνέντευξη: «Την ανάγκη για έναν χριστιανισμό που θα επανασυνδεθεί με τη χαμένη του ερωτικότητα και επιθυμία για ζωή». Κεντρική και κυρίαρχη ιδέα που διαποτίζει το άρθρο σχεδόν από την αρχή ως το τέλος είναι «η στάση της Ορθόδοξης θεολογίας αλλά και της Εκκλησίας απέναντι στα θεμελιακά θέματα του έρωτα, της σεξουαλικότητας, της επιθυμίας και των ηδονών». Η στάση αυτή κατά την άποψη του κ. καθηγητή δεν ήταν η αρμόζουσα, γι’ αυτό και «αποτελεί σήμερα την αχίλλειο πτέρνα της Ορθοδοξίας». Κατά τον καθηγητή, «ο έρωτας ενοχοποιήθηκε και δαιμονοποιήθηκε. Θεωρήθηκε, ίσως, το μεγαλύτερο πρόβλημα, ο μεγαλύτερος εχθρός του Χριστιανισμού. Συνδέθηκε, χαρακτηριστικά, η αγιότητα αποκλειστικά με την παρθενία. Αντίληψη και πρακτική που πέρα από τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων να αποδείξουν τους «εξωγήινους»  έγγαμους αγίους – τούτη τη μύγα μες το γάλα – δεν έχασε την έντασή της ούτε στιγμή, καθώς συνεχίζει να κυριαρχεί και σήμερα στο χώρο της Εκκλησίας. Παράλληλα, μοναδικός σκοπός της συζυγικής σεξουαλικότητας, αποτέλεσε η τεκνογονία και η σωφροσύνη και όχι η ηδονική κοινωνία, ‘η αναγνώριση’ του προσώπου, ο έρωτας, που σε κάθε περίπτωση θεωρήθηκε αμαρτία».

  Από την παρά πάνω παράγραφο, αλλά και από την όλη μελέτη του άρθρου, διαπιστώνουμε κάποια βασικά κενά και  ασάφειες: Ένα πρώτο κενό είναι ότι ολόκληρη η συνέντευξη περιστρέφεται γύρω από τον ανθρώπινο έρωτα, ενώ δεν γίνεται κανένας λόγος για τον θείο έρωτα, τον έρωτα του νυμφίου της Εκκλησίας, Κυρίου μας Ιησού Χριστού με την κάθε μια ψυχή. Επίσης γίνεται λόγος για έρωτα, σεξουαλικότητα, επιθυμία και ηδονές, γενικά και αόριστα χωρίς να γίνεται μια βασική διασάφηση και διάκριση μεταξύ των ερωτικών σχέσεων ανδρός και γυναικός μέσα στο χώρο του γάμου, που είναι ευλογημένες από τον Θεό και των παρανόμων, έξω από τα όρια του γάμου, που συνιστούν το σοβαρό σαρκικό αμάρτημα της πορνείας, ή της μοιχείας.  Επίσης γίνεται λόγος για επιθυμία ζωής, χωρίς να διασαφηνίζεται, αν πρόκειται για την εν Χριστώ ζωή, που είναι η αληθινή ζωή, που δεν διακόπτεται από τον βιολογικό θάνατο, ή αν πρόκειται για την βιολογική σαρκική ζωή.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Κατ’ αρχήν ο έρωτας, η αγαπητική ορμή του ανθρώπου, δεν αποτελεί αρνητικό στοιχείο, που πρέπει να εξαφανιστεί κάτω από το τέλμα κάποιας στωικής απάθειας. Μια τέτοια αντίληψη δεν αποτελεί διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής κ. Γ. Μαντζαρίδης, (Χριστιανική Ηθική, σελ.322-330), ο έρωτας, σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας είναι η ενοποιός εκείνη δύναμη, που συντελεί στην ανασύνδεση της διεσπασμένης ανθρωπίνης φύσεως και στην επαναφορά της σε κοινωνία με τον Θεό.  Κατά τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη: «τον έρωτα, είτε θείον, είτε αγγελικόν, είτε νοερόν, είτε ψυχικόν, είτε φυσικόν είποιμεν, ενωτικήν τινα και συγκρατικήν εννοήσωμεν δύναμιν…», (Περί θείων ονομάτων 4,15,PG 3,713 Α). Ο έρωτας κινείται σε δύο κατευθύνσεις, την κατακόρυφη και την οριζόντια και εκφράζεται, είτε ως θείος έρωτας, είτε ως φυσική έλξη και ένωση ανδρός και γυναικός μέσα στα πλαίσια του γάμου. Και στις δύο περιπτώσεις ο έρωτας οδηγεί σε προσωπική ανάκραση με το αγαπώμενο πρόσωπο, σε υπέρβαση του εγώ και κοινωνία με το εσύ. Ο θείος έρωτας, αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο στη ζωή της Εκκλησίας, διότι στην αντίθετη περίπτωση, θα είχε καταλυθεί η ίδια η Εκκλησία, αφού από τη φύση της είναι «ερωτική» και ο σκοπός της υπάρξεώς της είναι η αγαπητική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά την ιερότερη και κατανυκτικότερη εορτολογική περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η κεφαλή Της, ο Χριστός, λατρεύεται ως Νυμφίος, ως μανικά ερωτευμένος Γαμπρός, με την ψυχή του κάθε ανθρώπου. «Ο έχων την νύμφην νυμφίος εστίν· ο δε φίλος του νυμφίου, ο εστηκώς και ακούων αυτού, χαρά χαίρει δια την φωνήν του νυμφίου» (Ιω.3,29), σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.

  Στο ανθρώπινο επίπεδο η φυσική ένωση ανδρός και γυναικός αποτελεί μέγα μυστήριο, το μυστήριο του γάμου, που ανάγεται στο μυστήριο της ενώσεως του Χριστού με την Εκκλησία, (βλ.Εφ.5,32). Η αντίληψη ότι «μοναδικός σκοπός της συζυγικής σεξουαλικότητας αποτέλεσε η τεκνογονία και η σωφροσύνη και όχι η ηδονική κοινωνία, ‘η αναγνώριση’ του προσώπου, ο έρωτας, που σε κάθε περίπτωση θεωρήθηκε αμαρτία», δεν αποτελεί διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σημειώνει, ότι ο γάμος δόθηκε στον άνθρωπο και για την παιδοποιΐα, «πολλώ δε πλέον υπέρ του σβέσαι την της φύσεως πύρωσιν», (Περί παρθενίας,19, PG 48,547). Για να στηρίξει την θέση του αυτή επικαλείται τον απόστολο Παύλο: «Και μάρτυς μου ο Παύλος λέγων ‘διά δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω. Ου δια τας παιδοποιΐας. Και πάλιν επί το αυτό συνέρχεσθαι κελεύει, ουχ ίνα πατέρες γένονται παίδων πολλών, αλλά τι; ‘Ίνα μη πειράζει υμάς ο σατανάς’», (Περί παρθενίας,19, PG 48,547). Βέβαια είναι γεγονός ότι μέσα στον χώρο της Εκκλησίας εμφανίστηκαν εκρατητικές τάσεις και ακραίες θέσεις, όμως αυτές δεν αποτέλεσαν διδασκαλία της Εκκλησίας μας.

  Πέραν αυτών ο γάμος δεν δόθηκε μόνον για την παιδοποιΐα και την κατάσβεση της πυρώσεως, αλλά και για την εν Χριστώ τελείωση των συζύγων. Για την ανύψωσή των από το κατά φύσιν στο υπέρ φύσιν, που είναι ο κοινός στόχος όλων, και των εγγάμων και των αγάμων. Οι σύζυγοι οφείλουν να προχωρούν διαρκώς από τα σωματικά προς τα πνευματικά και να προκόπτουν στην αρετή, μέχρις ότου γευθούν το θείον έρωτα με τον επουράνιο νυμφίο Χριστό, ο οποίος είναι ασυγκρίτως ανώτερος από τον σαρκικό. Οπότε αν γευθούν τον θείον έρωτα, εύκολα μετά θα καταφρονήσουν και τον επίγειο, ο οποίος εξ’ άλλου με την πάροδο του χρόνου σιγά σιγά μαραίνεται και σβήνει.

   Ενώ όμως το μυστήριο του γάμου αποτελεί «μέγα μυστήριο», δεν συμβαίνει το ίδιο με την πορνεία και την μοιχεία. Η πορνεία ως εκούσια σωματική ένωση ανδρός και γυναικός χωρίς την προϋπόθεση του μυστηρίου του γάμου, μεταβάλλει τις πιο προσωπικές σχέσεις των δύο φύλων σε απλό μέσο αισθησιακής απολαύσεως, ενώ στη μοιχεία έχουμε επί πλέον καταπάτηση και βεβήλωση του ιερού μυστηρίου του γάμου, (βλ. Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία εις την Α  Κορινθίους, 19,3 PG 61,154-5). Και στις δύο περιπτώσεις προσβάλλεται η αγαπητική δύναμη του ανθρώπου και διαστρέφεται σε παρά φύσιν ενέργεια. Παραδόξως ο κ. καθηγητής δεν κάνει κανένα λόγο ούτε για την πνευματική διάσταση του γάμου, που είναι ουσιαστική μέσα στη συζυγική ζωή, ούτε επίσης ομιλεί για την πορνεία και την μοιχεία, που αποτελούν διαστροφές του ιερού μυστηρίου του γάμου. Εφ’ όσον ομίλησε για έρωτα και σεξουαλικότητα, έπρεπε οπωσδήποτε να αναφερθεί στα παρά πάνω θέματα. Η γενική και αόριστη αναφορά στον έρωτα είναι επόμενο να δημιουργεί στον αναγνώστη συγχύσεις και παρεξηγήσεις.

  Αναφέρει επίσης ότι μέσα στον χώρο της Εκκλησίας «συνδέθηκε, χαρακτηριστικά, η αγιότητα αποκλειστικά με την παρθενία». Η αντίληψη αυτή είναι πέρα για πέρα εσφαλμένη. Έχουμε πολλά παραδείγματα αγίων που ήταν έγγαμοι. Αναφέρουμε μερικά: Ο άγιος Ιωσήφ ο πάγκαλος, ο άγιος προφήτης Μωϋσής, ο άγιος Ιωσήφ ο μνήστωρ και προστάτης της Θεοτόκου, οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα, Ζαχαρίας και Ελισάβετ, Ακύλας και Πρίσκιλλα, Ανδρόνικος και Ιουνία, ο άγιος Σπυρίδων, επίσκοπος Τριμυθούντος, ο άγιος Λουκάς ο ιατρός, επίσκοπος Συμφερουπόλεως κ.α. Η Εκκλησία επισημαίνοντας την υπεροχή της Παρθενίας απέναντι στο γάμο, δεν μειώνει την αξία του γάμου. Η αναγνώριση της αξίας του γάμου εξαίρει την υπεροχή της παρθενίας, ενώ αντίθετα η περιφρόνηση του γάμου προσβάλλει και το μεγαλείο της παρθενίας. Σχετικά με το θέμα αυτό παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Ουδέ γαρ αν ην τι μέγα η παρθενία, μη καλού καλλίων τυγχάνουσα», (Λόγος 37,10, PG36,293BC). Επίσης ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Καλόν ο γάμος και δια τούτο η παρθενία θαυμαστόν, ότι καλού κρείττον εστίν», (Περί παρθενίας,10, PG 48,540).

   Μεγάλη ασάφεια παρουσιάζει και η φράση «επιθυμία για ζωή». Δεν διασαφηνίζεται, αν πρόκειται για την εν Χριστώ ζωή, η για την βιολογική την πρόσκαιρη ζωή. Μέσα στην εν Χριστώ ζωή λυτρώνεται ο άνθρωπος από τον πνευματικό θάνατο της αμαρτίας και βρίσκει την όντως ζωή: «εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» (Ιω.10,10). «Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιω.11,26). «Ούτως υψωθήναι δει τον υιόν του ανθρώπου, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ χζωήν αιώνιον» (Ιω.3,14-15). κ.α. Ίσως εννοεί ο κ. Καθηγητής ως «επιθυμία για ζωή», την κοσμική ζωή. Τη ζωή των γηίνων και υλικών απολαύσεων, όπως την εννοεί ο κόσμος, ο οποίος λέει: «να ζήσω τη ζωή μου». Όμως είναι αυτή η όντως ζωή, με την οποία θα πρέπει να επανασυνδεθεί ο Χριστιανισμός;          

   Κλείνοντας, παρακαλούμε τον κ. καθηγητή, τον οποίο τιμούμε και σεβόμαστε, να είναι πιο συγκεκριμένος στις εκφράσεις του και να μην ταυτίζει την Εκκλησία με τις όποιες παρεκτροπές των μελών Της. Εφ’ όσον καταπιάστηκε με το λεπτό θέμα του έρωτα και της σεξουαλικότητας, νομίζουμε, ότι θα έπρεπε να το δει και να το αναπτύξει (και μάλιστα ως καθηγητής της Δογματικής που είναι), σφαιρικά και από όλες τις πλευρές του, για να προλάβει συγχύσεις και παρανοήσεις.


Εκ του Γραφείου επί τω Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017






Εν Πειραιεί τη 30η Μαρτίου 2017





     Η παναίρεση του Οικουμενισμού, το δαιμονικό αυτό κατασκεύασμα των εσχάτων χρόνων, ο τελευταίος πρόδρομος του Αντιχρίστου, κατά τον αείμνηστο π. Αθανάσιο Μυτιληναίο, μεταχειρίζεται απίστευτα τεχνάσματα και μεθοδεύσεις, προκειμένου να επικρατήσει. Με στόχο να παραπλανήσει, άλλοτε καταφεύγει σε διαστροφή ιστορικών γεγονότων, (βλέπε προσπάθεια παρουσιάσεως του Σχίσματος Ανατολής και Δύσεως ως οφειλόμενο σε ανθρώπινες εμπάθειες και μίση, ή σε πολιτικούς λόγους και πάντως όχι σε δογματικές πλάνες των Δυτικών). Άλλοτε καταφεύγει σε προβολή ορισμένων λόγων αγίων και σε αποσιώπηση άλλων λόγων των, (βλέπε λόγους του αγίου Μάρκου του Ευγενικού προ της ενάρξεως της Ψευδοσυνόδου Φεράρας -Φλωρεντίας και άλλους λόγους του μετά την λήξη της). Άλλοτε σε επινόηση να δοθεί ειδική ερμηνεία σε δογματικές αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης, (βλέπε προσπάθεια των οικουμενιστών να ερμηνεύσουν τον όρο «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, ως δήθεν τεχνικό όρο). Άλλοτε σε προσπάθεια να παρουσιαστεί η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης ως Ορθόδοξη και ως λαβούσα δήθεν Ορθόδοξες αποφάσεις, (βλέπε πρόσφατο ανακοινωθέν «Προς τον λαό» της Δ.Ι.Σ.). Ενώ άλλοτε επιχειρεί  να διαστρέψει λόγους αγίων και να τους παρουσιάσει ως έχοντες δήθεν οικουμενιστικές ιδέες και αντιλήψεις και ως προωθούντες τον Οικουμενισμό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση θα πρέπει να εντάξουμε την προσπάθεια κάποιων οικουμενιστών να διαστρεβλώσουν ορισμένους λόγους και πράξεις των νεοφανών αγίων της Εκκλησίας μας, Πορφυρίου και Παΐσίου, προκειμένου να τους παρουσιάσουν ως «οικουμενιστές» και ως επευλογούντες την αίρεση.

    Στις γραμμές που ακολουθούν, θα αναφερθούμε σε μια τέτοια περίπτωση, που αφορά συγκεκριμένα τον άγιο Πορφύριο. Με βάση έγκυρες πληροφορίες που λάβαμε στο Γραφείο μας, τα τελευταία χρόνια ιδρύθηκε κάποιο σωματείο με την επωνυμία «ΕΛΑΙΑ Α.Μ.Κ.Ε.», με έδρα τον Πειραιά, (οδός Πατριάρχου Ιωακείμ 39, τ. κ. 18539). Ως πρόεδρος φέρεται ο αγιορείτης ιερομόναχος π. Γεώργιος Αλευράς ο Καυσοκαλυβίτης. Από πληροφορίες που συλλέξαμε, σκοπός του σωματείου είναι η εθνική, ηθική και κοινωνική εξύψωση της χειμαζόμενης από την τελευταία κρίση Πατρίδος μας. Μάλιστα προβάλλεται ως πρότυπο πορείας της πολιτείας μας η μορφή και το έργο του αειμνήστου πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια. Για το σκοπό αυτό το σωματείο εξέδωσε και πολυτελή τόμο με τίτλο «Ο Άγιος της Πολιτικής», με σπάνιο αρχειακό υλικό για τον πρόωρα αδικοχαμένο πολιτικό, με συγγραφέα τον κ. Ιωάννη Κορνιλάκη, διευθύνοντα σύμβουλο του σωματείου.

     Μέχρις εδώ όλα καλά και επαινετά. Ωστόσο το εν λόγω σωματείο φαίνεται ότι δεν αρκείται στην πατριωτική του δράση, αλλά επεκτείνει τις δραστηριότητές του και σε εκκλησιαστικά θέματα. Όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του ως άνω βιβλίου, στις σελίδες του προβάλλονται με κατάλληλο και έντεχνο τρόπο παράλληλα με το πρόσωπο και το έργο του Ιωάννου Καποδίστρια και οικουμενιστικές θέσεις, που δεν έχουν καμιά σχέση με τον μεγάλο πολιτικό ηγέτη της πατρίδος μας. Γίνεται λόγος για την άρση των αναθεμάτων το 1965, προβάλλεται η γνωστή φράση, «ίνα ώσιν εν»,η οποία  χρησιμοποιείται για να στηριχθεί την οικουμενιστική ιδεολογία, παρατίθενται λόγοι του Πάπα Βενεδίκτου του 16ου περί ενότητος των «Εκκλησιών», γίνεται λόγος περί διεσπασμένης Εκκλησίας κλπ. Τέλος παραθέτουν πολλές εικόνες αναγεννησιακής τεχνοτροπίας, μεταξύ των οποίων και μία με τίτλο: «Παναγία ίνα ώσιν εν, η Πατριώτισσα». Στην εικόνα αυτή απεικονίζεται η Θεοτόκος σε στάση δέησης, να κρατάει στα δύο χέρια της δύο ομοιώματα ναών, την Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως και τον Άγιο Πέτρο Ρώμης, που συμβολίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία και την Ρωμαιοκαθολική «Εκκλησία», τον Παπισμό. Αναμφίβολα το ομοίωμα του ναού παραπέμπει στην  έννοια της Εκκλησίας και ως εκ τούτου η παράσταση παραπέμπει στην αποδοχή, ότι η παπική θρησκευτική κοινότητα είναι αληθής Εκκλησία, ισότιμη με την Ορθόδοξη! Στα σπλάγχνα της Παναγίας εικονίζεται μέσα σε κύκλο ο χάρτης της Ελλάδος με τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Πάνω από την Παναγία εικονίζεται ο Χριστός σε στάση ευλογίας και πάνω από τον Χριστό η φράση «ίνα ώσιν εν». Δεξιά και αριστερά της εικόνος εικονίζονται οι άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος, οι άγιοι αρχάγγελοι  Μιχαήλ και Γαβριήλ, ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο άγιος προφήτης Ηλίας. Η όλη παράσταση θέλει να διακηρύξει την θερμή δέηση της Θεοτόκου προς τον ύπερθεν αυτής εικονιζόμενο Υιό της για την «ένωση των Εκκλησιών» Ορθοδοξίας και Παπισμού, ενώ ο Χριστός ευλογεί την εν λόγω οικουμενιστικού τύπου ένωση με βάση τους λόγους του «ίνα ώσιν εν», κατά την αρχιερατική του προσευχή.

    Το ότι αποδίδεται οικουμενιστικού τύπου ερμηνεία στη περιλάλητη φράση «ίνα ώσιν εν», αποδεικνύεται από ορισμένα αποσπάσματα του βιβλίου. Στη σελίδα 186 ο συγγραφέας γράφει: «Εκατόν τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα, [από την επιστολή που έστειλε ο Καποδίστριας προς τον τότε Πάπα της Ρώμης] και συγκεκριμένα στις 7 Δεκέμβρη 1965 με το νέο ημερολόγιο, Ανατολή και Δύση Κωνσταντινούπολη και Ρώμη, Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και Ρωμαιοκαθολική, Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και Πάπας Παύλος ΣΤ΄  κάνουν το πρώτο βήμα προς το ευαγγελικό, ίνα ώσιν εν, αίροντες τα ένθεν κακείθεν αναθέματα των δύο εκκλησιών από το 1054». Παρά κάτω στη σελίδα 691 γράφει: «Αποκορύφωμα εχθρότητας, αντιπαλότητας, διάσπασης και διαχωρισμού υπήρξε το σχίσμα Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής το 1054. Ο συμβολισμός του τρομαχτικός. Διάσπαση του χριστιανικού δόγματος, διάσπαση της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, διάσπαση Αυτού του ίδιου του σώματος του Χριστού».

     Στο σημείο αυτό θεωρούμε αναγκαίο, να κάνουμε ένα σύντομοσχόλιο γύρω από την Ορθόδοξη ερμηνεία της φράσεως «ίνα ώσιν εν», επειδή η φράση αυτή έχει κακοποιηθεί βάναυσα από τους οικουμενιστές, οι οποίοι την χρησιμοποιούν κατά κόρον, για να δηλώσουν, ότι αυτή δήθεν αναφέρεται στην μελλοντική ενότητα των εκκλησιών και ότι ο Χριστός προανήγγειλε ότι όλες οι χριστιανικές ομολογίες θα αποκτήσουν στο μέλλον ενότητα μεταξύ τους και θα αποτελέσουν τη «Μία» εκκλησία, υπονοώντας, ότι η Εκκλησία τώρα είναι διεσπασμένη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το χωρίο αυτό παρατηρεί: «Ίνα ώσιν εν, καθώς συ, Πάτερ, εν εμοί, και εγώ εν σοι [...] Τι είναι, λοιπόν, το ‘Εν ημίν’; Στην πίστη προς εμάς. Επειδή βέβαια τίποτε δεν σκανδαλίζει όλους, όσο η διάσπαση, αυτό κατασκευάζει, ώστε να γίνουν ένα. Τι, λοιπόν; Το κατόρθωσε αυτό, λέγουν; Και πάρα πολύ το κατόρθωσε. Διότι, όλοι όσοι πίστευσαν μέσω των Αποστόλων είναι ένα, μολονότι κάποιοι από αυτούς αποσπάστηκαν [...]», (Ε.Π.Ε.14,594). Δηλαδή η αίτηση του Κυρίου προς τον Θεόν Πατέρα «ίνα πάντες εν ώσιν» εκπληρώνεται ήδη εντός της Μιας Ορθοδόξου Εκκλησίας, διά της ταυτότητος της Ορθοδόξου Πίστεως πάντων. Η ενότητα εντός της Εκκλησίας δεν είναι κάτι το ζητούμενο, αλλά είναι δεδομένη, είναι μια πραγματικότητα που υφίσταται. Δεν υφίσταται εκκρεμότητα ως προς την ενότητα, αλλ’ εκείνο που εκκρεμεί είναι η υπό των ετεροδόξων αποδοχή της μόνης αληθούς Ορθοδόξου Πίστεως. Κατά τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο η φράση «ίνα πάντες εν ώσιν» «συνδέεται αναπόσπαστα με άλλες φράσεις, όπως ‘καθώς συ, πάτερ, εν εμοίκαγώ εν σοι’, (Ιω.17, 21) και τη φράση ‘εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν’, (Ιω.17, 23) και επίσης την άλλη φράση ‘ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι’, (Ιω.17, 24). Και σαφώς, εδώ, ο Χριστός αναφέρεται στην ενότητα των Αποστόλων κατά θεωρίαν της δόξης του Θεού, την θέα του ακτίστου Φωτός, που έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής, γιατί ακριβώς τότε οι Απόστολοι απέκτησαν και ενότητα ουσιαστική μεταξύ τους. Επομένως όσοι εκ των Αγίων μέσα στην ιστορία φθάνουν στη θέωση και στη θεωρία του ακτίστου Φωτός, αποκτούν ενότητα με τους Αποστόλους, έχουν την ίδια πίστη με αυτούς και εφαρμόζεται το χωρίο αυτό, του Χριστού, ‘ίνα ώσιν εν’», («Ο Οικουμενισμός στην πράξη, ήτοι την θεολογία και την άσκηση», στον Συλλογικό τόμο «Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις», Εκδ. Θεοδρομία, τομ. Β΄, σελ. 787). Επίσης η φράση «ίνα ώσιν εν» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με όσα προηγουμένως είπε ο Κύριος στον παραβολικό λόγο του περί της αμπέλου και των κλημάτων, τα οποίααποκόπτονται από την άμπελο. Τα κλήματα τα οποία δεν φέρουν «καρπόν» αληθούς Ορθοδόξου πίστεως και αγιοπνευματικής ζωής είναι οι αιρετικοί, οι οποίοι «αίρονται», αποκόπτονται από  τον αμπελουργό Πατέρα, και παύουν να αποτελούν κλήματα της νοητής αμπέλου, της Εκκλησίας, παύουν δηλαδή να αποτελούν μέλη της Εκκλησίας. Επομένως το «ίνα ώσιν εν»,  που λέει παρά κάτω ο Κύριος, δεν αφορά τα αποκοπέντα κλήματα. Δηλαδή σε καμιά περίπτωση δεν προσεύχεται ο Κύριος, να παραμείνουν τα αποκοπέντα κλήματα, (=οι αιρετικοί),ενωμένα με την άμπελο, (=την Εκκλησία), διότι τα κλήματα αυτά απορρίπτονται εις το «πυρ» το εξώτερο, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του Κυρίου: «εάν μη τις μείνη εν εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτά και εις το πυρ βάλλουσι, και καίεται» (Ιωάν.15,6).

   Τόσον ο συγγραφέας του ως άνω βιβλίου, όσον επίσης και ο Πρόεδρος του σωματείου π. Γεώργιος Αλευράς, αγνοούντες προφανώς την Ορθόδοξη θεολογική ερμηνεία του χωρίου «ίνα πάντες εν ώσιν», έφθασαν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι, η «ένωση των Εκκλησιών» δεν αποτελεί μόνον δέηση της Θεοτόκου, αλλά και εσχατολογική «παρακαταθήκη» του Χριστού και ταυτόχρονα «παρακαταθήκη» του αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου και συνάμα «παρακαταθήκη» του Ιωάννη Καποδίστρια. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο π. Γεώργιος υπήρξε υποτακτικός του αγίου Πορφυρίου και έζησε μαζί του ως «δόκιμος» μοναχός για 5-6 μήνες, μέχρι της οσιακής κοιμήσεώς του. Σε ομιλία του στις 16 Δεκεμβρίου 2010 στην Πρεσβεία της Ρωσικής ομοσπονδίας στην Αθήνα, κατά την διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου «Ιωάννης Καποδίστριας- Ο άγιος της Πολτικής» αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ο Γέρων Πορφύριος έβλεπε τον διχασμό των ανθρώπων σαν καταστροφή και πονούσε μέρα και νύχτα. Γι’ αυτό λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, για μισή ώρα περίπου, ψέλλιζε στα χείλη την Αρχιερατική Προσευχή του Ιησού Χριστού προς τους μαθητές, το ‘ίνα ώσιν έν’, αδιαλείπτως. Μ’ αυτή την ευχή πήγε στον αγαπημένο του Χριστό. Προσευχόταν για την ενότητα της Εκκλησίας, για την ενότητα όλου του κόσμου», (Ιερομ. Γεώργιος Καυσοκαλυβίτης, Ιερά Καλύβη Ζωοδόχου Πηγής, Ιεράς Σκήτης Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους).

    Το ότι δυστυχώς ο π. Γεώργιος παρερμήνευσε τους τελευταίους λόγους του αγίου Πορφυρίου, αποδεικνύεται από όσα καταθέτει, σχετικά με το θέμα που μας απασχολεί,ο αγιορείτης ιερομόναχος π. Δαμασκηνός, τέως αρχιγραμματέας της Ιεράς Κοινότητος του αγίου  Όρουςσε επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, (15.8.2014). Γράφει: «Δυστυχώς ο αγιορείτης Ιερομόναχος Γεώργιος Αλευράς, Καυσοκαλυβίτης, εις το βιβλίον του κ. Κορνιλάκη: «Επιστολαί του Καποδίστρια»…διαστρέφει το περιεχόμενον της τελευταίας προσευχής του αγίου Πορφυρίου, «ίνα ώσιν εν» και την ερμηνεύει, ότι αφορά την ένωσιν της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως  και είναι δήθεν σύμφωνος με την γραμμήν των διαλόγων, ως γίνονται σήμερον. Ο υποφαινόμενος, ερμηνεύων την πραγματικήν ‘έννοιαν της τελευταίας προσευχής του αγίου Πορφυρίου, όστις έχει ενώπιόν του μίαν εξαμελή συνοδείαν με τα προβλήματα τα συγκεκριμένα που έχει κάθε συνοδεία, εύχεται για την ενότητά της καθώς απέρχεται εκ του παρόντος βίου και αποχαιρετά τα συγκεκριμένα πρόσωπα, που με υποδειγματικόν σεβασμόν και αγάπην τον υπηρετούν…Ο γράφων ως γνωρίζων εκ του σύνεγγυς τον άγιον Πορφύριον από τα φοιτητικά του χρόνια, κατά την δεκαετία του 1960, ότε ούτος ήτο εφημέριος εις την Πολυκλινικήν Αθηνών της οδού Πειραιώς και διατηρήσας την πνευματικήν επικοινωνίαν μέχρι της κοιμήσεώς του, βεβαιώνει ότι ο άγιος Πορφύριος δεν συνεφώνει με τας μεταβάσεις του Οικουμενικού Πατριάρχου εις την Ρώμην, ούτε με τους διαλόγους, καθ’ ον τρόπον γίνονται». Όπως μας βεβαιώνει ο π. Δαμασκηνός, τον Δεκέμβριο του 1987, καθ’ ον χρόνον εργαζόταν με την σύνταξη σχεδίου επιστολής προς τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη  κυρό Δημήτριο, διά της οποίας διαμαρτυρόταν σύσσωμη η Ιερά Κοινότης για την πατριαρχική επίσκεψη στη Ρώμη, άκουσε το τηλέφωνο και τον άγιο Πορφύριο να ομιλεί: «-‘Τι γράφεις μωρέ;’- Γράφω, Γέροντα, την επιστολήν, ην προτίθεται η Ι. Κοινότης να αποστείλει, ως διαμαρτυρίαν, εις τον Παναγιώτατον Πατριάρχην Δημήτριον, δια την επίσκεψίν του εις την Ρώμην. -‘Διάβασε το γράμμα να ακούσω’ …Έγραφα λοιπόν: ‘Πως Παναγιώτατε, μετέβητε εν τω αμοίρω της Χάριτος Ναώ των απ’ αιώνων αιρετικών; Η Ρώμη δεν έχει την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, ούτε έγκυρα μυστήρια’. Και ο π. Πορφύριος μου απαντά: -‘Ωραία τα γράφεις. Θα αρέσει η επιστολή εις τον Πατριάρχην. Δεν μπορείς να είπης εις τους Παπικούς, ότι έχουν Χάριν, και Μυστήρια. Δεν έπρεπε ο Πατριάρχης να μεταβεί εις την Ρώμην, διότι αυτοί κερδίζουν, χωρίς να διορθώνονται και ζημιούται η Ορθοδοξία…», (Περιοδ. Θεοδρομία, έτος 16, τεύχος 3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014, σελ.363-364).  

     Επανερχόμενοι στο σχολιασμό της εικόνος «Παναγία ίνα ώσιν εν η Πατριώτισσα», προσθέτουμε, πέραν των όσων εσημειώσαμε προηγουμένως, ότι η εν λόγω εικόνα αποκτά και εθνικιστικό περιεχόμενο. Το γεγονός ότι η Παναγία εικονίζεται να φέρει στα σπλάγχνα της την Ελλάδα και επιγράφεται ως «η Πατριώτισσα», υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι έχει προτίμηση σε ένα έθνος – λαό, τον Ελληνικό. Προφανώς λησμονεί το σωματείο και ο π. Γεώργιος, ότι ο εθνικισμός και ο εθνοφυλετισμός, οι οποίοι έχουν ταλαιπωρήσει αφάνταστα την Εκκλησία, έχουν καταδικασθεί ως αίρεση από την Ενδημούσα Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1872. Δεν υπάρχει «Θεός του Ισραήλ», ή Θεός της Ελλάδος, ή της Ρωσίας, ή της Σερβίας» κλπ. Ούτε «Παναγία Ελληνίδα, ή Ρωσίδα, ή Σερβίδα» κλπ., αλλά «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Κολ.3,1). Υπάρχει η «καινή κτίσις» (Γαλ.6,15), όπου «ουκ ένι  Ιουδαίος ουδέ  Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένιάρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ  Ιησού» (Γαλ.3,28). Ο Χριστός και η Παναγία ανήκουν σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και όχι μόνον σε κάποιο συγκεκριμένο έθνος, ή  σε μερίδα «εκλεκτών». Βεβαίως αυτή η παγκοσμιότητα της Εκκλησίας δεν αίρει σε καμιά περίπτωση την έννοια της υγιούς φιλοπατρίας, η οποία είναι θεμιτή και ευλογημένη, εν όσο πιστεύεται με ακρίβεια η σώζουσα πίστη και τηρούνται οι σωτήριες εντολές του Θεού. Η Παναγία μας γίνεται προστάτης της Πατρίδος μας όταν ο ελληνικός λαός μετανοεί και βαδίζει πάνω στις εντολές του Ευαγγελίου.

    Κλείνοντας, παρακαλούμε τον πιστό λαό του Θεού καθώς και τους αγαπητούς αναγνώστες μας, να επαγρυπνούν και να προσέχουν, διότι το θηρίο της αιρέσεως μεταχειρίζεται απίστευτους τρόπους και δόλιες μεθοδεύσεις, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του, το «σβήσιμο» της Εκκλησίας στον ωκεανό της οικουμενιστικής αβύσσου. Ο κίνδυνος να πλανηθεί κανείς δεν είναι μικρός, όταν μάλιστα δεν διαθέτει θείο φωτισμό και επαρκή θεολογική γνώση. Το μεγάλο δίδαγμα, η μεγάλη αλήθεια που συνάγεται, απ’ όσα παραθέσαμε παρά πάνω, είναι ότι το θηρίο της αιρέσεως έχει τη δύναμη να πλανήσει όχι απλώς λαϊκούς, αλλά ακόμη και μοναχούς, που εγκατέλειψαν την ματαιότητα του κόσμου, για να επιτύχουν ευκολότερα την σωτηρία τους. Και μάλιστα μοναχούς όχι τυχαίους, αλλά μοναχούς, που είχαν την ευλογία και τη θεία δωρεά, να χρηματίσουν μαθητές αγίων γερόντων, όπως είδαμε προηγουμένως με τον ιερομόναχο π. Γεώργιο, για τον οποίο όλοι μας πρέπει να προσευχόμεθα, να του δώσει ο Θεός μετάνοια και φωτισμό. Ο διάβολος δεν αστειεύεται. Σκοτώνει ψυχές! Δεν είναι εύκολο, να διακρίνει κανείς τις παγίδες που μας στήνει, δεδομένου ότι προκειμένου να παραπλανήσει, καλύπτει την πλάνη και το ψεύδος με ευλογοφανή θεολογικά επιχειρήματα, με ευσέβεια και εκκλησιαστικότητα. «Εν μέσω παγίδων διαβαίνομεν και επί επάλξεων περιπατούμεν». Αυτά δεν τα λέμε για να πανικοβληθούμε και να τρομάξουμε, αλλά για να προσέχουμε μήπως και εμείς, χωρίς να το καταλάβουμε, πέσουμε στην παγίδα της αιρέσεως. «Βλέπετε ουν πως ακριβώς περιπατείτε, μη ως άσοφοι, αλλ’ ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισι», (Εφ.5,15-16) μας λέει ο απόστολος.  Οδηγοί μας ας είναι οι Άγιοι Πατέρες μας και όσοι ελάχιστοι τους μιμούνται στις «πονηρές» ημέρες, που επέτρεψε ο Κύριος να ζήσουμε. 


Εκ του Γραφείου επί τω Αιρέσεων και των Παραθρησκειών


Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Το κοσμικό κράτος και το σαμποτάρισμα στο Τάμα του Έθνους

Μέσα στις πυρετώδεις εργασίες αποχριστιανοποίησης του ελληνικού κράτους[1], υπάρχουν ακόμη οι εθνικές επέτειοι που μας θυμίζουν από πού ερχόμαστε και που πάμε να καταλήξουμε. Από Έθνος ηρώων, σε έθνος μπαταχτσήδων! Και δεν εννοώ ως προς τους εκ Δύσεως τοκογλύφους, όπως προσπαθούν να μας πείσουν τα εγχώρια όργανά τους. Μπαταχτσήδες ως προς το χρέος μας στο Θεό και τους προγόνους μας.

Όταν ένας σοβαρός και ευσυνείδητος άνθρωπος έχει μία οφειλή, δεν ησυχάζει η συνείδησή του, αν δεν εξοφλήσει ολοσχερώς το χρέος του[2].

Το ελληνικό κράτος έχει μία οφειλή σχεδόν δύο αιώνων, την οποία κρατά ανεξόφλητη, εκμεταλλευόμενο κουτοπόνηρα τη μακροθυμία του Ευεργέτη του. Πρόκειται για το τάμα των αγωνιστών του ‘21 που καταγράφεται στις αποφάσεις της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του Άργους του έτους 1829, για την ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού στην πρωτεύουσα του απελευθερωμένου ελληνικού κράτους, επ’ ονόματος του Σωτήρος Χριστού. Οι χριστιανοί αγωνιστές εκείνης της εποχής, πόρρω απέχοντες από τους σημερινούς κοινωνικούς «επαναστάτες», απευθύνθηκαν για ενίσχυση στον πιο αξιόπιστο Σύμμαχο, το Θεό, όταν τους γύρισε την πλάτη η ευρωπαϊκή Ιερή Συμμαχία, οι πρόγονοι δηλαδή αυτών που σήμερα μας δανείζουν επεμβαίνοντας στα εσωτερικά μας ζητήματα και καταλύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εθνική μας ανεξαρτησία.

Αυτή η οφειλή βαρύνει τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά και δεν πρέπει κανείς να αμελεί για την εξόφλησή της, διότι κληροδοτήθηκε μαζί με την ελευθερία μας από τους προγόνους μας, που δεν τη βρήκαν δεδομένη όπως εμείς, αλλά την απέκτησαν με αιματηρές θυσίες. Κι αν οι αστικές χρηματικές οφειλές τοκίζονται με την πάροδο του χρόνου, στο χρέος της Ελλάδας δεν υπάρχει τόκος, αλλά ούτε και παραγραφή.

Το τάμα των αγωνιστών ξεχάστηκε στην πορεία των χρόνων και θάφτηκε στην εθνική λήθη, στα πλαίσια του εξευρωπαϊσμού της χώρας μας, μαζί με τόσες άλλες ευεργεσίες του Θεού, αλλά και των πιστών Του ανθρώπων. Ωστόσο, πριν από μερικά χρόνια, η αξιέπαινη πρωτοβουλία του ζεύγους Αναγνωστοπούλου, επανέφερε το ζήτημα, γνωστοποιώντας το τάμα σε πολύ κόσμο, που μέχρι πρότινος το αγνοούσε.

Στο άκουσμα των συζητήσεων για την εκπλήρωση του τάματος, κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι δεν είναι καιρός να μιλάμε για ένα τόσο δαπανηρό έργο εν μέσω σοβαρής οικονομικής κρίσης, όταν τόσοι συνάνθρωποί μας στερούνται τα απαραίτητα. Παρόμοιο, επιχείρημα είχε προβάλει και ο Ιούδας όταν υποκριτικά διαμαρτυρήθηκε για τη «σπατάλη» του ακριβού μύρου για χάρη του Χριστού, αντί να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες των φτωχών[3].

Αλλά δεν χρειάζεται να ανησυχούν εκείνοι που «κόπτονται» για να μη σπαταληθεί χρήμα από τα κρατικά ταμεία. Οι ευλαβείς και ευπατρίδες, Ι. και Αικ. Αναγνωστοπούλου, έχουν δηλώσει ότι προτίθενται να αναλάβουν εξ ολοκλήρου τη δαπάνη που θα χρειαστεί για την ανέγερση του ναού του Σωτήρος, χωρίς να ζητούν από το κράτος την παραμικρή ενίσχυση, παρά μόνο την παροχή αδείας για την υλοποίηση του έργου. Έτσι, οι ανησυχούντες μπορούν να μείνουν ήσυχοι, καθώς το δημόσιο χρήμα δεν θα «σπαταληθεί» για το Χριστό, αλλά θα παραμείνει για να «επενδυθεί» στο ισλαμικό τέμενος του Βοτανικού, στις χορηγίες των gay pride και των Μ.Κ.Ο., στη Eurovision, στον κομματικό στρατό της ΕΡΤ κ.ο.κ.

Ενώ, λοιπόν, υπάρχουν οι καλύτερες προϋποθέσεις να πραγματοποιηθεί χωρίς δημόσιο κόστος το έργο, η εκπλήρωση του τάματος συναντάει ένα βασικό εμπόδιο. Την πολιτική βούληση να ΜΗΝ πραγματοποιηθεί αυτό που θα έπρεπε να είναι η προτεραιότητα του ελληνικού κράτους.

Σχετικά με το θέμα, πολύ άσχημη εντύπωση προκάλεσε η πρωτοβουλία του γνωστού για τις «προοδευτικές» του ανησυχίες, προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να απαιτήσει από τους λίγους βουλευτές του που υπέγραψαν επερώτηση στη βουλή για το τάμα του Έθνους, να την αποσύρουν άμεσα. Στην αδιανόητη αυτή κίνηση, βρήκε ομόφωνη συμμαχία στα ΜΜΕ, από τα οποία έγινε προσπάθεια να γελοιοποιηθεί ένα τόσο σοβαρό θέμα και να αντιμετωπιστεί η εθνική υποχρέωση προς το Θεό, ως αναχρονιστικό όραμα της χούντας! Είναι τόσο καταφανής η έλλειψη επιχειρηματολογίας αυτών που σαμποτάρουν το έργο, που μόνο με την περιφρόνηση και τη γελοιοποίηση μπορούν να το αντιμετωπίσουν «πειστικά».

Δυστυχώς, η δημόσια ζωή[4] έχει κατακλειστεί από ανθρώπους με περιφρόνηση στα ελληνοχριστιανικά ήθη και με δουλικό προς τη δύση φρόνημα, κατ’ εικόνα και ομοίωση εκείνων των φραγκοσπουδασμένων χαρτογιακάδων που καταδίκασαν, εξόρισαν, φυλάκισαν ή και εκτέλεσαν τους ευλαβείς ελευθερωτές της Πατρίδας μας. Είναι επόμενο να μην αισθάνονται καμία ηθική υποχρέωση προς τους αγωνιστές με τις «μεσσαιωνικές» αντιλήψεις.

Εκείνο, όμως, που αδυνατούν να δουν ή κάνουν πως δεν βλέπουν οι «ευαγγελιστές» του κοσμικού κράτους, είναι ότι όσο απομακρυνόμαστε από τα ιδανικά των προγόνων μας ως Έθνος και ως κράτος, τόσο πλησιάζουμε στην προ αυτών εποχή, οδεύοντας με μεγάλη ταχύτητα στην επανισλαμοποίηση της αγιοτόκου Ελλάδος[5].

Δεν είναι, όμως, μόνο οι πολιτικοί υπεύθυνοι για αυτή την κατάσταση. Άλλωστε και αυτοί βγαίνουν μέσα από την κοινωνία μας, η οποία είναι έτοιμη να επαναστατήσει για τα οικονομικά της συμφέροντα και αδιαφορεί για τη δολοφονία των πνευματικών της αξιών, ακόμα και για την ίδια την ελευθερία, την οποία είναι έτοιμη να θυσιάσει αρκεί να μη στερηθεί τις υλικές ανέσεις. Πως λοιπόν θα βγουν σωστοί πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες από μία κοινωνία η οποία δείχνει σε κάθε ευκαιρία την αχαριστία της προς το Θεό;

Όμως, η κατάσταση αυτή δεν πρέπει να συνεχιστεί. Η άμεση υλοποίηση του τάματος του Έθνους είναι αναγκαία όχι μόνο για την έκφραση της ευγνωμοσύνης μας προς το Θεό και τους αγωνιστές της Ελλάδας, αλλά κυρίως για να αποτελέσει το εφαλτήριο για μία νέα Χριστοκεντρική πορεία του Έθνους, μακριά από τα φαντάσματα της αρνησιπατρίας και της ευρωλιγουριάς, που κατάντησαν τη χώρα μας «καρπαζοεισπράκτορα» των μεγάλων δυνάμεων, κακέκτυπο ημιαυτόνομο κρατίδιο, με κόμπλεξ κατωτερότητας και ντροπή για τη σπουδαία πνευματική του κληρονομιά.

Η ζοφερή κατάσταση της χώρας μας σε όλα τα επίπεδα, μπορεί να αλλάξει. Τα μέτωπα που έχει ανοίξει ο διάβολος για να τυλίξει την ανθρωπότητα και συνακόλουθα το Ορθόδοξο Έθνος μας, μπορούν να σβηστούν μόνο με τη «γόμα» του Παντοδυνάμου Θεού. Γι’ αυτό νομίζω ότι η αποτελεσματικότερη αντίδρασή μας κατά της σατανοκρατίας είναι περισσότερο η πνευματική-προσευχητική αντιμετώπιση της κατάστασης[6], πέρα από τις κατά το δυνατό κοινωνικές αντιδράσεις, τις οποίες δεν πρέπει βέβαια να υποτιμάμε και για τις οποίες, φρονώ ότι θα απολογηθούμε στο Θεό αν τις αμελήσουμε.

Ομοίως  και ο συλλογικός - εθνικός αγώνας θα πρέπει να κινηθεί σε αυτή την πνευματική βάση. Η προτεραιότητα του Έθνους θα πρέπει να είναι η εκπλήρωση του τάματος των προγόνων μας, ώστε να θρονιαστεί ο Χριστός στην πρωτεύουσα και όλα τα σκοτάδια να εξαφανιστούν. Αν αυτό δεν γίνει, δεν πιστεύω ότι θα κάνουμε ούτε αρχή για να αντιστρέψουμε το αρνητικό κλίμα της μιζέριας και της κακομοιριάς που κυριαρχεί εδώ και αρκετά χρόνια στη χώρα μας.

Αυτές οι γραμμές, επειδή αναμφίβολα είναι εκτός του πλαισίου της πολιτικής ορθότητας, δεν γράφτηκαν για να πείσουν τους αρμοδίους, αλλά είναι μία προσπάθεια ενημέρωσης των ανθρώπων που έχουν την ελπίδα τους το Θεό – και αυτοί δεν είναι λίγοι - και δεν περιμένουν τη σωτηρία ούτε από την Ε.Ε, ούτε από τα κόμματα, ούτε από οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη παρέμβαση. Επειδή ο πολύς κόσμος αγνοεί εντελώς την υπόθεση του εθνικού τάματός, είναι χρέος όλων μας τουλάχιστον η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση των καλοπροαίρετων ανθρώπων, ώστε να ακολουθήσει η λαϊκή πίεση προς τους αρμοδίους, πολιτικά και εκκλησιαστικά πρόσωπα, για να αρχίσουν να ασχολούνται σοβαρά με αυτή την υπόθεση που δεν είναι καν στα σχέδιά τους, αν και θα έπρεπε να είναι εθνική προτεραιότητα.

Είθε ο Θεός να μας αξιώσει να φανούμε ευγνώμονες και να εορτάσουμε τα διακόσια χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης στον υπέρλαμπρο ναό του Σωτήρος Χριστού των Αθηνών.


Χαράλαμπος Άνδραλης

[1] Ενδεικτικά: http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2017/03/blog-post_17.html "Ἄνομο" συνέδριο τοῦ Ποταμιοῦ ὑπὲρ τοῦ οὐδετερόθρησκου Κράτους! Και http://aktines.blogspot.gr/2017/03/blog-post_33.html  Πάντειο: Ανίερη φιέστα με στόχο την Εκκλησία!

[2] Αλλά και αν είναι ασυνείδητος, μεριμνά τουλάχιστον για να αποδώσει έγκαιρα ένα μέρος της οφειλής, φοβούμενος την αύξηση του χρέους από τους τόκους και πολύ περισσότερο την προσφυγή του δανειστή του στη δικαιοσύνη, για την ικανοποίηση του δικαιώματός του.
[3] Ιωάν. 12, 4-6
[5] Προάγγελο αυτής της επιδίωξης, αποτελεί η σπουδή του συνόλου σχεδόν των πολιτικών κομμάτων για την κατασκευή δημοσία δαπάνη μεγάλου τεμένους στην Αθήνα, τη στιγμή που όχι μόνο δεν συζητείται, αλλά σαμποτάρεται η κατασκευή του Ορθοδόξου Ναού του Σωτήρος Χριστού με ιδιωτικές δαπάνες!
[6] Άλλωστε, στην πραγματικότητα ο αγώνας μας δεν είναι εναντίον των ανθρώπων που αντιστρατεύονται τη σωτηρία μας, οι οποίοι είναι τελικά τα μεγαλύτερα θύματα, αλλά πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις (Εφεσ. 6, 12)